Όπως σας το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, ήμουν αρραβωνιασμένος εκείνο το χρονικό διάστημα κι εξαιτίας αυτού, μερικά από τα απογεύματα της εβδομάδας, τα περνούσα παρέα με την αρραβωνιαστικιά μου στο σπίτι της κι όπως ήταν φυσικό αυτό, έκανα το ίδιο και τις πρώτες μέρες της επιστράτευσης.
Κάνοντας καλή παρέα με τον πεθερό μου εκεί, το ρίχναμε μεν στις μπίρες μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, αλλά και περιμέναμε να μάθουμε νεότερα από την τηλεόραση για το αποτέλεσμα της μετακίνησης των συμπολιτών μας προς τους στρατιωτικούς τους προορισμούς, αλλά και το αποτέλεσμα της επιστράτευσης περιμέναμε να πληροφορηθούμε.
Συνοδεύοντας λοιπόν την αρραβωνιαστικιά μου ένα από εκείνα τα απογεύματα, καταλήξαμε όπως είπα από συνήθεια στο σπίτι της. Πριν μπούμε μέσα όμως, συναντήσαμε στον δρόμο της γειτονιάς τους έναν από τους γειτόνους τους, με τον οποίο είχαμε πολύ καλή σχέση και συχνά τα πίναμε μαζί, αλλά και παρέα με τον πεθερό μου.
Ήταν πολύ βιαστικός όπως τον έβλεπα και λόγω του θάρρους που είχα μαζί του, του ζήτησα να μου πει τον λόγο της βιασύνης του, αλλά και να του συμπαρασταθώ προθυμοποιήθηκα αν υπήρχε ανάγκη.
– Ευχαριστώ μου είπε αυτός, αλλά τίποτε δεν μπορείς να κάνεις για μένα. Είμαι βιαστικός όπως βλέπεις, γιατί αναχωρώ για τον Έβρο αυτήν την στιγμή.
– Τι θα πας να κάνεις εκεί; Από όσα ξέρω εγώ για την δουλειά σου, αυτή ποτέ δεν σε υποχρέωσε να κάνεις μια τέτοια κίνηση.
– Δεν πάω για δουλειά στον Έβρο, στην επιστράτευση με κάλεσαν.
– Μα η επιστράτευση έγινε πριν από τρεις μέρες κι από ότι θυμάμαι, μου είπες ότι δεν είχες πράσινο απολυτήριο. Πως τώρα σου προέκυψε αυτή και μάλιστα μετά από τρεις μέρες;
– Πριν από μια ώρα μου έφεραν προσωπική κλήση επιστράτευσης στο σπίτι μου κι αυτή μάλιστα με υποχρεώνει ώστε να παρουσιαστώ αμέσως εκεί. Δεν είδες το στρατιωτικό τζιπ που ήταν σταματημένο έξω από την πόρτα μας;
Αυτά μου έλεγε αυτός εξηγώντας τους λόγους της δικής του βιασύνης και βλέποντας την δική μου απορία να είναι ακόμη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου, συμπλήρωσε κάτι ακόμη ως περεταίρω εξήγηση.
– Η ειδικότητα μου είναι αυτή που κάνει την παρουσία μου άκρως απαραίτητη στην επιστράτευση κι αυτός είναι ο λόγος που μου έφεραν προσωπική κλήση σήμερα και μάλιστα με τον τρόπο που σου ανάφερα. Προκειμένου να πάω γρήγορα όμως τώρα στον σταθμό, κάλεσα ΤΑΧΙ να με μεταφέρει εκεί.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον λόγο του αυτός κι όντως έκανε βιαστικά την εμφάνιση του και το ΤΑΧΙ, ο οδηγός του οποίου κρατούσε την πόρτα του ανοιχτή περιμένοντας τον.
Στεναχωρήθηκα όπως καταλαβαίνετε σκεπτόμενος αυτά που είχε να αντιμετωπίσει ο γείτονας μας, για τι αν και ήταν κατά δύο χρόνια μόνον μεγαλύτερος από μένα και παντρεμένος ήταν και ένα ανήλικο παιδί είχε να μεγαλώσει και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο δεύτερο.
Και ήταν διπλή μάλιστα η στεναχώρια μου βλέποντας τον τόσο λυπημένο, γιατί όπως κι αν είχε το πράγμα, σκεφτόταν προφανώς την δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει η οικογένεια του σε κάθε περίπτωση, αφού αυτός δεν θα μπορούσε να τους συμπαρασταθεί από εκεί που θα βρισκόταν.
Μπορεί πάλι να σκεπτόταν και το ενδεχόμενο να μην επιστρέψει ποτέ στο σπίτι του παίρνοντας μέρος σ’ εκείνη την επιστράτευση, για την οποία όντως και δεν ξέραμε ακόμη το πού θα μας οδηγούσε.
Αντί γι’ αυτόν πάντως, θα ήταν καλύτερα και πιο ανώδυνο για όλους μας το να πήγαινα εγώ στην θέση του, αφού μόνον αρραβωνιασμένος ήμουν τότε κι ως εκ τούτου, δεν είχα πολλές υποχρεώσεις.
Μήπως όμως ήμουν εγώ αυτός που οργάνωσα εκείνη την επιστράτευση; Ή μήπως ήμουν εγώ αυτός που μοίραζε τις ειδικότητες του στρατού; Όπως και σας το ανάφερα αυτό πάντως, εγώ είχα την ειδικότητα του οδηγού στον στρατό κι όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος τότε, δεν χρειαζόταν οδηγούς αυτοί που οργάνωσαν εκείνη την επιστράτευση, γι’ αυτό και δεν με κάλεσαν να συμμετάσχω.
Αυτός όμως έτυχε να έχει μία ειδικότητα που τους ήταν πολύ χρήσιμη όπως μου έλεγε κι αυτός ήταν ο λόγος που τον κάλεσαν και μάλιστα με τον τρόπο που τον ακούσαμε να μας εξηγεί.
Το να είναι όμως θυμωμένος μαζί μου, έως ένα σημείο το καταλάβαινα, αλλά το να με απειλεί κιόλας, αυτό καθόλου δεν το δικαιολογούσα όσο κι αν ήθελα, γιατί αμέσως μετά μου επιτέθηκε.
– Εσύ όμως; Γιατί είσαι εδώ; Και γιατί δεν παρουσιάστηκες όπως θα έπρεπε;
– Όπως σου το είπα αυτό στην προ ημερών συνάντηση μας, έτυχε να έχω άσπρο απολυτήριο αυτό το διάστημα κι εξαιτίας αυτού, από κανέναν δεν υποχρεώθηκα όπως εσύ να πάρω μέρος στην επιστράτευση.
Ωστόσο όμως, πήγα και παρουσιάστηκα στο φρουραρχείο όπως έκαναν και χιλιάδες άλλοι σαν κι εμένα με άσπρα απολυτήρια, αλλά δεν μας δέχτηκαν. Μας είπαν όμως να περιμένω στα σπίτια μας, έως ότου καλέσουν κι εμάς αν χρειαστεί.
Μόλις άκουσε αυτός την απάντηση μου, θύμωσε μαζί μου χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο και θύμωσε τόσο πολύ, που κατά κάποιον τρόπο με απειλούσε φραστικά.
– Εγώ θα πάω στον Έβρο. Αλλά εσύ να ξέρεις ότι αυτό δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι. Όταν κι αν ποτέ επιστρέψω από εκεί πάντως, τότε θα τα πούμε. Ακούς; Τότε θα τα πούμε.
Θα τα πούμε μου έλεγε όταν μπήκε στο ΤΑΧΙ και το ίδιο συνέχισε να λέει κι όταν απομακρυνόταν με αυτό από την γειτονιά μας. Μου κουνούσε μάλιστα και το δάχτυλο του χεριού του απειλητικά, επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την ίδια φράση. Θα τα πούμε.
Ήταν αδικαιολόγητη βέβαια η αντίδραση του, αλλά εμένα με έκανε αυτή να αισθάνομαι ένοχος εκείνη την στιγμή, γιατί ενώ εγώ ήμουν αμέτοχος στο κάλεσμα της επιστράτευσης, αυτός με τόσες υποχρεώσεις προς την οικογένεια του, άφηνε την γυναίκα του και το παιδί του να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Δικαιολογούσα εν μέρει την δυσαρέσκεια του όπως είπα, αλλά και μήπως εγώ το κανόνισα έτσι, ώστε να μη με δέχονται στην επιστράτευση; Τον άφηνα αναπάντητο λοιπόν και τίποτε δεν του έλεγα για όσα αδίκως μου απηύθυνε. Η γυναίκα του όμως που ήταν εκεί και τον συνόδευε μέχρι να μπει στο ΤΑΧΙ, τον μάλωνε για την επιθετική του διάθεση.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έμεινα αρκετή ώρα εκεί έξω σκεπτόμενος την αντίδραση του και μην βγάζοντας κανένα συμπέρασμα από τις φορτισμένες έστω απειλές του, μπήκα προβληματισμένος στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς μου.
Ανάφερα και στον πεθερό μου όσα μου συνέβησαν εκείνη την ώρα στον δρόμο με τον γείτονα του, όπως και το ότι στεναχωρήθηκα με την αντίδραση του. Με άκουσε με προσοχή αυτός, αλλά και προσπάθησε να με καθησύχασε κάπως.
– Δεν καταλαβαίνεις τώρα; Στεναχωρήθηκε ο άνθρωπος βλέποντας εσένα εδώ, την στιγμή που αυτός έφευγε προς τα επικίνδυνα, αφήνοντας την οικογένειά του μόνη της.
Μην έχοντας λοιπόν με ποιόν να τα βάλει για όσα του προέκυψαν, τα έβαλε μαζί σου. Μη τον σκέφτεσαι όμως, γιατί δεν είσαι εσύ αυτός που αποφασίζει, ποιος θα πάει στην επιστράτευση και ποιος θα μείνει εδώ.
– Ναι. Καλά τα λες εσύ. Αυτός όμως με απειλούσε. Θα τα πούμε μου έλεγε όταν γυρίσω κι αυτό δεν το άκουσα καθόλου ευχάριστα.
– Μη του δίνεις σημασία βρε παιδί μου. Όπως ξέρεις, αυτός είναι και κομμάτι περίεργος και πολύ πιθανόν να τα είπε όλα αυτά γιατί φοβήθηκε μη τυχόν και χάσει την ζωή του.
Είπαμε τι είπαμε εκείνη την ημέρα με τον πεθερό μου για τον γείτονά του κι όντως με βοήθησε αυτός, ώστε πράγματι να ξεχάσω τόσο αυτόν, όσο και τις απειλές που μου εξαπέλυσε.
Πέρασε όμως ο καιρός και μαζί με αυτόν, έληξε κι εκείνη η τρίμηνη επιστράτευση, που τίποτε καλό δεν μας επέφερε. Λήγοντας όμως αυτή, επέστρεψε στο σπίτι του ασφαλής κι ο γείτονας μας ευτυχώς γι’ αυτόν, έστω κι αν ταλαιπωρήθηκε αρκετά διαβιώνοντας επικίνδυνα τρείς μήνες μέσα στους υγρούς βάλτους του Έβρου.
Τον καλωσόρισα βέβαια εγώ όταν τον συνάντησα, αλλά και θυμήθηκα να του ζητήσω εξηγήσεις για όσα περίεργα μου έλεγε κατά την αναχώρηση του και λόγος δεν υπήρχε.
Αντί κάποιας λογικής απάντησης όμως, μου έλεγε και πάλι κάτι που τότε μου φαινόταν εντελώς ακαταλαβίστικο.
– Κι εγώ ξέρω τώρα τι να κάνω και πως να προστατεύσω τον εαυτό μου αλλά και την οικογένεια μου. Έγινα κι εγώ μέλος τους όπως έκανες εσύ, γι’ αυτό και κανείς πια και τίποτε δεν θα μπορεί να με πειράξει από εδώ και πέρα.
Κι όπως μου το υποσχέθηκαν αυτό, ότι κι αν γίνει, ότι κι αν μας προκύψει, ένα ζεστό ψωμί θα έχω σίγουρα έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Αλλά και τι σου τα λέω αυτά; Εσύ δεν τα ξέρεις καλύτερα από μένα; Γι’ αυτό λοιπόν σου έλεγα τότε ότι θα τα πούμε. Τώρα είμαι κι εγώ όπως κι εσύ ασφαλής και μη συνεχίζεις να μου κάνεις τον ανήξερο.
Άδικα προσπαθούσα να του εξηγήσω, ότι τίποτε από όσα μου έλεγε δεν καταλάβαινα. Αυτός όμως, επέμενε.
– Καλά, καλά. Ξέρω ότι δεν πρέπει να τα λέμε αυτά στους άλλους, αλλά και τι νόημα έχει το να τα κρύβουμε από τους δικούς μας; Έτσι δεν είναι;
Αυτά μου έλεγε εκείνη τη στιγμή κι αφού εγώ όντως δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε με εκείνα τα υπονοούμενα, τον άφησα να νομίζει ότι τον δοκίμαζα, έτσι ώστε να μάθω αργότερα τουλάχιστον κάτι από αυτά που αυτός ήξερε και δεν μου έλεγε, μήπως και καταλάβω επιτέλους, για ποιο πράγμα μου μιλούσε.
Μετά από λίγο καιρό όμως, έφυγε αυτός από την γειτονιά τους κι έτσι τίποτε περισσότερο δεν κατάφερα να μάθω τότε, όσο κι αν έψαχνα να βρω τον λόγο, που τον έκανε να αισθάνεται ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα των όσων συμφώνησε με αυτούς που τον ενέταξαν στους κόλπους τους.
Από το ύφος του πάντως, αλλά και από τα συμφραζόμενα, μάλλον με ωθούσε στο να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να μπήκε, ή να εντάχθηκε σε κάποια οργάνωση και αυτή προφανώς θα πρέπει να του υποσχέθηκε όσα μου ξεστόμιζε, νομίζοντας ότι κι εγώ έπρεπε να τα γνωρίζω.
Τον συνάντησα τυχαία όμως μετά από αρκετό καιρό και τότε όντως κατάλαβα πολλά. Αυτά όμως, θα σας τα αναφέρω όταν έρθει η ώρα.