Το Κεκτημένο Των Σιδηροδρομικών

αρχείο λήψης  Περιμένοντας την ημέρα του γάμο μου λοιπόν, έβρισκα τον εαυτό μου προβληματισμένο όπως σας είπα, για το πώς θα αντιμετώπιζα στο εξής την έγγαμη πλέον ζωή μου. Και δεν τον έβλεπα μόνον εγώ έτσι και τόσο προβληματισμένο, αλλά και όλοι όσοι με γνώριζαν και με συναντούσαν καθημερινά στον χώρο της εργασίας μου.

 Έτσι βλέποντας με και κάποιος από τους πολλούς υπαλλήλους του σιδηροδρομικού σταθμού ένα από εκείνα τα πρωινά, με πλησίασε διακόπτοντας τους συλλογισμούς μου και ούτε λίγο ούτε πολύ, μου έλεγε εκείνη την γνωστή ρήση.

– Μη σκοτίζεσαι και πολύ. Τα μισά της χιλιάδας, είναι πεντακόσια.

 Τον άκουσα αλλά και σκεφτόμουν μονοπωλώντας. Κι αυτός υπάλληλος είναι και κάνει ότι μπορεί προκειμένου να δικαιολογήσει τον μισθό του, αλλά δεν έχει τον ίδιο προβληματισμό με μένα.

 Τον δέχτηκαν στην υπηρεσία τους αυτόν, ένεκα του γνωστού κεκτημένου δικαιώματος των σιδηροδρομικών, βάση του οποίου και αναγκάζεται η υπηρεσία τους να προσλαμβάνει τα παιδιά τους, έστω και αν αυτά δεν είναι σε θέση να κάνουν κάτι χρήσιμο.

  Τον συγκεκριμένο υπάλληλο τους, τον είχαν περάσει από πολλές θέσεις, αλλά σε καμία δεν στάθηκε. Όχι μόνον γιατί δεν ήξερε να κάνει κάτι έστω από κάποια δουλειά, αλλά και γιατί δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε χρήσιμο, όποιο κι αν ήταν αυτό, αν και ήταν συνομήλικος μου.

 Βαρέθηκαν οι προϊστάμενοι του να τον γυρίζουν από δω κι από κει εξαιτίας της ανικανότητας του, γι’ αυτό και του έδωσαν μια μέρα ένα δοχείο με εικοσιπέντε κιλά μπογιά, προκειμένου να βάψει με αυτήν την σιδερένια γέφυρα του Αξιού ποταμού.

 Αφού του έδειξαν στους χώρους του εργαστήριο τους, πως να βάφει τα σίδερα με το πινέλο και την μπογιά, τον πήγαν μετά στην συγκεκριμένη γέφυρα, όπου και τον άφησαν μόνο του εκεί ένα πρωινό να βάφει ανενόχλητος, με την υποχρέωση να τον παραλάβουν το απόγευμα και τότε που θα τελείωνε κι αυτός την βάρδια του.

  Πριν φύγουν από εκεί όμως, στάθηκαν για λίγο δίπλα του, θέλοντας να δουν αν μπορούσε να θυμηθεί το τι ακριβώς έπρεπε να κάνει με το πινέλο και την μπογιά που του έδωσαν.

 Βλέποντας τον να πιάνει το πινέλο και να το βουτά στην μπογιά όπως του το έδειξαν, ικανοποιήθηκαν από το αποτέλεσμα, γι’ αυτό κι όπως ήταν φυσικό αυτό, περίμεναν να δουν τι θα κάνει στην συνέχεια.

 Δεν τους άρεσε και πολύ το αποτέλεσμα, γι’ αυτό και του έδωσαν μερικές ακόμη συμβουλές, για το πώς έπρεπε να ανεβοκατεβάζει το πινέλο του πάνω στον μεταλλικό σκελετό της γέφυρας.

 Αφού κάτι πήγαινε να γίνει εκεί, θεώρησαν αυτοί ότι με την πράξη μάλλον θα στρώσει το χέρι του και ότι μέσω αυτής, μάλλον θα βάφει καλύτερα μετά από λίγη προσπάθεια, οπότε τον χαιρέτησαν και του υποσχέθηκαν ότι θα επιστρέψουν στην ώρα τους για την παραλαβή του.

  Όταν ήρθε λοιπόν η συγκεκριμένη ώρα, επέστρεψαν αυτοί το απόγευμα όπως ήταν στο πρόγραμμα κι όταν βρέθηκαν στην γέφυρα, έκπληκτοι έβλεπαν τον κουβά με την μπογιά να είναι άδειος. Να μην έχει βαφεί ούτε ένα μέτρο στην σιδερένια γέφυρα κι αυτόν τον εκ του κεκτημένου δικαιώματος προσλαμβανόμενο υπάλληλο, να βρίσκεται εκδρομή στον αχανή εσωτερικό του κόσμο.

 Ήταν δε τόσο πολύ απορροφημένος αυτός εκεί που βρισκόταν, που όχι μόνον δεν είδε τους προϊσταμένους του να έρχονται, αλλά ούτε και την υπηρεσιακή και χειροκίνητη άμαξα άκουσε να έρχεται με αρκετό θόρυβο κινούμενοι πάνω στις γραμμές.

 Τον πλησίασαν αυτοί και άφωνοι έβλεπαν εκείνον τον κατ’ ανάγκην πια συνάδελφο τους, να διασκεδάζει με τον δικό του τρόπο την υπηρεσία του. Και αυτό που έκανε, ήταν ανήκουστο. Βουτούσε το πινέλο του στο δοχείο με την μπογιά που είχε δίπλα του και όπως ήταν αυτό φορτωμένο με χρώμα, το έβγαζε έξω από τα όρια της γέφυρας και αμέσως μετά άφηνε την λαδομπογιά να τρέχει πάνω στα νερά του Αξιού.

 Έκανε κύκλους αυτή πέφτοντας μέσα στο νερό και όπως ήταν φυσικό αυτό, σχηματίζονταν εξαιτίας της μεγάλες κηλίδες, πράγμα που υποχρέωνε εκείνον τον δημόσιο υπάλληλο να χαίρεται, γι’ αυτό και όλη την ημέρα ζωγραφίζει κύκλους διαφόρων διαστάσεων θα λέγαμε, ανενόχλητος από κανενός είδους εργασιακής συνείδησης, αφού κανένας και τίποτε δεν τον υποχρέωνε να την διαθέτει.

 Απηύδησαν μαζί του οι προϊστάμενοι του, γι’ αυτό και τον πήραν από εκεί σηκωτό θα λέγαμε. Μη ξέροντας όμως που και με τι να τον απασχολήσουν στην συνέχεια, ώστε να δικαιολογείται κάπως κι ο μισθός που έπρεπε να του δίνουν, τον έστειλαν πακέτο μετά από λίγο καιρό σε ένα από τα μηχανουργεία του σταθμού, μήπως και έβρισκαν εκεί τρόπο να τον κάνουν κάπου χρήσιμο.

  Όπως φάνηκε όμως εκ του αποτελέσματος, ούτε κι εκεί μπορούσε να κάνει κάτι. Αφού έσπασε, ή έχασε πολλά από τα εργαλεία τους παίζοντας με αυτά, τον απαγόρευσαν να μπαίνει στο μηχανουργείο τους. Μην έχοντας τι να κάνει αυτός αφού πουθενά δεν τον δεχόταν, πήγε στο σπίτι του και ξάπλωνε μέχρι να βρουν οι προϊστάμενοι του, το που να τον εντάξουν.

 Η αλήθεια είναι, ότι όσο αυτός ξάπλωνε στο σπίτι του, όντως έψαχναν οι σιδηροδρομικοί ανάμεσα στις υπηρεσίες τους το που να τον εντάξουν αφού ο πατέρας του ήταν συνάδελφος τους και βάση αυτού, ήταν υποχρεωμένοι να του βρουν εργασία.

 Αφού κανείς όμως από όσους ρώτησαν δεν τον ήθελε κοντά του, τον έστειλαν και πάλι στο συνεργείο. Σκέφτηκαν την περίπτωση του εκεί κι όντως την ξανασκέφτηκαν κι αφού δεν μπορούσαν να γλιτώσουν από αυτόν, πήραν την απόφαση να τον κρατήσουν μεν, αλλά για να γλιτώσουν τα υπόλοιπα εργαλεία τους, αποφάσισαν να του δώσουν μια πιο εύκολη γι’ αυτόν απασχόληση και αυτή μάλιστα να είναι εξωτερική, ώστε να μην κινδυνεύουν από την αχρηστία του.

 Τι ήταν αυτό που έδωσαν να κάνει εξωτερικά του συνεργείου τους; Κατ’ αρχήν του έδειξαν ένα άδειο σιδερένιο βαρέλι. Μετά από αυτό, του είπαν τα υπόλοιπα με πολύ επισημότητα.

  – Αυτό το βαρέλι, θέλουμε να το πηγαίνεις κατρακυλώντας το από την μια άκρη του σταθμού στην άλλη κι αυτό θέλουμε να το κάνεις όσο μπορείς πιο αργά. Θα είναι δε καλύτερα για μας, αν το πηγαινοφέρνεις αυτό μέχρι που να τελειώσει η βάρδια σου.

  Άκουσε με προσοχή αυτός τις νέα οδηγίες και συνεπής όπως ήταν πάντα, έκανε ότι ακριβώς του είπαν οι προϊστάμενοι του. Πήγαινε κατρακυλώντας το άδειο βαρέλι από την μια πλευρά του σταθμού έως την άλλη κι αυτό το έκανε για ένα ολόκληρο και κανονικό οκτάωρο.

  Όπως το καταλαβαίνεται αυτό βέβαια, κατρακυλώντας εκείνο το άδειο βαρέλι  πάνω στον λιθόστρωτο δρόμο του σταθμού, έκανε πολύ μεγάλο και πολύ ενοχλητικό θόρυβο.

Όλους τους ενοχλούσε ο θόρυβος, αλλά όχι αυτόν. Έκανε ανενόχλητος τις διαδρομές που του υπέδειξαν να κάνει, έστω κι αν αυτές δεν ξεπερνούσαν τα εκατό μέτρα κι αυτό όπως καταλαβαίνεται, το θεωρούσε εργασία.

  Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που την έκανε με το ρολόι στα χέρια. Κανόνιζε έτσι τις κινήσεις του δηλαδή, ώστε η τελευταία διαδρομή, να είναι αυτή που θα του επέτρεπε να σχολάσει, έστω κι αν κανείς δεν ενδιαφερόταν για το δικό του οκτάωρο.

 Το πρωινό της ημέρας που σας αναφέρω όμως, τον είδε κάποιος να μιλάει μαζί μου κι ενοχλημένος όπως ήταν από τον θόρυβο που έκανε το άδειου του βαρέλι, του έλεγε με αγανάκτηση σχεδόν.

 – Καλά ρε σύ. Δεν σε ενοχλεί να κυλάς αυτό το άδειο βαρέλι πάνω στο λιθόστρωτο, πηγαίνοντας το πέρα δώθε στον σταθμό; Είναι δουλειά αυτή για έναν νέο άνθρωπο σαν και σένα; Πως καταδέχεσαι ρε συ να κάνεις κάτι τέτοιο;

 Γιατί δεν τους λες να σου δώσουν να κάνεις μια κανονική δουλειά και αυτήν σαν νέος που είσαι να την κάνεις με αξιοπρέπεια, παρά δέχεσαι να σπρώχνεις αυτό το άδειο βαρέλι και να εξευτελίζεις με αυτόν τον χαζό τρόπο τον εαυτό σου;

 – Τους το ζήτησα απαντούσε αυτός, αλλά δεν έχουν να μου δώσουν κάτι που να μου ταιριάζει κι επειδή δεν βρίσκουν που αλλού να με απασχολήσουν ως εργαζόμενο, κάνω κι εγώ αυτό που μου έδωσαν κι έτσι δικαιολογώ τον μισθό μου.

 Αυτά απαντούσε αυτός στον άνθρωπο που του έθετε τα ερωτήματα, ενώ εγώ σκεφτόμουν τα δικά μου προβλήματα και σημασία δεν έδινα στα δικά του λεγόμενα. Άλλωστε, από το καλοκαίρι αυτός έσπρωχνε το άδειο βαρέλι πάνω στο λιθόστρωτο και δεν ήρθε στον σταθμό εκείνη την ώρα.

 Είχα να αντιμετωπίσω τα δικά μου προβλήματα λοιπόν εγώ κι όπως ήταν λογικό αυτό για μένα, προσπαθούσα να βρω τρόπο, για το πώς θα εντασσόμουν ομαλά μετά από λίγες μέρες στην έγγαμη πλέον ζωή μου, αλλά και πως θα την αντιμετώπιζα αυτήν οικονομικά, με όσα στο εξής θα της διέθετα κι αυτά περίπου έλεγα στον εαυτό μου εκείνη την ώρα.

 Με ότι έχεις θα πορευτείς και με αυτά που διαθέτης θα συνεχίσεις να ζεις, αλλά κι όπως είσαι θα αντιμετωπίσεις την ζωή σου. Γι’ αυτό λοιπόν κοίτα μπροστά σου και προχώρα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *