Ο μοναχός από την Αγία Άννα 

  Στον Ιούλιο μήνα μπήκαμε εν τω μεταξύ και καθώς μεριμνούσα και για τις εκδώσεις της μονής μας συν τοις άλλοις, ετοίμασα χώρο μια μέρα στην αποθήκη μας, ώστε να προσθέσω αν μπορούσα και τα βιβλία της νέας μας έκδοσης.

Από καιρό πριν περίμενα να παραλάβω τα συγκεκριμένα βιβλία κι όταν πια με πληροφόρησαν οι πατέρες ότι ήταν έτοιμα και μπορούσα να τα παραλάβω από την επιχείρηση που είχε αναλάβει να τα τυπώσει, την επομένη κιόλας πήγα με το φορτηγάκι μου στο Καλοχώρι να επιληφθώ την παραλαβή τους.

Όταν έφτασα λοιπόν εκεί, άφησα το φορτηγάκι μου έξω από τον χώρο της επιχείρησης κι αμέσως μπήκα μέσα να συναντήσω τον υπεύθυνο. Ήθελα να συνεννοηθώ μαζί του όπως καταλαβαίνετε, για το πώς κι από πού θα παραλάμβανα τα βιβλία μας.

Αυτόν ψάχνοντας μετά, στον ούτως ή άλλως μεγάλο χώρο του, τον βρήκα απασχολημένο τελικά μετά από αρκετό ψάξιμο, πίσω από μια τυπωτική μηχανή που του προκαλούσε προβλήματα όπως μου είπε.

Κι επειδή μου ζήτησε να τον περιμένω μέχρι να τελειώσει με την μηχανή του, πήρα κι εγώ ένα βιβλίο που είδα πάνω σε ένα κιβώτιο και χωρίς να του ζητήσω την άδεια, το ξεφύλλιζα διαβάζοντάς το.

Όταν τελείωσε όμως ο κύριος Θανάσης με την υποχρέωσή του, ζήτησε να του κάνω παρέα, πίνοντας έναν καφέ τουλάχιστον μαζί του, αφού όπως έλεγε, λεπτό δεν κάθισε κάπου να ξεκουραστεί, από το πρωί που άρχισε την δουλειά του.

Κι όπως μου το υποσχόταν, μέχρι να φτάσουμε στην μικρή κουζίνα του, αμέσως μετά από τον καφέ μας θα μου έδειχνε που βρισκόταν βιβλία μας, αλλά και πως θα τα έπαιρνα από εκεί θα μου έδειχνε, αφού πολλών άλλων τα βιβλία είχε αποθηκευμένα και στοιβαγμένα πάνω σε παλέτες.

Έχω πολλών άλλων τα βιβλία αποθηκευμένα τόνιζε κι ακόμη δεν ήρθαν να τα παραλάβουν. Κάνε υπομονή λοιπόν και μετά από τον καφέ μας, θα σου που θα βρεις τα δικά σας, γιατί ψάχνοντάς τα μόνος σου, δύσκολα θα τα βρεις.

Βεβαίως και του έκανα παρέα λοιπόν αφού του το υποσχέθηκα, αλλά και μόνος μου έπινα τον καφέ που μου έκανε, δεδομένου ότι χτυπούσαν συνεχώς τα τηλέφωνά του κι αφού έπρεπε να απαντήσει με στοιχεία σ’ αυτούς που τον καλούσαν, πηγαινοερχόταν συνεχώς μια στο γραφείο του και μια στο σημείο που πίναμε τον καφέ μας.

Δεν ήταν όμως μόνον αυτοί που τον απασχολούσαν από τηλεφώνου, αφού και αρκετοί ακόμη εμφανίστηκαν εκείνη την ώρα, από αυτούς που ήρθαν να παραλάβουν τα βιβλία τους, ή να κουβεντιάσουν μαζί του, θέματα που αφορούσαν τις εκδόσεις τους.

Κουρασμένος τελικά κι εγώ από την συνεχιζόμενη αναμονή, πήγα στο γραφείο του κάποια στιγμή και του ζήτησα να με ελευθερώσει όπως καταλαβαίνετε από τον εγκλωβισμό που μου επέβαλαν οι δικές του υποχρεώσεις, γιατί και περισσότερο χρόνο δεν είχα στην διάθεσή μου να τον περιμένω.

Καταλαβαίνοντας κι αυτός πια, ότι το παράκανε επιμένοντας να με κρατά σε αναμονή, από εκεί που καθόταν μου έδειξε τελικά σε ποιο σημείο του χώρου του έπρεπε να ψάξω τα βιβλία μας κι αφού μου είπε ότι πενήντα, ή εξήντα κιβώτια ήταν όλα μαζί πάνω σε μια παλέτα, πήγα να τα βρω.

Την στιγμή που έφευγα όμως από το γραφείο του, είδα έναν μοναχό να βρίσκεται πείσω από μια παλέτα με βιβλία, τα οποία και τακτοποιούσε με προσοχή μέσα σε μικρότερα κιβώτια από αυτά που είδη βρισκόταν και καθώς τον προσπερνούσα, έλεγα μέσα μου ότι μάλλον δεν τον είδα να μπαίνει στον χώρο, ή δεν τον πρόσεξα, όταν εγώ έκανα την εμφάνιση μου εκεί.

Κι ενώ μελετούσα την παρουσία του εκεί, σκάλωσαν τα μάτια μου στην σιλουέτα του μοναχού και σ’ αυτήν αναφερόμενος, θα έλεγα ότι, όχι μόνον αρκετά αδύνατος ήταν, αλλά και αρκετά ταλαιπωρημένος μου φάνηκε.

Εκείνο όμως που με έκανε να τον κοιτάξω για δεύτερη φορά, ήταν ότι είδα τα ράσα του αρκετά λερωμένα, πράγμα που με υποχρέωσε να το κρατήσω προς σχολιασμό, όταν θα εύρισκα χρόνο για κάτι τέτοιο, αφού εκείνη την στιγμή τουλάχιστον, είχα να ψάξω για τα βιβλία μας.

Κι κείνος όπως έβλεπα, το ίδιο μ’ εμένα έκανε. Απασχολημένος καθώς ήταν με την δική του δουλειά, σημασία δεν έδωσε στο δικό μου πέρασμα. Ούτε που γύρισε να δει δηλαδή, ποιος πέρασε από κοντά του.

Έχοντας στον νου μου την αναζήτηση των βιβλίων μας όμως, ξέχασα τον μοναχό θα έλεγα κι όπως έπρεπε, γρήγορα πήγα να τα βρω στο σημείο που μου υπέδειξε ο κύριος Θανάσης. Αυτά ψάχνοντας λοιπόν, καμιά παλέτα δεν άφησα εκεί που να μην την έχω ψάξει, αλλά και πουθενά δεν τα έβλεπα.

Μετά από πολύ ψάξιμο ομολογουμένως, όντως τα εντόπισα τελικά και τα βρήκα να είναι σε κιβώτια όπως μου είπε και πάνω σε μια παλέτα τοποθετημένα. Τα βρήκα βέβαια σε διαφορετικό σημείο από εκεί που μου υπέδειξε κι επειδή αυτό ήταν αρκετά μακριά από την πόρτα που θα μπορούσα να τα βγάλω έξω από τον χώρο του, άρχισα να σκέφτομαι τον κόπο που είχα να υποστώ μέχρι να τα φόρτωνα στο φορτηγάκι μου.

Μη μπορώντας να περιμένω εκεί, πότε θα ερχόταν ο κύριος Θανάσης να με βοηθήσει όπως μου το υποσχέθηκε, έσυρα μόνος μου εκείνη την παλέτα με ένα παλετοφόρο που βρήκα σε μιαν άκρη και σιγά, σιγά, την τοποθέτησα κοντά στην πόρτα εξόδου του.

Ανοίγοντας αυτήν στην συνέχεια, βγήκα στον δρόμο, από όπου κι έφερα δίπλα της το φορτηγάκι μου, έχοντας την δική του πλαϊνή πόρτα ανοιχτή. Επιστρέφοντας μέσα στην αποθήκη μετά, άρχισα να διαλύω την παλέτα κι ένα, ένα μετά πήγαινα τα κιβώτια στο φορτηγάκι μου, γιατί ολόκληρη η παλέτα δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει.

Κι αφού έβλεπα ότι δεν ήταν μεγάλα τα κιβώτια, όπως δεν ήταν και βαριά, δυό, δυό, άρχισα να τα παίρνω πάνω από την παλέτα και με τον ίδιο τρόπο να τα στοιβάζω μέσα στο φορτηγάκι μου, σκοπεύοντας να τα πάρω όλα και με την μία αφού δεν ήταν πολλά.

Εκεί λοιπόν που έκανα την δουλειά μου και μάλιστα γρήγορα με τα κιβώτια στα χέρια, θυμήθηκα τον μοναχό με τα λερωμένα ράσα και χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να τον σχολιάζω μέσα μου.

Αυτόν σχολιάζοντας δηλαδή, έλεγα στον εαυτό μου ότι οι δικοί μας μοναχοί, με σχισμένα, ή και με μπαλωμένα ράσα κάνουν τις δουλειές τους μέσα στο μοναστήρι, αλλά όταν για κάποιους λόγους βγαίνουν στις πόλεις, με καθαρά ράσα το κάνουν. Γιατί λοιπόν αυτός ο μοναχός ήρθε τόσο ατημέλητος να κάνει την παραλαβή των βιβλίων του, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Αυτά δηλαδή έλεγα μέσα μου για τον άγνωστο μοναχό, αν κι από μόνος μου απαντούσα στο ερώτημά μου με συμβουλευτικό χαρακτήρα. Κοίτα την δουλειά σου εσύ τώρα έλεγα και μη σ’ ενδιαφέρει τι κάνει αυτός, γιατί μελετώντας τον, σκόνταψες πριν από λίγο στα πλακάκια του πεζοδρομίου και λίγο έλειψε να βρεθείς πεσμένος.

Μετά από αυτήν την εσωτερική στιχομυθία, βεβαίως και δεν έκανα άλλες σκέψεις για τον μοναχό, όπως και στιγμή δεν σταμάτησα να φορτώνω τα κιβώτια στο φορτηγάκι μου.

Κάποια στιγμή όμως που πάλι έπαιρνα δυό κιβώτια από την παλέτα, δέχτηκα μια ενόχληση στην πλάτη μου από το δάχτυλο κάποιου και νομίζοντας ότι ήταν ο κύριος Θανάσης, σηκώθηκα να του πω ότι βρήκα τα βιβλία κι όπως έβλεπε, τα φόρτωνα χωρίς να τον περιμένω.

Βλέποντας όμως τον μοναχό μπροστά μου, όντως απόρησα, γι’ αυτό και τον κοιτούσα, χωρίς να λέω αυτά που ετοιμάστηκα να πω στον κύριο Θανάση.

Αυτός όμως, σκόπιμα ήρθε εκεί όπως αποδέχτηκε και δεν ήρθε τυχαία. Να δώσει απαντήσεις στους δικούς μου λογισμούς ήρθε, γι’ αυτό και με πολύ ήρεμο τρόπο άρχισε να μου τις δίνει, χωρίς να του τις ζητήσω.

Οι δικοί σας μοναχοί έλεγε, έχουν νερό να πιούν, όπως έχουν και άφθονο από αυτό προκειμένου να πλυθούν όπως γνωρίζω. Εγώ όμως, ζω μόνος μου στην έρημο της Αγίας Άννας και δεν έχω νερό εκεί, ούτε για να πιώ.

Πού λοιπόν νομίζεις ότι θα έβρισκα αρκετό νερό, ώστε να πλυθώ εγώ, όπως και να πλύνω τα ράσα που φορώ και είδες λερωμένα; Σε μια τρύπα της γης μένω για την ακρίβεια και για να μπω, ή να βγω έξω από αυτήν, σέρνοντας τον εαυτό μου το κάνω.

Και τώρα μάλιστα που κάνει ζέστη και οι πέτρες καίνε, ούτε και τα φίδια αντέχουν την κάψα τους, γι’ αυτό και μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο μικρό χώρο. Όπως πολύ καλά κατάλαβες λοιπόν, δεν έχω χώρο να σταθώ όρθιος, λες να έχω κρεμάστρα κάπου εκεί, ώστε να διατηρώ καθαρά ρούχα σ’ αυτήν κι όταν τα χρειάζομαι να τα φορώ, για να μην σκανταλίζω τους ανθρώπους;

Εσύ βέβαια, μόνον τα λερωμένα ράσα μου σχολίασες πριν από λίγο μέσα σου κι ευτυχώς για σένα, μόνον με τον εαυτό σου το έκανες. Πρόσεχε όμως τους λογισμούς που κάνεις και μη σχολιάζεις κανένα, γιατί και καλό για σένα δεν είναι κι όποιος άλλος ακούσει να σχολιάζεις τους ανθρώπους, μάλλον θα ταλαιπωρηθεί πνευματικά χωρίς να το ξέρει.

Πρόσεχε λοιπόν μου είπε πάλι κι επιστρέφοντας στην δουλειά του, ούτε μια φορά γύρισε το κεφάλι του να δει τι μου προκάλεσε. Εγώ όμως τον κοιτούσα συνεχώς μέχρι να φτάσει στην θέση του κι όπως καταλαβαίνετε, άναυδος έμεινα ακούγοντας την τοποθέτησή του.

Και με το δίκιό μου έμεινα άναυδος, γιατί από εκεί που βρισκόταν αυτός, απείχα τουλάχιστον είκοσι και πλέον μέτρα και σίγουρα δεν έκανα τις σκέψεις μου μεγαλοφώνως, ελπίζοντας να τις ακούσει αυτός, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι που βρισκόταν στον ίδιο μεγάλο χώρο.

Όπως είπε κι ο μοναχός δηλαδή, μόνος μου μιλούσα και με το μυαλό μου έκανα τις σκέψεις που κι αυτός έπιασε χωρίς να με γνωρίζει. Με ξάφνιασε βέβαια με την παρέμβασή του, αλλά επειδή δεν ήταν και η πρώτη φορά που άκουγα παρόμοιες παρεμβάσεις, τόσο από τον γέροντά μας πατέρα Γεώργιο, όσο κι από τον πνευματικό μου βεβαίως, δεν έδειξα περισσότερο ενδιαφέρον για το χάρισμά του.

Ωστόσο όμως, θαύμαζα για τον τρόπο που ζούσε ο άγνωστος μοναχός και μου αποκάλυψε, οπότε, την προσωπική του ζωή μελετούσα διεξοδικά στην συνέχεια, μέχρι να φορτώσω και τα υπόλοιπα κιβώτια στο φορτηγάκι μου. Αυτήν μελετώντας όμως, πολλά και πάλι γύριζαν μέσα στο μυαλό μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

1 απάντηση στο Ο μοναχός από την Αγία Άννα 

  1. Ο/Η katerina λέει:

    Ωραια διηγηση και ωφελιμη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *