Οι γείτονές μας

   Τέσσερεις γείτονες έχουμε λοιπόν. Έναν από κάθε πλευρά του σπιτιού μας δηλαδή. Τον βορεινό, τον είχα γνωστό βέβαια από τα παιδικά μου χρόνια και καλή σχέση είχα μαζί του, αν και δεν είμαστε συνομήλικοι. Μεγάλοι τώρα πια στην ηλικία οι δυο μας, μόνον οι αναμνήσεις μας πλέον είναι κοινές.

Που και που όμως, πίναμε ένα τσίπουρο παρέα, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι, πότε τα μεσημέρια και πότε τις βραδινές ώρες του καλοκαιριού, ή του χειμώνα, με την ίδια σειρά όπως πάντα και με παρέα τους υπόλοιπους της μικρής μας γειτονιάς, όταν κι αυτοί άρχισαν να πλαισιώνουν την παρέα μας.

Καλό είναι αυτό που κάνουμε βρε παιδιά, ομολογούσαν όλοι. Το να βρισκόμαστε μαζί δηλαδή, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι και να χαιρόμαστε την γειτονιά μας, με ότι ό καθένας μας έχει δυνατότητα να μας προσφέρει, αφού η μεταξύ μας αγάπη είναι αυτή που μας κάνει χαρούμενους κι όχι τα προσφερόμενα.

Κι ο Θεός ευλογεί το τραπέζι μας, τους έλεγα κι εγώ συχνά, αφού σε όλους μας είναι γνωστό, ότι πολύ χαίρετε με τέτοιας μορφής ανθρώπινες συμπεριφορές. Κι αφού και σ’ εμάς άρεσε αυτή η εκδήλωση αγάπης, ας την χαιρόμαστε κι ας την διατηρήσουμε όσο γίνεται καλύτερα για όλους μας και για όσο καιρό τουλάχιστον θα μας είναι επιτρεπτό κι αυτό.

Αυτά λέγαμε λοιπόν και με αυτά ως αρχή πορευόμασταν όλοι μαζί, αν και με τον νότιο γείτονά μου, διατηρούσαμε μια ποιο στενή σχέση θα λέγαμε, δεδομένου ότι όχι μόνον κατά διαστήματα, αλλά και καθημερινά σχεδόν στρώναμε κοινό τραπέζι, έστω κι αν οι υπόλοιποι δεν ήθελαν, η δεν μπορούσαν για κάποιους λόγους να το πλαισιώσουν με την παρουσία τους.

Όσοι όμως από την ευρύτερη γειτονιά, έμαθαν αυτήν την ιδιότυπη συμπεριφορά μας, όλοι τους την ζήλεψαν και όλοι τους την επαίνεσαν, αλλά και κανείς από αυτούς δεν θέλησε να την πλαισιώσει, όταν τούς έγινε η σχετική πρόσκληση.

Ο λόγος της άρνησής τους βέβαια δεν ήταν σοβαρός, αλλά και δικαίωμά τους ήταν να την αρνηθούν. Κρίνοντάς την πάντως, θα λέγαμε ότι ή φοβία τους ήταν αυτή που τους εμπόδιζε να το κάνουν. Κι αυτό που φοβόταν, ήταν μη τυχόν τους προέκειπτε κάποιο έξοδο, από αυτά που δεν θα μπορούσαν να υποστούν ενδεχομένως.

Αλλά και τον κόπο τους πρέπει να πω ότι σκεφτόταν, αφού ασφαλώς και προκύπτει αρκετός κόπος στους οικοδεσπότες, για ένα τέτοιο κοινό τραπέζι, που τις περισσότερες φορές θα ξεπερνούσε τους είκοσι επισκέπτες. Αυτόν λοιπόν, σίγουρα δεν θα ήθελαν να τον υποστούν.

Τα έξοδα όμως δεν ήταν σοβαρός λόγος για να δικαιολογήσει κανείς την άρνησή τους, γιατί κανένας δεν απαιτούσε πολλά, ή τέτοια πράγματα στο τραπέζι που να προκαλεί στεναχώρια, αλλά κι όλοι τους συμμετείχαν με κάτι από τα δικά τους για ενίσχυση, σε όποιου γείτονα το τραπέζι κι αν καθόμασταν.

Η μεταξύ μας αγάπη λοιπόν ήταν το ζητούμενο στην κάθε περίπτωση κι ας εκφραζόταν μόνον με μια ντομάτα, ή δυο τρεις ελιές που θα έβαζε ο καθένας πάνω στο κοινό μας τραπέζι, όπως και λίγο τσίπουρο βέβαια κι αυτό πάλι, από κανένα σπίτι δεν έλειπε. Αλλά και κανείς δεν μπορούσε να ξέρει, ποιος έφερε τί και πόσο, ώστε να στεναχωριέται από τα λίγα της δικής του προσφοράς.

Τα περισσότερα μάλιστα, από τους κήπους μας προερχόταν, οπότε, αυτό ήταν και το κόστος που μας προέκειπτε. Κι αφού η αγάπη μας ήταν αυτή που το συνόδευε όπως είπαμε, τίποτε δεν μας έλειπε, αλλά και τίποτε περισσότερο από αυτά που ήδη υπήρχαν δεν μας χρειαζόταν.

Την προσφερόμενη αγάπη μας μάλιστα κι ο καλός Θεός ευλογούσε πολλαπλασιάζοντάς την όπως είπαμε, οπότε, πολύ χαιρόμασταν εμείς οι καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα γείτονες αυτές τις συναθροίσεις και μάλιστα πάνω από δέκα χρόνια σε διάρκεια.

Να όμως που ο μισάνθρωπος διάβολος δεν ήθελε να βλέπει αυτήν την εκδήλωση αγάπης κι επειδή του έγινε βραχνάς, το ότι μετά το τραπέζι, ή πριν από αυτό, λέγαμε και το απόδειπνο όλοι μαζί και κάθε απόγευμα, έβαλε στον στόχο του την γειτονιά μας κι έτσι, άρχισε να την διαλύει.

Κι επειδή αυτός, μόνον μέσω των λογισμών μπορεί να κάνει την βρόμικη δουλειά του, αμέσως άρχισε να σπέρνει τους κακούς του λογισμούς προς όλους της παρέας, ώστε ένας, ένας να αποχωρεί από τις συνάξεις, έστω κι αν από τους δικούς του λογισμούς κινούμενος ο καθένας το αποφάσιζε, μη μπορώντας να τους αντιμετωπίσει.

Λογισμοί λοιπόν όπως πάντα το κεφάλαιο κι όποιος δεν το έχει υπόψιν του, πολλά μπορεί να υποστεί, ή να προκαλέσει στον εαυτό του πρώτα, όπως και στους συνανθρώπους του μετά, χωρίς να το θέλει στην πραγματικότητα, αφού δεν έμαθε, ή δεν έτυχε να ακούσει έστω και κάτι για την ύπαρξη τους, όπως και για την δύναμι που έχουν αυτοί, να κινούν το ανθρώπινο μυαλό προς κάθε μη ελεγχόμενη κατεύθυνση.

Κι επειδή αυτοί σίγουρα ενεργούν έτσι, ο ανημέρωτος κι εν αγνεία ευρισκόμενος άνθρωπος, δεν είναι σε θέσει να ξεχωρίσει τον καλό από τον κακό λογισμό, όχι γιατί το μυαλό του είναι λίγο, αλλά γιατί δεν ξέρει να τους μάχεται, αλλά και να διαλέγει ανάμεσα σ’ αυτούς δεν του είναι εύκολο, ποιός πράγματι είναι χρήσιμος και ποιος επιζήμιος.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες λοιπόν, ότι κι αν κάνει κανείς, ότι κι αν επιλέξει, ότι κι αν νομίσει, ότι κι αν κρατήσει ως καλό κατά την άποψή του, το ποιο σίγουρο είναι ότι θα κάνει λάθος και μόνον γιατί δεν λαμβάνει υπόψιν του την πολυπλοκότητα των λογισμών.

Πέθανε για παράδειγμα μια μέρα, η μητέρα του εκ δυσμών ευρισκόμενου γείτονά μας κι επειδή σ’ αυτήν στηριζόταν αυτός, χωρίς ποτέ να το έχει εντοπίσει μέσα του, κατρακύλησέ ξαφνικά μετά τον θάνατό της στην μελαγχολία κι από εκεί εύκολα έφτασε να εγκατασταθεί στον χώρο της γνωστής κατάθλιψης κι όπως ήταν επόμενο από εκεί και μετά, πέρασε και στα απαραίτητα ψυχοφάρμακα.

Και χωρίς να ξέρει τί ακριβώς του συνέβη και γιατί, όπως και για ποιόν λόγο, ακόμη σύρεται από τις συνέπιες της κατάθλιψης κι ακόμη αγνοεί το γιατί, όπως και τον λόγο που βρίσκεται εκεί, ώστε να επαναφέρει τον εαυτό του στην πραγματικότητα, αφού βεβαίως κι αγνοεί την ύπαρξη των λογισμών.

Κι αφού έλειπε ο έλεγχος αυτών από την ζωή του, ήταν ποτέ δυνατόν να τον έβγαζαν κάπου καλά στην ζωή του; Δεν θα τον έστελναν δηλαδή εκεί, που ποτέ δεν θα μπορούσε μόνος του τουλάχιστον να βγει, από την ζημιά που σίγουρα θα του προκαλούσαν κάποια στιγμή οι λογισμοί;

Μη μπορώντας να αντιμετωπίσει την κατάστασή του λοιπόν, παράτησε το σπίτι του κι επειδή οι κληρονόμοι του δεν μπορούσαν να το διαχειριστούν, ανέθεσαν σε κάποιον συγγενή τους να το φροντίζει, μένοντας σ’ αυτό έστω και χωρίς το αναγκαίο ενοίκιο.

Δέχτηκε ο άνθρωπος την πρότασή τους κι όπως όφειλε, όντως το επανάφερε στην πρότερη κι ακόμη καλύτερη κατάστασή του, προς όφελος και υμών βέβαια, αφού από ακατοίκητος και εγκαταλειμμένος χώρος, έγινε χρήσιμος, αλλά κι όμορφος.

Η συμπεριφορά του νέου γείτονα μας βέβαια δεν ήταν της ίδιας κατηγορίας με αυτήν των υπολοίπων της γειτονιάς, αλλά αφού δεν ενοχλούσε κανέναν η επιλογή του, είχε δικαίωμα να κρατάει τις αποστάσεις του, όσο κι αν πολλές φορές του κάναμε τις αναγκαίες προσκλήσεις, στην προσπάθειά μας να βάλουμε κι αυτόν στην συντροφιά μας αν ήθελε.

Όλο μας έλεγε, ναι, ναι θα έρθω κάποια μέρα να καθίσω μαζί σας, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Ήρθε όμως η σύντροφός του μια μέρα να τον δει κι αφού άκουσε από τους γείτονές μας να με καλούν με το όνομά μου, έκανε κι αυτή το ίδιο. Μιχάλη, Μιχάλη, έλεγε.

Άκουσα βέβαια να με καλεί κάποια γυναίκα, αλλά αφού η φωνή της μου ήταν άγνωστη, έψαχνα να βρω από που ερχόταν. Όταν είδα την γυναίκα στα κάγκελα του γείτονά μου κι έβαλα με το νου μου ότι από αυτήν ερχόταν το κάλεσμα, αμέσως έτρεξα να δω πως θα μπορούσα να της φανώ χρήσιμος.

Με το που έφτασα κοντά της όμως, άρχισε αυτή να μου λέει και σε πολύ επιτακτικό τόνο μάλιστα, κάτι που ασφαλώς και δεν περίμενα να ακούσω, αλλά κι εντύπωση μου έκανε, που ο γείτονας ήταν εκεί κι έκανε πως σκάλιζε ένα πολύ μικρό χώρο, κάτι σαν κήπο με λουλούδια δηλαδή.

Άκουσε να σου πω Μιχάλη. Έλεγε αυτή. Αυτά τα ξύλα που έχεις εδώ στοιβαγμένα  να τα πάρεις, γιατί μαζεύουν ποντίκια και τριγυρίζουν στο σπίτι μας. Και καλά θα κάνεις τα πας στην απέναντι πλευρά του οικοπέδου σου, ώστε να μη αλλοιώνουν οπτικά το δικό μας σπίτι, γιατί ποιος περνάει από τον δρόμο και θέλει να το δει, βλέπει μαζί με αυτό και τα δικά σου ξύλα.

Ανάσα δεν πήρε η γυναίκα μέχρι να πει τα παραπάνω, αλλά κι ο γείτονας μιλιά δεν έβγαλε. Πειραγμένος όμως κι εγώ από το ύφος της γυναίκας, με το δίκαιό μου της έλεγα. Δέκα χρόνια είναι εδώ αυτά τα ξύλα και με απόλυτο σεβασμό προς την οπτική του χώρου είναι τοποθετημένα, αφού κι εγώ τα βλέπω και στο δικό μου οικόπεδο βρίσκονται.

Είναι δε σκεπασμένα επιμελώς και στην πλάτη της δική σας αποθήκης είναι ακουμπισμένα, αφού ο δικός της τοίχος είναι χτισμένος πάνω στο κοινό μας σύνορο. Για την ακρίβεια μάλιστα, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού σας μου υπέδειξε να τα βάλω εκεί, ώστε κανέναν να μην ενοχλούν, αλλά κι εμφανισιακά να μην αλλοιώνουν την οπτική του κοινού μας χώρου.

Κι όπως είπα προηγουμένως, δέκα χρόνια πριν εμφανιστείτε εσείς εδώ έγινε αυτή η τοποθέτηση κι εσάς πουθενά δεν σας ενοχλούν τα ξύλα μας, λαμβάνοντας βέβαια υπόψιν, ότι κι εγώ γνωρίζω κάτι από αισθητική, αλλά και πολύ με ενδιαφέρει αυτή.

Αν βλέπουν όμως οι άνθρωποι που περνούν από το δρόμο και τα δικού μου ξύλα μαζί με την αποθήκη σας και το δικό σας σπίτι, πως περνάει από το μυαλό σου, ότι μπορείς να με διατάξεις να τα τοποθετήσω σε άλλο χώρο και μάλιστα εκεί που σ’ εσένα αρέσει;

Αντί να διατάζεις λοιπόν, καλό θα ήταν να μου έλεγες τον λόγο που σε στεναχώρησε κάτι δικό μου κι ως καλός γείτονας εγώ, ασφαλώς και θα έτρεχα να κάνω τα πάντα, ώστε να μη σε έχω στεναχωρημένη. Να με διατάζεις όμως δεν μπορείς.

Όταν ήρθε ο σύντροφός σου εδώ κι άρχισε να βάζει κοτέτσι για τις κότες του, χωρίς καν να μου αναφέρει την πρόθεσή του σαν καλός γείτονας, πολύ τον παρακάλεσα να μην το κάνει, γιατί όπως του είπα, φοβόμουν μη μου προκαλούσαν κάποια ζημιά στην εύθραυστη υγεία της γυναίκας μου, αλλά σημασία δεν μου έδωσε.

Έκανε δηλαδή το κοτέτσι του κι ευτυχώς έχω να πω, ότι άκουσε τα παρακάλια μου και το έκανε λίγο ποιο πέρα από την πόρτα του σπιτιού μας, ώστε να μη δεχόμαστε τουλάχιστο την άσχημη μυρουδιά της κότας. Χάριν της λογικής υποχρέωσης που έχουμε απέναντι στο καλό μας γείτονα λοιπόν έκανα κι εγώ την παραπάνω αποδοχή και πάλι, με παρακάλια όπως άκουσες κι όχι με διαταγές.

Μα εμείς έχουμε γεμίσει με ποντίκια. Έλεγε αυτή με κάποιο νεύρο στην φωνή της. Τί πρέπει να κάνουμε; Να μη σου πούμε να πάρεις τα ξύλα από εδώ που τα έχεις στοιβαγμένα, αφού όλη μέρα βλέπουμε τα ποντίκια να περπατούν στην αυλή μας;

Όχι μόνον στην αυλή σας θα τα βλέπετε να περπατούν αυτά. Της απαντούσα κι εγώ πια. Αλλά και στην κρεβατοκάμαρά σας θα τα δείτε να έρχονται, γιατί έχετε μαζεμένη τροφή για τις κότες σας. Εμείς που δεν έχουμε κότες και δεν έχουμε τίποτε κρατημένο για το φαγητό τους, ποτέ δεν έχουμε δει ποντίκια.

Πετάξτε λοιπόν τις κότες σας, όπως και το φύραμα τους και τότε μόνον θα δείτε τα ποντίκια να φεύγουν. Αν δεν το κάνετε όμως, βλέπω να τρώνε και τα αυτιά σας αυτά την ώρα που κοιμάστε κι αυτό, μάλλον δεν το υπολογίζετε.

Και πώς θα πω τώρα βάλατε με το μυαλό σας, ότι τα ποντίκια τρώνε ξύλα και μάλιστα μόνον από αυτά που είναι δρύινα; Δεν βλέπετε δηλαδή, ότι κι εσείς έχετε μαζεμένα ξύλα στον χώρο σας; Τα δικάσας δηλαδή που είναι από πουρνάρια, δεν μπορούν να τα μασήσουν; Τους φέρνουν αλλεργία θέλεις να μας πεις;

Προκειμένου δε να φάνε δρύινα τα καημένα, μια και τους είναι νοστιμότερα, μας λες τώρα, ότι εμείς τα αναγκάζουμε να ανεβαίνουν στα κεραμίδια της αποθήκης σας, ώστε από εκεί πάνω να πηδούν ευκολότερα στα δικά μας ξύλα; Αυτό δηλαδή υπονοείς;

Κι αφού φάνε τα δρύινα δηλαδή, τότε χορτάτα πια ανεβαίνουν ξανά στα κεραμίδια κι αφού κατέβουν στο δικό σας οικόπεδο κάνουν ανενόχλητα τις βόλτες τους εκεί, γιατί τους αρέσει περισσότερο η δική σας αυλή; Αυτό μας λες και δυσκολεύομαι να το καταλάβω;

Χώνεψέ το λοιπόν, ότι τα ποντίκια δεν τρώνε ξύλα και μάλιστα δεν κάνουν διάκριση μεταξύ αυτών που είναι δρύινα κι αυτών που είναι από πουρνάρια. Φύραμα μόνον τρώνε. Αυτό δηλαδή που έχετε στα τσουβάλια και τα δίνετε στις κότες σας.

Δεν τρων ξύλα δηλαδή, ούτε τα δικά μας, ούτε τα δικά σας, για τα οποία βέβαια καθόλου δεν σας ενδιαφέρει, αν τα έχετε τόσο κοντά σ’ εμάς, που μόλις ανοίγουμε την πόρτα του σπιτιού μας αυτά τα βλέπουμε μπροστά μας.

Όσον αφορά δε την αισθητική πλευρά του θέματος, καλά θα κάνεις να την βλέπεις από όλες τις πλευρές κι όχι μόνον από εκεί που εσύ μόνον θέλεις να την δεις. Κατάλαβες λοιπόν κυρία που δεν ξέρω ούτε το όνομά σου και πρώτη μου φορά σε βλέπω και ούτε καλημέρα δεν μας είπες και μόνο να διατάζεις ξέρεις;

Αυτά εν ολίγης είπαμε εκείνη την ημέρα με την κυρία, χωρίς να πει κουβέντα ο νέος γείτονάς μας, αλλά και δεν σταμάτησαν να μας ενοχλούν στην συνέχεια για το ίδιο θέμα. Η κυρία όμως ήταν αυτή που έπαιρνε πάντα τον λόγο κι επειδή πράγματι ήταν πολύ εριστική, πάλευα εγώ με τον εαυτό μου.

Πότε ήθελα να την στείλω εκεί που δεν πρέπει δηλαδή και πότε να την ειρηνεύσω, υπακούοντας κι εγώ στο ευαγγελικό ρηθέν καθώς είχα υποχρέωση, αυτό δηλαδή που πολύ καθαρά λέει προς όλους μας και λογικότατο είναι. Είδες τον αδελφό σου; Είδες τον Θεό σου.

Κι επειδή από καιρό πριν είχαμε συμφωνήσει με την γυναίκα μου, να αλλάξουν θέση στα ξύλα μας, μια και δεν θα μας ήταν πλέον τόσο χρήσιμα, δεδομένου ότι πήραμε την απόφαση πλέον να θερμάνουμε το σπίτι μας με αέριο, σηκώθηκα μια μέρα κι αφού πήρα την άδεια από τον βορεινό γείτονά μου, στο μεταξύ μας σύνορο έβαλα τα ξύλα μας, ώστε να μην μας καταπιέζει η κακία της γειτόνισσάς μας, αλλά και χρόνο να της δώσουμε θέλησα, ώστε να σπουδάσει κάτι καλό από τους λογισμούς που την έπνιγαν και δεν ήξερε πως να τους χειριστεί.

(Συνεχίζεται..)

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *