5ο Μέρος και το ενδιαφέρον του Γιώργου

Αυτά λοιπόν έλεγα την ημέρα της πρωτοχρονιάς στα εγγόνια μας παρουσία και του γείτονά μας Γιώργου, ο οποίος και ζήτησε πριν μας χαιρετήσει φεύγοντας λόγω υποχρεώσεων, να ακούσει και την συνέχεια της ιστορίας που του κίνησε το ενδιαφέρον.

 

Θέλω να την ακούσω είπε, αλλά όταν κι εφόσον καταφέρω να βρω χρόνο εύκαιρο στην διάθεσή μου. Θα σε περιμένουμε του είπα κι εγώ ξεπροβοδώντας τον κι όπως του προέκυψε στο τέλος της εβδομάδας, την παραμονή των φώτων πάλι τον είδαμε να μας επισκέπτεται, για έναν καφέ μόνον όπως μας δήλωσε.

Δεν ήρθα να σας πω τα κάλαντα πρόσθεσε, αλλά να ακούσω τί άλλο θα μας πεις κύριε Μιχάλη, μετά από εκείνα που άκουσα προ ήμερών να λες τα εγγόνια σου, έστω και χωρίς την δική τους παρουσία σήμερα.

Δεν έχω αντίρρηση του είπα, αν και θα με υποχρεώσεις να τα επαναλάβω και στα παιδιά αύριο αυτά που θα σου πω, γιατί πάλι τους έχουμε καλεσμένους. Το θέμα είναι πολύ μεγάλο όμως κι αν το αναπτύξουμε όλο, δεν θα μας φτάσουν οι ώρες που μπορούμε να διαθέσουμε γι’ αυτόν τον σκοπό.

Μάλλον θα χρειαστεί να τα λέμε διαδοχικά για να καλύψουμε το όλο θέμα κι αν εσύ έχεις να κάνεις ερωτήσεις ενδιάμεσα όπως φαντάζομαι, φροντιστήριο βλέπω να οργανώνουμε οι δυό μας και αυτό όπως με βλέπεις και σε βλέπω, σίγουρα θα πάρει πολύ χρόνο.

Αλήθεια είναι ότι πράγματι έχω να σου κάνω και μάλιστα πολλές ερωτήσεις, είπε ο Γιώργος, αλλά ας ακούσω λίγα ακόμη και τα λέμε. Αν δεν σε πειράζει Γιώργο, του είπα κι εγώ, θα συνεχίσω να σου παραθέτω εικόνες, όπως και στοιχεία, ώστε να κάνεις όσες ερωτήσεις θέλεις, αλλά θα σου τα λέω έτσι που εγώ μπορώ να τα πω, αφού όπως ξέρεις δεν είμαι καθηγητής. Καλά τα λες είπε ο Γιώργος, οπότε, συνέχισα κι εγώ την ιστορία από το σημείο που την αφήσαμε στην μέση.

Όσο καλά λοιπόν κι αν ήταν τοποθετημένα τα πράγματα σ’ εκείνο το βασίλειο, Γιώργο, όσο σωστά κι αν ήταν διατυπωμένα αυτά που τους έλεγε πολύ συχνά ο Βασιλιάς και πατέρας τους για την ασφάλειά τους, όσο κατανοητά κι αν τους φαινόταν τότε, τίποτε από αυτά δεν εφάρμοσαν οι άνθρωποι στην ζωή τους.

Τίποτε καλό δηλαδή δεν έκαναν με την απαιτούμενη ευθύνη και σοβαρότητα που όφειλαν να δείξουν, για την αξία και μόνον της ζωής τουλάχιστον, που από το πουθενά αυτοί ερχόμενοι ως άνθρωποι κλήθηκαν να διαιωνίσουν και μάλιστα για πάντα, όπως πολλές φορές άκουσαν να τους το λέει αυτό ο καλός Βασιλιάς τους.

Μετά από όσα ζούσαν εκεί δηλαδή, αλλά και μετά από αυτά τα ωραία που έβλεπαν να τους χαρίζει από αγάπη και μόνον Αυτός όπως και μετά από αυτά που τους θύμιζε να προσέχουν, θα περίμενε κανείς να είναι όχι μόνον σοβαροί, αλλά και πολλοί προσεκτικοί.

Κι από λογικό φόβο μάλιστα, μη χάσουν από κάποια δική τους απροσεξία, αυτά που κανείς άλλος δεν θα είχε την δυνατότητα να τους προσφέρει, δεν θα έπρεπε ούτε και να αναπνέουν χωρίς την συμμετοχή του πατέρα τους στην αναπνοή τους.

Όπως εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε όμως, αλλά κι όπως θα ακούσεις να σου λέω παρακάτω, πράγματι αντιμετώπισαν την βασιλική τους ζωή με πολύ προχειρότητα. Από αδυναμία μάλλον να ελέγξουν με ειλικρίνεια τις σκέψεις το έκαναν, οι οποίες ήδη άρχισαν να τους περιτριγυρίζουν.

Ούτε κι ο πλανεμένος αξιωματικός βέβαια συνετίστηκε ποτέ, αφού έπεσε κι αυτός με τα μούτρα θα λέγαμε στην δουλειά κι αυτός όπως άκουσες να λέω, μόνον μια δουλειά είχε στο νου του να επιτελέσει.

Το πως να απομακρύνει τους ανθρώπους από τον Βασιλιά και πατέρα τους δηλαδή, πως να καταστρέψει αυτά που Αυτός τους χάρισε και πως να διαλύσει το βασίλειό Του το συντομότερο δυνατόν, από βεβαιωμένο μίσος και μόνον κατά των ανθρώπων.

Πως να καταστήσει με λίγα λόγια τους ανθρώπους μόνους και απροστάτευτους και πλανεμένους από τον ίδιο στην διάθεσή του, αλλά και πως να τους γεμίσει με πολύ εγωισμό στην συνέχεια, ώστε μέσω αυτού να τους κάνει δούλους του, ολοκληρώνοντας έτσι και τον δικό του μίζερο και κακοπροαίρετο σκοπό.

Εντελώς απρόσεκτοι λοιπόν και αρκετά βυθισμένοι στα ψέματα που ευχαρίστως δέχθηκαν να ακούν από τον εχθρό που δεν αναγνώρισαν ως τέτοιον, αλλά και στον εγωισμό εθισμένοι από τον ίδιο, υποχρεώθηκαν θα λέγαμε να χάσουν από αμέλεια την Βασιλική τους ζωή.

Κι αυτό που έπαθαν οι άνθρωποι, ήταν να ζουν στο εξής ως έρμαια στις χαιρέκακες επιταγές του εχθρού τους, ομοιοπαθείς κι αυτοί με τον πλανεμένο όπως κατάντησαν, από την ίδια και ανίατη ασθένεια του εγωισμού πληγέντες.

Με την βοήθεια του εγωισμού δηλαδή νικήθηκαν οι μέχρι τότε αθώοι άνθρωποι, γιατί ο πανούργος εχθρός τους δεν κοιμόταν. Οι άνθρωποι κοιμόταν πρέπει να τονίσουμε, αφού δεν είχαν τον νου τους στο πώς να προστατευθούν από τον κίνδυνο που τους απειλούσε, αν κι ο καλός πατέρα τους, συχνά πυκνά τους έλεγε ότι έπρεπε να προσέχουν.

Μια φροντίδα μόνον τους άφησε Αυτός τότε να απασχολεί τον εαυτό τους, το πως δηλαδή θα προστάτευαν τον νου τους από τις σκέψεις που θα ενοχλούσαν τα μυαλά τους. Κι αυτοί τί έκαναν; Αντί να υπακούσουν στις οδηγίες Του, αγνόησαν και τον Ίδιο και τον κίνδυνο που διέτρεχαν, παρασυρόμενοι από πολύ καλά επιλεγμένες φαντασίες που δέχθηκαν να ακολουθήσουν.

Για την φροντίδα που τους άφησε, όπως και για τον κίνδυνο που ήξερε ο καλός πατέρας ότι θα αντιμετωπίσουν τα παιδιά Του, ποτέ δεν σταμάτησε να τους μιλάει. Τους πίεζε θα λέγαμε για να μη ξεχάσουν την υποχρέωσή τους κι από κάποια δική τους αμέλεια, βρεθούν εγκλωβισμένοι σε εχθρικά χέρια.

Όλα τα υπόλοιπα που ασφαλώς χρειαζόταν κι αφορούσαν την διατήρησή τους στην ζωή, ήταν στην διάθεσή τους από τον καλό Βασιλιά παρεχόμενα, οπότε, δε υπήρχε και λόγος να κάνουν κάτι οι άνθρωποι.

Ο πανούργος εχθρός τους τα ήξερε όλα αυτά βέβαια και για να τα χαλάσει, καθόλου δεν αστειευόταν όπως αποδείχτηκε. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που μελετούσε με πολύ προσοχή, τι και πως ακριβώς έπρεπε να κάνει για να τους ξεγελάσει εύκολα, όπως και με ποιο τρόπο και με ποια τεχνική να τους στείλει πρώτα με πολύ προσοχή, τα έξυπνα ψέματά του.

Μαζί με αυτά δε, μελέτησε πολύ καλά και το πως θα τους τα σέρβιρε, ώστε να τα καταπιούν αμάσητα και οικειοθελώς τα θύματά του και προπαντός, εντελώς ανεξέλεγκτα από τον Βασιλιά και πατέρα τους βέβαια.

Όπως ακούς Γιώργο, αυτές οι πολύ προσεγμένες κινήσεις του πονηρού ήταν που έφερε στους πρόχειρους ανθρώπους το κακό αποτέλεσμα. Όπως κι αυτές ήταν η αιτία, που τους υποχρέωσε να βλέπουν στο εξής το αμάσητο ψέμα, ως την πιο ισχυρή αλήθεια.

Αυτό κατάφερε δηλαδή ο παμπόνηρος. Να φαίνεται στους ανθρώπους ως βεβαιωμένη αλήθεια, το αμάσητο ψέμα που αυτός τους πρότεινε να ακολουθούν και να φαίνεται αυτή μάλιστα πιο αληθινή κι από αυτήν που ήδη γνώριζαν και μεγάλη υποχρέωση είχαν να προστατεύουν, για την δική τους και μόνον ασφάλεια.

Την αλήθεια δηλαδή, που ο πατέρας τους είχε την πρόνοια να ασφαλίσει στις καρδιές τους για να μην την ξεχάσουν ποτέ και μάλιστα από την αρχή της ύπαρξής τους στην ζωή, για να την επισκέπτονται εύκολα, αν και δεν ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να θυμούνται.

Το πρώτο που έπρεπε να θυμούνται Γιώργο, ήταν ότι Αυτός τους δημιούργησε. Ότι από αγάπη και μόνον προς αυτούς, τους επέτρεψε να ζουν στο βασίλειο που τους χάρισε. Ότι έπρεπε να προσέχουν τις σκέψεις τους για να μη πλανηθούν από αυτές που κάποιος επιτήδειος θα μπορούσε να τους φυτεύσει. Κι ότι δεν ζούσαν τυχαία στο βασίλειό τους.

Να μην ξεχάσουν δηλαδή έπρεπε, ότι δεν ζούσαν εκεί όπως τα ζώα, αφού αυτοί είχαν σοβαρό σκοπό να επιτελέσουν στην ζωή τους. Το να αποκτήσουν βασιλικές προδιαγραφές δηλαδή, για να δικαιολογηθεί μέσω αυτών και η νόμιμη συγκατοίκησή τους μετά, με τον Βασιλιά και πατέρα τους, στην άνω Βασιλεία Του.

Αυτή λοιπόν ήταν η αλήθεια που έπρεπε να θυμούνται κι από προχειρότητα οι άνθρωποι την ξέχασαν, ή αδιαφόρησαν να την χρησιμοποιήσουν ως ισχυρό όπλο κατά των επιθέσεων των λογισμών τους, των σκέψεών τους δηλαδή.

Κοιμήθηκαν λοιπόν όπως άκουσες και ξέχασαν αυτά που όφειλαν να κάνουν κι αφού τους βρήκε κοιμισμένους ο εχθρός τους, έτριβε τα χέρια του μετά, γιατί όχι μόνον εύκολα θα έκανε αυτός την δουλειά του, αλλά θα τον βοηθούσαν κιόλας οι άνθρωποι χωρίς καν να το καταλάβουν.

Με διέκοψε όμως ο Γιώργος σ’ αυτό το σημείο και καθώς του φάνηκε περίεργο που συνεχώς άκουγε να λέω, ο Βασιλιάς, ο πατέρας τους, οπότε, ευθέως μου έθεσε το πρώτο του ερώτημα. Αφού καταλαβαίνουμε κύριε Μιχάλη ότι για τον Θεό μιλάς, γιατί λοιπόν δεν αναφέρεις το όνομά Του και τον αποκαλείς συνεχώς Βασιλιά, ή πατέρα;

Μου διευρύνεις το θέμα Γιώργο, αλλά και θα σου πω ότι δεν το κάνω εγώ, αφού παντού στις προσευχές που λέμε, έτσι αναφέρετε ο Θεός, για να μην ξεχάσουμε κι εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, αυτά που άκουσες να αναφέρω για τον καλό Βασιλιά και τον φιλόστοργο πατέρα μας.

Κι αυτό πάλι, εφόσον θέλουμε να τα θυμόμαστε κι εφόσον δεν θέλουμε να ζούμε για πολύ ακόμη βουτηγμένοι στο ψέμα, που συνεχίζει να μας προσφέρεται αδιακρίτως κι από παντού πλέον αμάσητο.

Κι εφόσον, πάλη θα πω, πάρουμε επιτέλους απόφαση να κάνουμε κι εμείς κάτι, ώστε να πάψουμε να τρώμε αμάσητα ψέματα με την θέλησή μας, όπως έκαναν οι προπάτορές μας.

Μόνον έτσι Γιώργο θα δηλώσουμε, ότι δεν θέλουμε πλέον να ζούμε εντελώς πρόχειροι και αδιάφοροι ως πολίτες αυτής της βασιλείας, αφού εντός αυτής και μέσω αυτής μόνον θα μάθουμε, πως να ευχαριστούμε πρώτα και πως να δοξάζουμε μετά τον καλό Βασιλιά και φιλόστοργο πατέρας μας, για όσα Αυτός μας χαρίζει, αλλά και για να μην κριθούμε από τον ίδιο κάποια στιγμή, ως αχάριστοι και αγνώμονες άνθρωποι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *