Η τρελή γυναίκα

49799 Ως νέο μέλος πια της επιχείρηση που διατηρούσαν εκείνοι οι δύο μεγάλης ηλικίας άνθρωποι, πήγα με όρεξη στην δουλειά μου και στο γραφείο μου την επομένη το πρωί, αποφασισμένος να μείνω κοντά τους, όπως και αν αυτοί συνήθιζαν να συνεργάζονται μεταξύ τους.

 Ήταν η δεύτερη μέρα της ένταξης μου στο προσωπικό τους κι εγώ είχα κάθε λόγο να τους δείξω τις δυνατότητες μου, αν και ήμουν πολύ προβληματισμένος με την συμπεριφορά τους.

 Έκανα τον αδιάφορο όσο βρισκόμουν κοντά τους εχθές, για όσα είδα να γίνονται την πρώτη μέρα κιόλας της δικής μου παρουσίας στο γραφείο τους, αλλά δεν το έκανα για πολύ και προπαντός, δεν σταμάτησα να την μελετώ όλη την υπόλοιπη μέρα.

 Σχολίαζα την συμπεριφορά τους και την σχολίαζα σε σχέση με μένα, γιατί εγώ ήμουν εικοσιδύο χρονών και έψαχνα να βρω έναν χώρο, μέσα στον οποίο θα μπορούσα να διαθέσω το δυναμικό μου γι’ αυτόν, τις εμπειρίες μου και προπαντός τις δυνατότητες μου, αυτές που με πολύ κόπο απέκτησα στην μέχρι τότε ζωή μου.

 Τα όσα πέρασα και έζησα καθ’ οδόν μέχρι να φτάσω σ’ αυτήν την ηλικία, εγγυόνται από μόνα τους και επαρκώς αυτά που επικαλούμαι, γι’ αυτό και υπολόγιζα ότι θα ήμουν πολύ χρήσιμος στον χώρο, που θα ήθελε να με απασχολήσει προς όφελός του.

  Και θα ήμουν από την πρώτη ώρα χρήσιμος, γιατί εγώ ήμουν ήδη έτοιμος για εργασία και δεν χρειαζόταν να ασχοληθεί κανείς μαζί μου, για το πώς θα με μάθει να είμαι εργαζόμενος με αξιώσεις, αφού αυτές τις γνώσεις τις απέκτησα από τα παιδικά μου χρόνια.

 Ένα τέτοιο γραφείο λοιπόν σαν και το δικό τους, όπως πολύ καλά το εντόπισε ο άνθρωπος που με παρουσίασε στον υπέργηρο εργοδότη μου, πράγματι χρειαζόταν μια τέτοια παρουσία σαν και την δική μου και όπως επίσης πολύ καλά έκανε και οδήγησε εμένα εκεί, γιατί όντως θα μπορούσε να είναι ο δικός τους χώρος, αυτός που τόσο καιρό εγώ αναζητούσα.

 Από την πρώτη κιόλας στιγμή το κατάλαβα αυτό, αλλά την επιλογή του πως και το που θα μπορούσαν να με αξιοποιήσουν εκεί, την είχαν εκείνοι οι δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι.

 Για το πόσο όμως ενδιαφερόταν αυτοί να με χρησιμοποιήσουν για την ανάπτυξη του γραφείου τους, τίποτε το ενθαρρυντικό δεν μπορούσα να πω εγώ στον εαυτό μου και όσα ήθελα και μπορούσα να τους προσφέρω ως συνεργάτης τους, κινδύνευαν να μείνουν αναξιοποίητα.

 Επειδή όμως ήθελα να ελπίζω σε μια ύστατη επιχειρηματική αναλαμπή του υπέργηρου αφεντικού μου τουλάχιστον, πίεσα τον εαυτό μου και πήγα την επομένη το πρωί στο γραφείο τους, ελπίζοντας να βρω στο μέλλον έστω την διάθεση του να με αξιοποιήσει αυτός, αφού ο ηλικιωμένος υπάλληλος του, περιόριζε τα ενδιαφέροντα του μόνον στο πόσα πολλά θα μπορούσε να καρπωθεί, κάτω από την αδιάφορη ανοχή του αφεντικού μας.

 Όταν έφτασα λοιπόν εκεί, είδα τον υπάλληλο να ετοιμάζετε, προκειμένου να βρεθεί επιστατών στην εκφόρτωση του καραβιού, αυτού που ήρθε εχθές το πρωί και ήταν αγκυροβολημένο έξω από τους χώρους της αποθήκης με το νούμερο εικοσιδύο.

 Τα σχετικά έγγραφα που κρατούσε στα χέρια του άλλωστε, δήλωναν από μόνα τους το τι είχε στο πρόγραμμα του να κάνει και ας το κρατούσε μυστικό από μένα.

 Το μεγάλο αφεντικό δεν είχε έρθει ακόμη, γι’ αυτό και το κλειδί του χρηματοκιβωτίου τους, το έδωσε σε μένα ο υπάλληλος μόλις με είδε να μπαίνω, αλλά με την εντολή, να μη το δώσω ούτε και στο αφεντικό, όσο και αν αυτός επιμένει να μου το ζητά.

 Βεβαίως, ούτε και σε κανέναν άλλον θα μπορούσα να δώσω αυτό το κλειδί, όποιος και αν ήταν, όπως και αν ήθελε να επιβάλει μια τέτοιου είδους απαίτηση, αλλά πράγματι απόρησα με όσα μου ζητούσε να κάνω κατά του αφεντικού μας.

Για να καταλάβω όμως κάτι περισσότερο από εκείνη την παράξενη όσο και ανάρμοστη συμπεριφορά του υπαλλήλου προς τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης που εργαζόταν, αναγκάστηκα να τον ρωτήσω.

 – Σε ξένο, βεβαίως και δεν θα το δώσω. Στο αφεντικό μας όμως, γιατί να μην το κάνω; Αφού δικό του είναι το κλειδί αλλά και το χρηματοκιβώτιο.

 – Κάνε ότι σου λέω μου είπε αυτός και μην είσαι τόσο περίεργος.

 Ήξερα ότι δεν ήμουν περίεργος εκφράζοντας εκείνη την απορία, αλλά μπροστά στο να μάθω τι ενδεχομένως περνούσε από το δικό του περίεργο μυαλό, έκανα υπακοή και περίμενα υπομονετικά να δω το αποτέλεσμα αυτών που μου ζήτησε να κάνω.

 Όταν έφυγε όμως αυτός από το γραφείο και έμεινα μόνος μου εκεί, άνοιξα το χρηματοκιβώτιο να δω, σε τι μπελά σκόπευε με βάλει εκείνος ο ηλικιωμένος υπάλληλος και μάλιστα χωρίς να με ρωτήσει.

 Σας βεβαιώ, ότι δεν το έκανα αυτό από περιέργεια. Παρακινούμενος από το συναίσθημα της αυτοσυντήρησης το έκανα, γιατί καθόλου δεν μου άρεσαν αυτά που μου ζητούσε αυτός, που στο εγγύς μέλλων, θα ήταν πλέον ο μόνιμος συνεργάτης μου.

 Ανοίγοντας το χρηματοκιβώτιο λοιπόν, έκπληκτος διαπίστωσα, ότι αυτό ήταν γεμάτο από χρήματα. Ήταν σε πακέτα αυτά και έτσι όπως τα έβλεπα να είναι στοιβαγμένα, ήταν όντως πολλά. Από τον όγκο τους, εύκολα μπορούσα να υπολογίσω, ότι θα πλησίαζαν τα δύο εκατομμύρια σε δραχμές τότε.

 Το 1971, ο μισθός του δημοσίου υπαλλήλου ήταν γύρω στις οκτακόσιες δραχμές τον μήνα. Ως ανειδίκευτος και αρχάριος στον ιδιωτικό φορέα εγώ, θα έπαιρνα δύο χιλιάρικα για το ίδιο διάστημα.

 Τα χρήματα που ήταν σε κείνο το χρηματοκιβώτιο, ήταν πάρα πολλά όπως καταλαβαίνετε. Απορούσα λοιπόν, για το πως και εμπιστευόταν αυτός το κλειδί του σε μένα, την στιγμή που μόλις εχθές με γνώρισε.

 Απορούσα ακόμη και με την εντολή που μου άφησε, να μη δώσω δηλαδή το κλειδί στο αφεντικό μας, όσο και αν αυτός επιμένει να μου το ζητά. Αφού για τους δικούς του λόγους, δεν ήθελε να του το δώσει, γιατί δεν το πήρε μαζί του; Αλλά προτίμησε να το άφησε σε μένα;

 Όλα αυτά που μου συνέβαιναν εκείνο το πρωινό λοιπόν, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να τα καταλάβω, γι’ αυτό και όπως είπα, περίμενα να δω τι θα γίνει, αλλά και τι αποτέλεσμα θα έβγαινε μέσα απ’ όλα αυτά.

  Κατά τις δέκα όμως, έκανε την εμφάνιση της στο γραφείο, μια σιτεμένη γυναίκα, απ’ αυτές που είναι πολύ πλούσιες και ξέχασαν τον εαυτό τους εκεί που ήταν πριν από σαράντα χρόνια και ακόμα νομίζουν ότι εκεί βρίσκονται.

 Σηκώθηκα από την καρέκλα μου με πρόθεση να της φανώ χρήσιμος, γι’ αυτό και ευγενικά την ρώτησα να μου πει, πως θα μπορούσα να την εξυπηρετήσω, αν και νόμισα ότι έκανε λάθος στην πόρτα μάλλον, αφού δίπλα μας ήταν το γραφείο ταξιδιών και εκεί υπολόγιζα ότι πήγαινε.

 Με μπόλικο θράσος όμως αυτή, απαντούσε άλλα, αντ’ άλλων.

 – Ποιος είσαι συ; Δεν είναι κανείς άλλος εδώ;

 Ήξερα πώς να απαντήσω σ’ εκείνη την σιτεμένη κυρία, αλλά ήμουν σε ξένο γραφείο και μάλιστα μόνον δύο μέρες βρισκόμουν εκεί, γι’ αυτό και δεν θέλησα να κάνω κάτι τέτοιο και να δώσω εγώ αφορμή, ώστε να γίνουν  επικρίσεις εναντίον μου.

 Πριν προλάβω όμως να της πω εγώ κάτι για τα δικά της ερωτήματα, μπήκε αυτή στα ενδότερα του γραφείου και κατευθύνθηκε συστημένη προς το χρηματοκιβώτιο, γνωρίζοντας προφανώς την ύπαρξη του.

 Έτρεχα πίσω της εγώ προκειμένου να την σταματήσω, αλλά αυτή τίποτε δεν άκουγε απ’ όσα της έλεγα και όταν έφτασε πια μπροστά στο χρηματοκιβώτιο, στάθηκε εκεί και έλεγε σε μένα επιτακτικά.

 – Για να είσαι εσύ εδώ, ξέρεις που είναι το κλειδί του χρηματοκιβωτίου. Δώσε μου το μου αμέσως.

 Βλέποντας το θράσος της, όντως της απαντούσα όπως και της χρειαζόταν.

 – Κυρία μου. Εσύ σίγουρα είσαι τρελή. Έχεις την εντύπωση ότι είμαι κι εγώ τρελός; Αν δεν βγεις με το καλό όμως έξω από το γραφείο, θα σου πάρω την περούκα που φοράς και θα την πετάξω στον δρόμο.

 Αν βγεις όμως φαλακρή εκεί έξω αναζητώντας την περούκα σου, τότε να δεις τι γέλιο θα γίνει απ’ αυτούς που θα βλέπουν το χάλι σου.

 Έξαλλη όμως η σιτεμένη κυρία από όσα άκουγε να της λέω, φώναζε και με τις φωνές της επιβεβαίωνε αυτά που σκεπτόμουν εγώ για την δική της τρέλα.

 – Δεν φοράω περούκα εγώ και όλοι ξέρουν ότι δικό μου είναι το μαγαζί. Θα φωνάξω όμως την αστυνομία τώρα και τότε θα δούμε. Εσύ ποιος είσαι και τι κάνεις εδώ μόνος και μέσα στο δικό μου γραφείο.

  Απάνω που πήγαινε να ανάψει για τα καλά ο καβγάς μας όμως, μπήκε στο γραφείο εκείνη την στιγμή, το αφεντικό μου. Ακούγοντας τις φωνές μας, έλεγε και αυτός με την σειρά του.

 – Τι γίνεται εδώ; Σταματήστε να φωνάζετε, γιατί μέχρι έξω ακούγεστε.

 Παίρνοντας τον λόγο εγώ, τον ενημέρωνα για την τρελή απαίτηση εκείνης της γυναίκας.

 – Είναι τρελή η κυρία. Και δεν της φτάνει αυτό. Αλλά μου ζητάει να της δώσω και το κλειδί από το χρηματοκιβώτιο σας.

 Επίτηδες του το είπα αυτό, έτσι, για να πάρει αυτός θέση, αφού λογικά, δικά του ήταν τα λεφτά του χρηματοκιβωτίου, αλλά και για να δω τι παιζόταν, αφού όσα μου συνέβαιναν εκείνο το πρωινό ήταν όντως παλαβά.

 Ακούγοντας αυτός τις εξηγήσεις μου, έλεγε πολύ απλά.

 – Και γιατί δεν της το δίνεις αν το έχεις;

 Αυτό που άκουγα από το αφεντικό μου ήταν ακόμη ποιο παλαβό και επειδή εκείνη την στιγμή θυμήθηκα τον όρο που μου έβαλε ο ηλικιωμένος υπάλληλος, άρχισα να αναρωτιέμαι.

Να δώσω το κλειδί του χρηματοκιβωτίου τους σε μια τρελή γυναίκα, την στιγμή που αυτό είναι φορτωμένο με δύο εκατομμύρια; Μα τι γίνετε ρε; Είναι όλοι τους τρελοί εδώ;

 Αυτά σκεπτόμενος, έμεινα αρκετή ώρα να τον κοιτώ ακίνητος και μέχρι να καταλάβω επιτέλους τι γίνεται, επανέλαβε αυτός.

 – Τι με κοιτάς έτσι ρε; Δώσε της το κλειδί να γλιτώσουμε από τα υπόλοιπα.

 Να της το δώσω αφού επιμένει, έλεγα μέσα μου. Στο κάτω κάτω δικό του είναι. Ο υπάλληλος όμως ήταν σαφής όταν μου έδινε το κλειδί. Να μην του το δώσεις όσο και αν επιμένει.

 Για να γλιτώσω λοιπόν τα χρήματα του χρηματοκιβωτίου τους και για να γλιτώσω εμένα από οτιδήποτε κακό θα μπορούσε να μου προκύψει από μια τέτοια ενέργεια, του είπα ψέματα.

 – Μα δεν το έχω εγώ το κλειδί. Αλλά και ποιος θα μου το εμπιστευόταν, αφού είμαι μιας ημέρας υπάλληλος εδώ;

 Ακούγοντας την απάντηση μου η σιτεμένη και τρελή γυναίκα, έγινε ακόμη μια φορά έξαλλη μαζί μου, γι’ αυτό και έλεγε.

 – Ώστε δεν το έχεις εσύ το κλειδί; Και νομίζετε τώρα, ότι εγώ είμαι χαζή; Αυτά είπε και άρχισε αμέσως να πετάει στο πάτωμα και στους τοίχους, ότι έπιανε κι ό, τι έβρισκε μπροστά της. Και όχι μόνον αυτό έκανε, αλλά και μας απειλούσε λέγοντας.

 – Αν δεν μου δώσετε το κλειδί εδώ και τώρα. Δεν θα αφήσω τίποτε όρθιο εδώ μέσα.

  Μια χαζή γυναίκα είπα μέσα μου, θα μας χορεύει τώρα στο ταψί και θα σπάζει ό, τι βρίσκει μπροστά της; Άφησα το αφεντικό μου να κρατά το κεφάλι του και με γρήγορα βήματα κινήθηκα προς την τρελή.

 Ήμουν αποφασισμένος να την πιάσω από το μαλλί και να την πετάξω έξω από το γραφείο. Με σταμάτησε όμως αυτός, που από την ταραχή που είχε βαριανάσαινε και με τρεμάμενη φωνή μου έλεγε.

 – Μη την πειράξεις. Κόρη μου είναι. Δώσε της το κλειδί αν το έχεις, γιατί πρέπει να γλιτώσουμε την αξιοπρέπειά μας.

 Τα έχασα εγώ. Αυτό που μου προέκυπτε, ήταν κάτι που ποτέ μου δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Ο υπάλληλος όμως μου είπε να μη του δώσω το κλειδί όσο και αν με παρακαλά, γι’ αυτό και σκέφτηκα να κρατήσω τον λόγο μου.

 Έβλεπα όμως και εκείνον τον υπέργηρο άνθρωπο, που δεν μπορούσε να αντέξει άλλο την ταραχή που του προκαλούσε η τρελή κόρη του, γι’ αυτό και προτίμησα να ενδώσω.

 Εν’ όσο αυτή συνέχιζε να πετά κάτω και στους τοίχους, ότι έβρισκε μπροστά της, πλησίασα εγώ με τρόπο το αφεντικό μου και εκεί του αποκάλυψα, ότι πράγματι και έχω το κλειδί.

 Αφού του το ανακοίνωσα, περίμενα ύστερα να μου πει και τι επιτέλους θα ήθελε να κάνω. Ακούγοντας αυτός το τι του αποκάλυπτα, έλεγε με ανακούφιση αλλά και φανερά καταβεβλημένος από όσα του συνέβαιναν.

 – Δώσ’ της το παιδάκι μου να γλυτώσουμε.

 Για καλή μου τύχη θα έλεγα, μπήκε εκείνη την στιγμή ο υπάλληλος στο γραφείο και μόλις είδε αυτά που γινόταν εκεί μέσα, μου έκανε νόημα να του δώσω το κλειδί, το οποίο και έδωσε αυτός στην συνέχεια στην τρελή κόρη του αφεντικού μας.

 Μόλις το πήρε αυτή στα χέρια της ησύχασε και αφού άνοιξε στα γρήγορα το χρηματοκιβώτιο τους, πήρε από κει μέσα όσα χρήματα βρήκε.

 Απευθυνόμενη προς τον υπάλληλο στην συνέχεια, του έλεγε με νόημα.

 – Άλλη φορά, να μη μου κάνεις εμένα τον πονηρό.

 Κρατούσε στην αγκαλιά της τα χρήματα ακόμη και ενώ προσπαθούσε να τα βολέψει μέσα στην τσάντα της, έλεγε απευθυνόμενη και σε μένα.

 – Κι εσύ πρέπει να ξέρεις, ότι εγώ είμαι το αφεντικό εδώ.

 Μετά απ’ όλα αυτά και στην πρόθεση της να βγει έξω από το γραφείο, πέρασε επιδεικτικά μπροστά από τον πατέρα της, στον οποίο και έλεγε με κακία θα έλεγα.

 – Τι θα τα κάνεις τα λεφτά και όλο τα μαζεύεις; Ένα γιαουρτάκι και αυτό με το ζόρι το τρως μια φορά την ημέρα. Αν δεν μου τα δίνεις όμως με το καλό τα λεφτά, τότε θα έρχομαι εδώ και θα τα παίρνω με το έτσι θέλω.

 Τακτοποιώντας καλά πλέον τα χρήματα μέσα στην τσάντα της, τα πήρε μαζί της και έφυγε.

 Άδικα φώναζε πίσω της ο υπέργηρος πατέρας της.

 – Πώς θα πληρώσουμε εμείς τώρα τους λογαριασμούς μας; Με τι λεφτά θα κάνουμε την δουλειά μας;

 Αδιάφορη αυτή για όσα άκουγε, βγήκε έξω από το γραφείο και σαν να μην έγινε τίποτε, περπατούσε ανέμελη στο πεζοδρόμιο.

 Μπορεί να μην νοιαζόταν καθόλου εκείνος ο ογδονταπεντάρης παππούς για τα χρήματα του. Για την κόρη του όμως νοιαζόταν σαν πατέρας, ακόμη  και τότε που αυτή του συμπεριφερόταν σαν τρελή, γι’ αυτό και έλεγε με απόγνωση στον ηλικιωμένο υπάλληλο του.

 – Θα την σκοτώσουν καμιά μέρα προκειμένου να της τα πάρουν, αν διαπιστώσουν πόσα λεφτά κουβαλάει μαζί της.

 Τον άκουσε αυτός και κουνώντας το κεφάλι του, έλεγε με σιγουριά.

 – Μη φοβάσαι και δεν είναι τόσο κορόιδα αυτοί, ώστε να σκοτώσουν τον χρηματοδότη τους. Μάλλον έχουν κάθε λόγο να την προστατεύουν, αφού απ’ αυτήν παίρνουν την δυνατότητα να ζήσουν άνετα τις οικογένειες τους.

 Αυτά συμπλήρωσε ο υπάλληλος και πήγε στο γραφείο του προκειμένου να ασχοληθεί εκεί με τα της δουλειάς του. Αφού έμειναν για κάμποση ώρα αμίλητοι όμως οι δύο τους και αφού ξεφυσούσε κατά διαστήματα το αφεντικό μας, είπε κάποια στιγμή στον υπάλληλο του.

 – Όταν έρθει την άλλη φορά να μας ζητήσει το κλειδί, εγώ λέω να κάνουμε υπομονή και να μη της το δώσουμε. Να δούμε τότε, τι θα κάνει;

 Γέλασε ο υπάλληλος με την γεροντική του αφέλεια, γι’ αυτό και του είπε κάτι που από μακριά φαινόταν ότι ήταν βέβαιο.

 – Θα κάνει ότι έκανε σήμερα. Και το ίδιο θα κάνει αύριο και μεθαύριο και πάντα, γιατί έτσι την μάθαμε να κάνει απ’ όταν ήταν μικρή. Το μόνο που μας έμεινε να μάθουμε εμείς τώρα είναι, το πόσο ρεζίλι μπορεί να γίνει αυτή κι εμείς μαζί μ’ αυτήν.

  Εγώ δεν μπορούσα να τους ρωτήσω τίποτε, αν και είχα πολλά να ρωτήσω και στους δύο. Και πράγματι πολύ θα ήθελα να το κάνω αυτό, γιατί με άφησαν ανημέρωτο για όσα υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω.

 Ωστόσο, όταν ηρέμησαν κάπως τα πνεύματα, είπε το αφεντικό σ’ εμένα.

  – Άλλη φορά να μη μου δώσεις το κλειδί όταν θα σου το ζητήσω.

 Και ο υπάλληλος παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος που δεν με ενημέρωσε για την ύπαρξη της κόρης του αφεντικού, γι’ αυτό και μου έλεγε.

 – Δεν υπολόγιζα ότι θα ερχόταν τόσο νωρίς αυτή σήμερα στο γραφείο. Είχα κατά νου μου να σε στείλω κάπου την ώρα που εγώ υπολόγιζα, έτσι ώστε να μη δεις τίποτε απ’ όσα μεσολάβησαν.

 Άκουσα τους λόγους του και επειδή δεν μου φάνηκαν σοβαροί, του έλεγα.

 – Μα πως θα μπορούσες να το κρατήσεις μυστικό αυτό από μένα, αφού μόνος σου το είπες πριν, ότι αυτό είναι συχνό φαινόμενο;

 – Μέρα παρά μέρα γίνεται αυτό είπε ο υπάλληλος και αναστέναξε το υπέργηρο αφεντικό μας, που παρακολουθούσε αμίλητος την κουβέντα μας. Αλλά και όπως το είπε; Έτσι και γινόταν.

 Ερχόταν μέρα παρά μέρα αυτή στο γραφείο και αφού έσπρωχνε τον υπάλληλο, έπαιρνε μέσα από το χρηματοκιβώτιο τους όσα χρήματα έβρισκε εκεί και έφευγε.

 Σε κανέναν δεν έδινε λογαριασμό για όσα έκανε και όπως μου έλεγε ο υπάλληλος, ποτέ τους δεν έμαθαν, που τα πήγαινε και πως τα ξόδευε τόσα πολλά χρήματα.

 Στο τέλος της εβδομάδας όμως, εγώ κατάλαβα, ότι αυτή δεν ερχόταν στην τύχη εκεί. Είχε υπόψη της εκείνο το καράβι που είχε σταθερή άφιξη μέρα παρά μέρα, το οποίο και τους άφηνε ενάμισι εκατομμύριο έσοδα κάθε φορά.

 Τα άρπαζε αυτή όταν τα έβρισκε στο χρηματοκιβώτιο και μαζί με αυτά, έπαιρνε και όσα άλλα έβρισκε εκεί, αδιαφορώντας τελείως για όσα τις έλεγαν τόσο ο πατέρας της, όσο και ο υπάλληλος τους.

 Τα χρήματα όμως που έχωνε βιαστικά μέσα στην τσάντα της πάντα, τα εξαφάνιζε στην κυριολεξία την ίδια κιόλας μέρα, γι’ αυτό και πάλι ερχόταν να τα αναζητήσει.

  Εκτός απ’ αυτήν την πολύ κακή συνήθεια της κόρης του αφεντικού μας πάντως και απ’ όσα μπόρεσα να διαπιστώσω μέσα σε μια εβδομάδα δηλαδή αφότου βρέθηκα εκεί ως εργαζόμενος, η δουλειά του ναυτιλιακού πράκτορα ήταν όντως στα μέτρα μου, γιατί και πολύμορφη ήταν και δυναμική ήταν.

 Ήταν και προσοδοφόρα όπως είχα την δυνατότητα να βλέπω, αλλά αυτό όπως και το ανέφερα στα προηγούμενα ήταν απαγορευμένο για μένα, αφού αυτή ήταν η συμφωνία που έκανα από την παιδική μου ηλικία. Να μην αποβλέπω στα χρήματα.

 Η δουλειά βέβαια μπορεί να ήταν στα μέτρα μου, το γραφείο όμως δεν ήταν δικό μου και κανείς τους δεν μου επέτρεπε να ελπίζω, ότι θα μου το παραχωρούσαν κάποτε οι ιδιοκτήτες του, αφού δεν είχα καμιά συγγένεια μαζί τους.

 Ο ηλικιωμένος υπάλληλος είχε τους δικούς του λόγους, για τους οποίους καθόλου δεν μου επέτρεπε να εισχωρήσω στα ενδότερα δεδομένα της δουλειάς μας, γι’ αυτό και με απασχολούσε συνεχώς σε δευτερεύουσες εργασίες. Και σ’ αυτές πάλι που μου ανέθετε την αποπεράτωσή τους, φρόντιζε να είναι τέτοιες, που να είναι όσο γινόταν ποιο ανώδυνες γι’ αυτόν.

 Οι παράγοντες βέβαια που μεσολαβούσαν, όπως ήταν οι πλοιοκτήτες, οι πλοίαρχοι, οι πελάτες, οι τελωνειακοί, οι λιμενικοί, και οι κάθε λογής συνεργάτες, είχαν άλλη άποψη γι’ αυτό το θέμα.

 Ευχαριστημένοι από την συνεργασία που είχαν μαζί μου, άρχισαν να μου λένε φανερά πια, ότι καλό θα ήταν να σκέπτομαι το ενδεχόμενο να αναλάβω εγώ την ευθύνη του γραφείου, αφού οι άλλοι δύο ήταν γέροι έως υπέργηροι και αδυνατούσαν να επιτελέσουν επαρκώς τις υπηρεσίες τους.

Τους άκουγα εγώ και όντως τους απαντούσα για όσα μου έλεγαν.

 – Κάπως έτσι ξεγελάστηκε και ο γηραιός υπάλληλος και γέρασε στην ίδια θέση, περιμένοντας το πότε θα πεθάνει ο ιδιοκτήτης του γραφείου στο οποίο από μικρός εργαζόταν, προκειμένου να την αναλάβει.

 Καλά τα λέτε λοιπόν εσείς, αλλά δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε ενδεχόμενο να γίνει κάτι τέτοιο, αφού και ο υπάλληλος μου κρύβει πολλά. Αυτός πάλι, έχει πολλούς λόγους για τους οποίους δεν θέλει να μου παραχωρήσει την θέση του, αφού και ξεχωριστά και για την πάρτη του δουλεύει και δεν θέλει περισσότερα απ’ αυτά που ήδη απολαμβάνει και του φτάνουν.

 Ωστόσο, πολλές φορές είναι αλήθεια ότι προσπάθησα να μπω με τρόπο στα χωράφια του, αλλά όχι μόνον δεν μου το επέτρεψε, αλλά και πάντα μου λέει ότι αυτή η δουλειά είναι πολύ δύσκολη για μένα και έτσι μ’ αυτήν την δικαιολογία, με κρατάει μακριά από την κυρίως δουλειά μας.

 Δεν με θέλει κοντά του, γιατί δεν θέλει να βλέπω τι κάνει εκεί κάτω στο λιμάνι, όταν διαμορφώνει συμφωνίες μόνος του και ανεξέλεγκτος. Πολλές φορές ομολογώ ήταν οι φορές, που όχι μόνο είδα το αφεντικό μας να κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι του για τις ενέργειες του υπαλλήλου του, αλλά και πολλές φορές τον άκουσα να λέει στον εαυτό του.

  – Αυτός νομίζει τώρα, ότι εγώ δεν βλέπω…

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *