Ο γαμπρός του αφεντικού μου

MaΕργαζόμουν βέβαια στο ναυτιλιακό γραφείο ακόμη, αλλά λόγω της απογοήτευσης που πήρα, εξαιτίας της συμπεριφοράς των αφεντικών μου, έψαχνα να βρω αλλού δουλειά.

Μέχρι να βρω όμως το που αλλού θα μπορούσα να προσφέρω εργαζόμενος το δυναμικό μου, αλλά και τις γνώσεις που απέκτησα εν τω μεταξύ, συνέχισα να κάνω την δουλειά μου απτόητος εκεί.

Ξέχασα βέβαια αυτά που προσπάθησε να μου περάσει η αφεντικίνα μου μέσω των κακών της επιθυμιών, η οποία και δεν μου μιλούσε πλέον, αλλά και ποτέ και για τίποτε δεν μου απηύθυνε τον λόγο, όσο και αν έβλεπε ότι το χρειαζόταν.

Έτσι λοιπόν διαβιώνοντας, με άφησε αντικαταστάτη του ένα πρωινό ο ηλικιωμένος υπάλληλος στο γραφείο, ο οποίος πετάχτηκε για λίγο μέχρι το Λιμεναρχείο, προκειμένου να τακτοποιήσει εκεί κάποιο πρόβλημα που του παρουσιάστηκε.

Μέχρι να επιστρέψει όμως αυτός, στάθηκα μπροστά στην μικρή τηλεόραση που διέθεται το γραφείο και παρακολουθούσα μέσα από αυτήν, την πρώτη επανδρωμένη προσσελήνωση που έκαναν τότε οι Αμερικάνοι και γέλασα, γιατί θυμήθηκα τον πατέρα μου.

Δεν μπορούσε να δεχθεί αυτός ότι πράγματι προσσεληνώθηκαν οι Αμερικάνοι, γι’ αυτό και έλεγε για το περιστατικό.

– Ποιο ρε; Πιστεύετε αλήθεια, ότι αυτοί πήγαν στο φεγγάρι; Άντε ρε κορόιδα. Σε κανένα ποτάμι ρε θα πήγαν. Εκεί που έχει πολύ άμμο και μας είπαν ότι τάχα έφτασαν μέχρι το φεγγάρι. Μασάλια.

Μασάλια λοιπόν έλεγε και με τίποτε δεν πίστευε στην προσσελήνωση των Αμερικανών. Αυτά θυμήθηκα και γελούσα μπροστά στην πολύ μικρή οθόνη και έτσι όπως ήμουν απορροφημένος με την προσσελήνωση, δεν άκουσα τα βήματα του ανθρώπου που μπήκε μέσα στο γραφείο.

Όχι μόνον μπήκε μέσα αυτός, αλλά και φώναζε στην συνέχει προκειμένου να τον ακούσω.

– Είναι κανείς εδώ ρε παιδί;

Δεν ξέρω πόσες φορές το είπε αυτό, αλλά όταν τελικά τον άκουσα, γύρισα και τον κοίταξα. Τον κοιτούσα καλά, καλά, αλλά και απάντηση δεν του έδινα.

Ήταν καμιά εξηνταριά χρονών και βάλε και είχε ένα φουλάρι στον λαιμό του. Ήταν κόκκινο με άσπρες βούλες και το μισό κρυβόταν κάτω από το πουκάμισο που φορούσε.

Βλέποντας όμως αυτός την αδράνεια μου, έλεγε και με το δίκαιο του.

– Δεν άκουσες ρε παιδί, αφού τόσες φορές σε ρώτησα να μου πεις αν είναι κανείς εδώ;

Άκουσα βέβαια, αλλά ήθελα και να παίξω λίγο με την αντίδραση του έτσι όπως τον έβλεπα μ’ εκείνο το φουλάρι, γι’ αυτό και του είπα τελικά.

– Αφού είδες, ότι είμαι εγώ εδώ. Γιατί λοιπόν ρωτάς να σου πω, αν είναι κανείς εδώ; Δεν με βλέπεις;

Σκέφτηκε αυτός για λίγο αυτό που άκουσε και αμέσως μετά είπε.

– Εννοούσα αν είναι κανείς από τα αφεντικά εδώ.

Μου έδωσε την εντύπωση του αργόσχολου και επειδή είχα κι εγώ χρόνο στην διάθεση μου, επέμενα να τον δοκιμάζω.

– Πες το σε μένα αυτό που θέλεις να ρωτήσεις στα αφεντικά μου και που ξέρεις; Μπορεί και να μπορέσω να σε εξυπηρετήσω.

Καμαρώνοντας αυτός για όσα ήθελε να γνωρίζω, έλεγε κάτι για τον εαυτό του, που όντως με προβλημάτισε.

– Θέλω να δω τον πεθερό μου.

Το ενδεχόμενο που άκουσα δεν ταίριαζε με τίποτε από όσα ήξερα, αφού η τρελή κόρη του αφεντικού μου ήταν ελεύθερη και άλλη κόρη δεν είχε αυτός. Πως λοιπόν εκείνος ο αργόσχολος τον αποκαλούσε πεθερό του;

Σκεπτόμενος όμως το ενδεχόμενο να κάνω κάποιο λάθος, θέλησα να διευκρινίσω το πράγμα όπως καταλαβαίνετε. Και επειδή ούτε και ο ηλικιωμένος υπάλληλος είχε κόρη, αναγκαστικά και τον ρώτησα να μου πει ποιος ήταν ο πεθερός του, αν και σκεπτόμουν το ενδεχόμενο να έχει κάνει αυτός κάποιο λάθος και να μπήκε σε άλλη πόρτα.

Τα έχασα όμως όταν διευκρινίζοντας αυτός το όνομα του πεθερού του, με οδηγούσε προς το υπέργηρο αφεντικό μου, γι’ αυτό και του είπα έκπληκτος.

– Μπράβο… Δεν ήξερα ότι ήταν παντρεμένη η κόρη του. Εγώ νόμιζα πως ήταν ελεύθερη ακόμη.

– Όχι είπε αυτός. Δεν είναι παντρεμένη. Την Κυριακή που μας πέρασε όμως αρραβωνιαστήκαμε.

– Καλά, του είπα κι εγώ απορώντας για το εγχείρημα του. Ποιος λόγος σε αναγκάζει να αρραβωνιαστείς σ’ αυτήν την ηλικία και μάλιστα να σκέφτεσαι και το να παντρευτείς; Αφού όπως σε βλέπω, προς τα εκεί το πας το πράγμα.

– Ε, κοίτα, είπε ο γηραλέος γαμπρός. Κάποτε πρέπει να αποκατασταθεί κανείς.

– Χαρά στο κουράγιο σου, του είπα κι αμέσως πρόσθεσα. Την νύφη την έχεις δει; Η μήπως έκανες τον αρραβώνα με αλληλογραφία;

Γέλασε κάπως αυτός με αυτά που άκουγε να του λέω, αλλά και είπε κάτι, διευκρινίζοντας τις ενέργειες του.

– Όχι ρε παιδί. Τι είναι αυτά που λες τώρα; Ποιος αρραβωνιάζεται με αλληλογραφία, ώστε να το κάνω κι εγώ;

– Αστειεύτηκα του είπα. Θέλησα να σε χαλαρώσω κάπως γιατί σε βλέπω πολύ σφιγμένο.

Καλός είσαι, είπε ο γαμπρός για μένα και αμέσως πήγε και κάθισε στην καρέκλα του υπέργηρου αφεντικού μου.

– Μη κάθεσαι στην καρέκλα του, του είπα προστατευτικά. Γιατί θυμώνει και μαλώνει μάλιστα όποιον δει να το κάνει αυτό. Είναι καλύτερα να καθίσεις εδώ του είπα και του έδειξα το διπλανό γραφείο από αυτό του πεθερού του.

Κάθισε αυτός εκεί όπου του υπέδειξα και αμέσως μετά, ζητούσε να του δώσω απαντήσεις, στα δικά του ερωτήματα.

– Απ’ ότι φαίνεται, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα αυτήν την οικογένεια. Τι λες; Πως είναι;

Τον άκουσα εγώ, αλλά και κατά την συνήθεια μου, τον προβλημάτιζα και λίγο.

– Και θα βασιστείς εσύ ηλικιωμένος άνθρωπος, σ’ αυτά που θα σου πω εγώ ο εικοσάχρονος;

– Γιατί όχι, είπε αυτός και περίμενε να ακούσει, αυτά που θα του έλεγα.

– Εφόσον με ρωτάς λοιπόν, θα σου πω αυτά που ξέρω και κοίταξε εσύ τώρα, το πως θα τα αξιολογήσεις. Αν ήσουν αδελφός μου πάντως, αυτό θα σου έλεγα πρωτίστως. Αδελφέ; Πριν κάνεις οτιδήποτε σκέφτεσαι μ’ αυτήν την γυναίκα, θα σε παρακαλούσα να βγεις έξω απ’ αυτό το γραφείο και να τρέξεις όσο μπορείς πιο γρήγορα.

Μη γυρίσεις δε να δεις πόσο μακριά πήγες, αν δεν περάσει τουλάχιστον μια ώρα. Και το καλό που σου θέλω, μείνε εκεί που θα βρεθείς και για κανένα λόγο μη σκεφτείς να γυρίσεις πίσω.

Άκουσε αυτός τους λόγους μου και επειδή του φάνηκαν πολύ αστείοι, γελούσε με την ψυχή του λέγοντας.

– Τι είναι αυτά που μου λες ρε παιδί; Χα, χα, χα. Τελικά, είσαι πολύ χωρατατζής!

Αφού γέλασε αρκετά μ’ αυτά που άκουσε, μου είπε ύστερα κάτι άλλο, σοβαρεύοντας την κουβέντα μας.

– Δεν μπορώ να πάρω τον λόγο μου πίσω. Και ύστερα; Πρέπει να σου πω ότι δεν είμαι και πολύ καλά οικονομικά αυτό το διάστημα. Χρωστώ πολλά στην αγορά και το εργοστάσιο που έχω χαροπαλεύει. Ελπίζω λοιπόν, ότι ο πεθερός μου που έμαθα ότι κρατιέται γερά, δεν θα μ’ αφήσει έτσι και ότι θα μου δώσει την ανάλογη χείρα βοηθείας. Αυτό πως το βλέπεις;

Αυτά είπε και με κοιτούσε με την σιγουριά τού ανθρώπου που ξέρει τι κάνει και όπως το έβλεπα στο πρόσωπο του, ήλπιζε να ακούσει καλά σχόλια από μένα.

Τον κοιτούσα λοιπόν εκείνον τον εξιντάχρονο ηλικιωμένο άνθρωπο και σκεφτόμουν ότι έκανε κι αυτός όνειρα θερινής νυκτός, όπως συμβαίνει σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που βρίσκονται σε απόγνωση και όπως συνήθως κάνουν αυτοί, βλέπουν μόνοι τους τα όνειρα τους και τα βλέπουν όπως ακριβώς τους βολεύει.

Πράγματι ήθελα να του φανώ χρήσιμος, αλλά κι αν αποφάσιζα τελικά να του εκμυστηρευτώ κάτι για την γυναίκα που σκόπευε να παντρευτεί, όπως και για τον μέλλοντα πεθερό του, αυτό σίγουρα θα ήταν πολύ απογοητευτικά γι’ αυτόν. Ωστόσο κι επειδή κάτι έπρεπε να του πω, του έλεγα και πάλι συμβουλευτικά.

– Απ’ όσα μου είπες, το μόνο που έχω να σου πω εγώ σαν συμβουλή, είναι, τρέξε. Τρέξε και μη γυρίσεις πίσω σου να δεις τι έρχεται, γιατί όχι μόνον δεν θα πάρεις τίποτε από εκεί που ελπίζεις να πάρεις πολλά, αλλά και αυτά που ήδη έχεις θα χάσεις.

Βεβαίως και δεν του άρεσαν αυτά που του είπα και επειδή πουθενά δεν τον εξυπηρετούσε η δική μου συμβουλή, μου έλεγε κάτι με γρίφους.

– Δεν έχω παρά να δοκιμάσω. Και ύστερα; Τι κάθομαι και σ’ ακούω; Μπορεί και σκοπίμως να τα λες εσύ όλα αυτά, έτσι για να με δοκιμάσεις. Εγώ πάντως θα την παντρευτώ αυτήν και εσύ λέγε ό, τι θέλεις.

Αυτά μου έλεγε εκείνο το πρωινό ο άνθρωπος, που από ανάγκη ήθελε να δει τον εαυτό του γαμπρό, έστω και σε μεγάλη ηλικία, αλλά και ήλπιζε να λύσει μέσω αυτού τα οικονομικά του προβλήματα.

Και δεν το έλεγε μόνον, αλλά και το έκανε ο φουκαράς, γιατί όντως παντρεύτηκε μετά από λίγο καιρό την αφεντικίνα μου και όχι μόνον δεν πήρε τίποτε απ’ όσα ήλπιζε, αλλά και αυτά που είχε όπως του είπα τα έχασε.

Βεβαίως και στεναχωρήθηκα όταν μετά από ένα εξάμηνο τον συνάντησα τυχαία στον δρόμο και τον είδα να βρίσκεται, σ’ άλλο κόσμο. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που του έκανα εκεί, αυτός, λόγο της κατάστασης του, δεν μπορούσε να με αναγνωρίσει.

Απ’ αυτά που πληροφορήθηκα όμως στην συνέχεια από τους κοινούς γνωστούς μας, σχετικά με την οικονομική του κατάσταση δηλαδή, όχι μόνον το εργοστάσιο του έχασε ο άνθρωπος, αλλά και ένα ξενοδοχείο που είχε στην κατοχή του, το εξαφάνισε στον βωμό των παθών της εκείνη η γυναίκα ρουφήχτρα που παντρεύτηκε, από την οποία όπως και ήλπιζε δι’ αυτής, όχι μόνον δεν μπόρεσε να σωθεί, αλλά εντελώς χάθηκε από τον επαγγελματικό του χώρο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *