Η Ευδοξία και η κατάθλιψη

   Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άφησα σκεφτικό τον μπάρμπα Χαράλαμπο έξω από την πόρτα της αυλής του, μετά από όσα είδε κι άκουσε βέβαια εκείνη την ημέρα να κάνουν κλέφτες και κλεπταποδόχοι μαζί κι όπως πάλι με έσπρωχναν οι υποχρεώσεις μου, στην αγορά της πόλης μας βρισκόμουν ένα πρωινό και την λίστα μου ακολουθούσα όπως πάντα, όταν είδα την Ευδοξία να περνά από μπροστά μου. Την κόρη του μπάρμπα Χαράλαμπου δηλαδή.

Έτσι όπως την είδα όμως, πολύ ανησύχησα, γιατί με κοίταξε μεν, αλλά και δεν με είδε όπως λέμε. Βάδιζε δε έτσι στο πεζοδρόμιο, που θα έλεγε κανίς ότι το έκανε σαν να μη πήγαινε πουθενά συγκεκριμένα.

Ούτε και στις βιτρίνες των καταστημάτων δεν χάζευε, όπως θα έκανε κάποια γυναίκα, έστω κι αν δεν ήθελε να αγοράσει κάτι από αυτά. Κι ο βηματισμός της πάλι ήταν τέτοιος, που δεν την υποχρέωνε να φτάσει κάπου σε ορισμένο χρόνο. Δεν είχε στο μυαλό της δηλαδή, το να ολοκληρώσει κάποιον σκοπό.

Και την ματιά της που πρόσεξα έστω και για λίγο, στο πουθενά την είχε απλωμένη. Τίποτε δηλαδή δεν έβλεπε κι αυτός ήταν ο λόγος που με είδε και δεν με είδε. Όπως αυτός όμως ήταν κι ο λόγος, που έκανε κι εμένα να ανησυχήσω πια, γιατί καθόλου δεν μου άρεσε η συμπεριφορά της.

Εκείνο δε που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν ότι βρισκόταν τουλάχιστο πέντε χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της. Στην ανατολικά πλευρά της πόλης μας έμενε όπως ήξερα, ενώ αυτή βαδίζει αμέριμνα στο κέντρο, με κατεύθυνση από το προς τα δυτικά.

Τον μπάρμπα Χαράλαμπο έφερα στο μυαλό μου εκείνη την στιγμή, αλλά μην έχοντας τηλέφωνο αυτός, δεν ήξερα πως να του πω τι έβλεπα και δεν μου άρεσε, μήπως και μπορούσε να κάνει αυτός τουλάχιστον κάτι για την περίπτωση της κόρης του.

Και λογικά ανησύχησα βλέποντάς την σ’ αυτήν την κατάσταση γιατί όπως ήξερα, έπασχε από κατάθλιψη η Ευδοξία κι από δική της εγωιστική συμπεριφορά, δεν ήθελε να την αντιμετωπίσει σωστά. Δικηγόρος ήταν η γυναίκα όπως σας είπα και δεν θα έπρεπε να της φύγει ανεξέλεγκτα η ψυχολογική της κατάσταση, αλλά για κάποιον λόγο που και η ίδια δεν ήξερε, της έφυγε.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, το ρολόι μου συμβουλεύτηκα και βλέποντας να μην έχω χρόνο στην διάθεσή μου να ασχοληθώ με κάτι άλλο εκτός από την δουλειά μου, ήδη άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στα καταστήματα της αγοράς, μήπως κι εντόπιζα κάπου τον μπάρμπα Χαράλαμπο να περιφέρεται.

Παράτησα ωστόσο τα τις δουλειάς μου στην συνέχεια κι όπως έπρεπε να κάνω, αποφάσισα να σταθώ εγώ δίπλα στην κόρη του μέχρι να τον βρω κι αφού ήμουν σίγουρος ότι είχε πρόβλημα η Ευδοξία, πήρα την απόφαση να την ακολουθήσω κι όπου ήθελε να πάει, η να καταλήξει, πίσω της θα πήγαινα μήπως και μπορούσα να της φανώ χρήσιμος.

Όποιον από τους καταστηματάρχες κι αν κάλεσα εν τω μεταξύ στο τηλέφωνο, αναζητώντας τον μπάρμπα Χαράλαμπο, τίποτε δεν κατάφερα. Τώρα πέρασε από εδώ έλεγε ένας, πριν από λίγο ήταν εδώ έλεγε άλλος, αλλά και πουθενά δεν κατάφερα να τον εντοπίσω.

Στην οδό Τσιμισκή συνάντησα την Ευδοξία για την ακρίβεια και στα δικαστήρια έφτασα ακολουθώντας πίσω της. Από απόσταση το έκανα βέβαια και με την ελπίδα πάντα να την δω να μπαίνει σε κάποιο κατάστημα, ή να καταλήγει σε κάποια υπηρεσία ενδεχομένως, αλλά τίποτε από τα δυο δεν έκανε.

Αυτό λοιπόν αναγκάστηκα να παραδεχθώ στο τέλος. Ότι πουθενά δεν είχε σκοπό να καταλήξει. Περπατούσε απλώς, χωρίς να έχει κανένα σκοπό στο μυαλό της. Αυτό πια πιστεύοντας, αποφάσισα να κάνω εγώ κάτι γι’ αυτήν και ποιο πρακτικό μάλιστα προκειμένου να την βοηθήσω.

Άνοιξα το βήμα μου λοιπόν κι αφού την προσπέρασα μετά από λίγο βαδίζοντας γρηγορότερα από την Ευδοξία, κατάφερα να βρεθώ κάμποσο μπροστά από αυτήν, οπότε, εκεί στάθηκα να περιμένω το πλησίασμά της.

Αυτή όμως, ούτε εμένα έβλεπε, ούτε και τον δρόμο έβλεπε καλά, καλά, γιατί πέρασε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, χωρίς καν να βλέπει ότι τα φανάρια της διάβασης ήταν κόκκινα.

Πάλι καλά έλεγα μέσα μου, που δεν ερχόταν αυτοκίνητα εκείνη την στιγμή, γιατί όπως έβλεπα, τα κρατούσαν στην θέση τους τα ποιο πίσω φανάρια του δρόμου.

Μόλις έφτασε κοντά μου όμως, την άρπαξα από το χέρι και σαν να την έβλεπα κατά τύχη μπροστά μου, χαρούμενος την καλημέριζα και μέχρι να καταλάβει αυτή τι έγινε και ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε, ίδρωσα όπως λέμε.

Όταν πια συνήλθε κάπως και με αναγνώρισε, τότε μόνο με καλημέρισε, αλλά και πάλι έδειξε ότι ήθελε να φύγει. Για να μην την αφήσω μόνη της λοιπόν, προφασίστηκα ότι πολύ χάρηκα που την είδα μετά από τόσο καιρό μπροστά μου και μ’ αυτήν την ευκαιρία, της ζήτησα να πιει ένα καφέ μαζί μου αν ήθελε, ώστε και την παρέα της να χαρώ, αλλά και νέα της να μάθω.

Να έρθω είπε αυτή αν και πολύ αδιάφορα κι όταν πια κάθισε στο κάθισμα της καφετέριας που της προσέφερα τον καφέ, επίσης αδιάφορα έλεγε, ότι κανένα νέο δεν είχε να μου πει από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στο σπίτι του πατέρα της.

Από εδώ την είχα στην συνέχεια, από εκεί την είχα, μπόρεσα τελικά να καταλάβω, από τα λίγα άλλωστε που έλεγε, ότι για μια βόλτα βγήκε από το σπίτι της κι ότι αυτό έκανε την στιγμή που την συνάντησα.

Τί βόλτα είναι αυτή βρε Ευδοξία, της έλεγα κι εγώ χαρούμενος, με σκοπό να της αλλάξω κάπως την κακή της διάθεση, αφού από την Τούμπα που μένεις εσύ, μέχρι να φτάσεις εδώ, είναι τουλάχιστον πέντε χιλιόμετρα απόσταση.

Αφού ήθελες να κάνεις μια βόλτα όμως όπως είπες, γιατί δεν πήγες στην παραλία; Και ποιο κοντά προς το σπίτι σου είναι αυτή και ποιο καθαρό αέρα έχει. Από ότι μου λέει και η αδελφή μου πάντως, που κι αυτή κοντά σ’ εσένα μένει, αυτό κάνει.

Άκουγε βέβαια η Ευδοξία τι της έλεγα, αλλά και δεν μπορούσε να απαντήσει, οπότε, πάλι άρχισα να σκέφτομαι, πως θα μπορούσα να της αποσπάσω το τηλέφωνο του άντρα της τουλάχιστον, ώστε αυτόν να καλέσω κι αυτός να φροντίσει την επιστροφή της στο σπίτι, γιατί δεν ήμουν σίγουρος τι θα έκανε αυτή από εκεί και μετά, αν έφευγα εγώ και την άφηνα μόνη.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, άρχισα να της λέω ότι και τον άντρα της είχα καιρό να δω κι ότι είχα βάλει στο μυαλό μου να πάρω πράγματα από το μαγαζί του για το μοναστήρι μας, αλλά επειδή δεν είχα το τηλέφωνό του, δεν ήξερα πως να επικοινωνήσω μαζί του. Αν το έχεις εσύ όμως της είπα στο τέλος, μπορείς να μου το δώσεις;

Δεν έφερε αντίρρηση η Ευδοξία, οπότε, άνοιξε το κινητό της και πράγματι μου έδωσε τον αριθμό του. Ψάχνοντας μετά και τι θα έλεγα από το τηλέφωνο σ’ αυτόν χωρίς να ψυλλιαστεί κάτι η Ευδοξία, αμέσως τον κάλεσα κι αμέσως άρχισα να τον ρωτώ, αν είχε στο κατάστημά του αυτά που υποτίθεται ότι ήθελα να πάρω, αν και πολύ καλά ήξερα, ότι τίποτε δεν είχε από αυτά που του ζητούσα.

Κάτι πήγε να πει αυτός αναγνωρίζοντας την φωνή μου, αλλά τον έκοψα προσθέτοντάς του τα υπόλοιπα, με την ελπίδα πάντα να καταλάβει κι αυτός τι έπρεπε να κάνει μετά από το τηλεφώνημά μου.

Δεν είχα το τηλέφωνό σου Αλέκο του έλεγα κι ευτυχώς για μένα, βρήκα την Ευδοξία πριν από λίγο στον δρόμο κι αυτή μου το έδωσε. Αυτήν την στιγμή μάλιστα, πίνουμε καφέ παρέα, σε μια καφετέρια απέναντι από τα δικαστήρια.

Κάπου πήγαινε η γυναίκα σου και με το θάρρος που σας έχω, της ζήτησα να πιει ένα καφέ μαζί μου, ώστε και την παρουσία της να χαρώ, αλλά και νέα σας να μάθω, αφού καιρό έχουμε να ιδωθούμε .

Αν ήσουν κοντά, θα έλεγα να έρθεις κι εσύ στην παρέα μας, αλλά από εκεί που είσαι, μόνο με ΤΑΧΙ μπορείς να έρθεις, αν βέβαια θέλεις να μας βρεις ακόμη εδώ, γιατί κι εγώ έχω δουλειά, αλλά και η Ευδοξία όπως βλέπω έχει, αν και δεν μου είπε κάτι τέτοιο. Άντε για λοιπό, του είπα στο τέλος και κάνε όπως νομίζεις.

Αφού είπα και στον άντρα της λοιπόν αυτά που έπρεπε, έδωσα το τηλέφωνο στην Ευδοξία κι ενώ το έπαιρνε στα χέρια της αυτή, μόνη της μου έλεγε, ότι καμιά δουλειά δεν είχε να κάνει εκεί που βρέθηκε κι ότι εκείνη την στιγμή μάλιστα συνειδητοποίησε, ότι έξω από τα δικαστήρια βρισκόμασταν.

Απορούσε κι αυτή δηλαδή για το πως βρέθηκε εκεί. Και για να μη τρομάξει περισσότερο από αυτό που της συνέβαινε, υποχρεώθηκα να της πω κι εγώ χαριτολογώντας, ότι και σ’ εμένα συνέβη κάτι τέτοιο μια μέρα.

Και μου συνέβη τότε της έλεγα, όταν είχα συνεχώς στραμμένο το μυαλό, προς το πως θα μπορούσα να αντιμετωπίσω σωστά το πρόβλημα που είχα με την υγεία της γυναίκας μου.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, βρέθηκα χωρίς να καταλάβω πως, στην παραλία να περπατώ από την Καλαμαριά που μέναμε. Και πριν συνεχίσω την αφήγησή μου εγώ, η Ευδοξία άρχισε να λέει, ότι το ίδιο ακριβώς έπαθα κι αυτή εκείνη την ημέρα κι ότι ακόμη απορούσε, πως βρέθηκε από την Τούμπα στα δικαστήρια χωρίς να το καταλάβει.

Συνειδητοποιώντας στην συνέχεια, ότι μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά με το μυαλό της, έλεγε αν και συγκρατημένα, ότι καλά έκανα και την κάλεσα για καφέ, γιατί και πολύ κουρασμένη ένιωθε μετά από τόσο περπάτημα, αφού όπως ομολόγησε, πολύ μεγάλη απόσταση βάδισε. Ωστόσο όμως, της έμεινε κι ένα εύλογο ερώτημα, Εσύ όμως κύριε Μιχάλη; Πώς βρέθηκες εδώ;

Για ψώνια βγήκα και σήμερα Ευδοξία της είπα κι επειδή δίπλα από την καφετέρια είναι ένα κατάστημα με υδραυλικά που ήρθα να πάρω, εκεί ήμουν κι από εκεί μέσα σε είδα να περνάς, γι’ αυτό κι έτρεξα να σε προλάβω.

Τον πατέρα σου βέβαια, συχνά τον βλέπω πρέπει να σου πω κι όταν τον βλέπω, πολύ χαίρομαι την παρέα του, γιατί σοφός μου φαίνεται αν και αγράμματος όπως συνηθίζω να του το λέω για να τον πειράξω.

Άφησέ τον αυτόν, έλεγε η Ευδοξία με κάποιο νεύρο στην φωνή της. Είμαι θυμωμένη μαζί του, γιατί δεν με αφήνει να ζητήσω διαζύγιο από τον άντρα μου. Ε, τώρα, της έλεγα κι εγώ, δεν έχεις δίκαιο βρε Ευδοξία. Ο πατέρας σου σε αγαπάει, όπως κι ο άντρα σου άλλωστε κι αυτό πολύ καλά το γνωρίζω.

Αν ακόμη επιμένεις να θέλεις το διαζύγιο πάντως, πρέπει να αναφέρεις στον πατέρα σου, όπως και στον άντρα σου, λογικούς λόγους που σε αναγκάζουν να τους το ζητάς. Και να τους αναφέρεις τεκμηριωμένα μάλιστα πρέπει σαν δικηγόρος που είσαι, ώστε κι αυτοί να καταλάβουν επιτέλους, ότι πράγματι έχεις δίκαιο, οπότε, σίγουρα πια θα ανταποκριθούν και μάλιστα θετικά στο αίτημά σου.

Αν δεν έχεις όμως να τους αναφέρεις κανένα τέτοιο λόγο, τότε, καλά κάνουν κι αυτοί και δεν θέλουν να σου το δώσουν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *