Η Άφιξη Του Ελβετού Διευθυντού Μας

thessaloniki  Όπως σας το είπα κι αυτό στα προηγούμενα, η πολυεθνική μας εταιρεία έδρευε σε μια πόλη της Ελβετίας, όπου και υπήρχαν τα κεντρικά της γραφεία, αυτά δηλαδή της παγκόσμιας διοίκησής της.

  Από αυτά τα γραφεία λοιπόν και για ευνόητους λόγους, δεχόμασταν συχνές επισκέψεις συναδέλφων στην πόλη μας, τις οποίες μας τις έκαναν αυτοί, για καθαρά επαγγελματικούς λόγους.

  Τα θέματα βέβαια που τους υποχρέωναν κατά κάποιον τρόπο να μας κάνουν αυτές τις επισκέψεις, ήταν αυστηρά υπηρεσιακά κι αφορούσαν την σωστή μεταξύ μας συνεργασία, κατά κύριο λόγο, αλλά και το πώς να εφαρμόσουμε εμείς πιστά, την οικονομική πολιτική που αυτοί όριζαν να επιβάλουμε στους πελάτες μας.

 Ήταν απαραίτητες αυτές οι από κοινού συσκέψεις, αφού μόνον μέσω αυτών ήταν δυνατόν να επιλύσουμε τα μεταξύ μας τεχνικά προβλήματα, όπως και το πώς να αποφύγουμε αυτά που μας προέκυπταν, πότε από δική μας και πότε από δική τους λανθασμένη εφαρμογή αποφάσεων.

 Το ενδιαφέρον των συναδέλφων μας βέβαια δεν περιοριζόταν μόνον στα παραπάνω, δεδομένου ότι τους απασχολούσε και το πώς θα μπορούσαμε να επεκταθούμε περισσότερο στην δική μας αγορά ως εταιρεία μεταφορών, αποκτώντας περισσότερους πελάτες και κατ’ επέκτασιν, μεγαλύτερη εισροή εισοδήματος για όλους μας.

 Βάσει αυτού του ενδιαφέροντος λοιπόν, ενθουσιάστηκαν αυτοί με όσα τους ανέφερα τελευταία, γύρο από εκείνες τις επενδύσεις που έμελλε να γίνουν στην περιοχή μας, όπως καθημερινά μας το τόνιζαν αυτό τότε οι κυβερνόντες, με όλα τα μέσα ενημέρωσης.

 Αυτός άλλωστε ήταν κι λόγος, που με πολύ καλή διάθεση επαναλάμβαναν αυτοί τις επισκέψεις τους, επιθυμώντας να συμμετάσχουν με όλες τους τις δυνάμεις στην διαδικασία της ευμενούς γι’ εμάς εξέλιξης, αν καταφέρναμε τελικά να πάρουμε μέρος, στις μεταφορές που θα μεσολαβούσαν.

 Και δεν μας επισκεπτόταν μόνον οι μικροί σαν κι εμένα συνάδελφοί μας για τους παραπάνω λόγους, αλλά και οι υψηλόβαθμοι εξ’ αυτών, όπως ήταν οι διευθυντές των επί μέρους τμημάτων, οι οποίοι δεν ήταν καθόλου λίγοι, δεδομένου ότι και τα επί μέρους τμήματα ήταν επίσης πολλά.

 Λόγω θέσεως λοιπόν κι εγώ, ως υπεύθυνος των πωλήσεών τους, είχα με όλους αυτούς επαφή και πολύ κοντινή μάλιστα κι ως εκ τούτου, ήμουν κι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους πελάτες μας και στους συναδέλφους μου, είτε χαμηλόβαθμοι ήταν αυτοί, είτε υψηλόβαθμοι.

 Προκειμένου να ελκύσουμε λοιπόν κι από κοινού μάλιστα νέους πελάτες, αλλά και να κρατήσουμε στους κόλπους μας τους ήδη υπάρχοντας, υποχρεωνόμουν ως συνδετικός κρίκος, να κοντράρομαι με όλους αυτούς, δεδομένου ότι απέβλεπαν περισσότερο, στο το πώς θα παρουσίαζαν στα ταμεία της εταιρείας μας, περισσότερα έσοδα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν.

 Αυτό που έκανα εν ολίγοις, δεν ήταν τίποτε άλλο, από το να προσπαθώ να συμβιβάσω την δίκαιη επιθυμία των συναδέλφων μου, με την επίσης δίκαιη επιθυμία των πελατών μας, να μην δώσουν περισσότερα σ’ εμάς, από αυτά που θα έδιναν στον ανταγωνισμό μας για την ίδια δουλειά, όσο καλλύτερα κι αν εμείς τους την προσφέραμε.

 Και για να πετύχω έναν κοινά αποδεκτό οικονομικό συμβιβασμό για όλους μας, σε τίποτε δεν το είχα να ενοχλήσω γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμη και τον δεύτερο τη τάξη γενικό μας διευθυντή της Ελβετίας, ζητώντας τον να παρέμβει αυτός προσωπικά για όσα επεδίωκα.

 Όσο δίκαιο κι αν είχαν οι προϊστάμενοι των τμημάτων μας λοιπόν, δική μας ήταν και η υποχρέωση να παρουσιάσουμε ανεκτό και για τους πελάτες μας το μεταφορικό μας κόστος, δεδομένου ότι αυτό επηρέαζε πολύ καθοριστικά την διακίνηση των εμπορευμάτων τους.

 Όπως δική μας ήταν και η υποχρέωση να ξέρουμε τι λέμε και τι κάνουμε, πριν προκαλέσουμε σε όλους μας χοντρά προβλήματα κι αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο ζητούσα συνεχώς την προσεγμένη γνώμη κόστους των ειδικών της εταιρεία μας.

 Κι επειδή εκείνο το διάστημα έκανα επανειλημένες σχετικά συστάσεις στον συνάδελφο μου του σιδηροδρομικού τμήματος της Ελβετίας, μας επισκέφτηκε για τους παραπάνω λόγους ο προϊστάμενός του κι αυτός δεν ήταν άλλος, από τον δεύτερο τη τάξει Ελβετός διευθυντής μας.

 Εφόσον ασχολήθηκε κι αυτός με τα ερωτήματα που τους έκανα το προηγούμενο διάστημα, είχε κι αυτός το ενδιαφέρον του στραμένο στις δικές μου προσπάθειες, όπως και στην δική μου αγωνία, μη τυχόν και δώσουμε λανθασμένο κόστος μεταφοράς στους πελάτες μας, γι’ αυτό και ήρθε ό ίδιος να μας επισκεφτεί και δεν ήρθε μόνος του, αλλά συνοδευόμενος από τον γενικό, γενικό μας Ελβετό διευθυντή.

 Όπως ήταν επόμενο κι αυτό όμως, ήρθε να τους υποδεχτεί από την Αθήνα κι δικός μας γενικός διευθυντής, σκοπεύοντας να συσκεφτούμε όλοι μαζί, εξετάζοντας από την αρχή τα θέματα που αφορούσαν την μεταξύ μας συνεργασία, αλλά και να αντιμετωπίσουν από κοντά τις διαθέσεις των πελατών μας, για τις οποίες επίσης τους έλεγα πολλά.

 Κι επειδή εγώ ήμουν ο υπεύθυνος των πωλήσεών τους στην περιοχής μας, ζήτησαν μια ιδιαίτερη συνάντηση μαζί μου, προκειμένου να τους ενημερώσω για όλα τα θέματα που αφορούσαν το τμήμα μου, αλλά και τους πελάτες μας γενικότερα.

 Αφού ενημερώθηκαν λοιπόν αυτοί σχετικά, μου ζήτησαν στην συνέχεια να τους κλείσω μερικά ραντεβού, προκειμένου να μιλήσουν οι ίδιοι και προσωπικά μαζί τους για όσα τους αφορούσαν, γι’ αυτό και τους ετοίμασα μια λίστα επισκέψεων, την οποία έκανα κατά προτεραιότητα ενδιαφέροντος.

 Αμέσως μετά, πληροφόρησα έναν, έναν κι όλους τους πελάτες που επέλεξα να εντάξω στην λίστα μου, οι οποίο κι ευχαρίστως δέχτηκαν να μας επισκεφτούν και στα γραφεία μας ακόμη προκειμένου να θέσουν για πολλοστή φορά τα παράπονα τους και μάλιστα ενώπιον των γενικών μας διευθυντών.

 Και δεν έκανα λίγα γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού όπως μου το ζήτησαν, προγραμμάτισα συναντήσεις τριών ημερών, οπότε κι αρχίσαμε να τους υποδεχόμαστε, όπως και να τους επισκεπτόμαστε όλους κι έναν, έναν χωριστά.

 Ικανοποιώντας λοιπόν την επιθυμία τους, δόθηκε σ’ εμένα η ευκαιρία να τους παρουσιάσω όχι μόνον την δουλειά μου, αλλά και το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον που είχε για μας το μεταφορικό έργο των πελατών μας.

 Μαζί με αυτά βέβαια, βρήκα και την ευκαιρία να τους παρουσιάσω και τα πολλά παράπονα που είχαν αυτοί, από την οικονομική πολιτική που τους επιβάλαμε κι όχι μόνον, τα οποία πολύ καθαρά πια άκουσαν και με τα ίδια τους τα αυτιά τόσο οι Ελβετοί, όσο και οι δικοί μας διευθυντές, αυτά που από καιρό πριν δηλαδή τους τα μεταβίβαζα, αλλά κανείς τους δεν αντιδρούσε.

 Τα παράπονα των πελατών μας βέβαια, ήταν ίδια σχεδόν μεταξύ τους, όπως ίδιο ήταν και το αποτέλεσμα των αντιδράσεών τους, οι οποίοι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, μας έλεγαν το ίδιο καθαρά και ξάστερα.

 – Αν δεν προσαρμόσετε το κόστος μεταφοράς σας, στα επίπεδα που κι ο ανταγωνισμός σας κινείται σήμερα κι αν δεν απομακρύνετε την αλαζονεία που βλέπουμε πλέον να υπάρχει στην συμπεριφοράς σας, τότε θα λυπηθούμε πολύ, αλλά σίγουρα θα σας εγκαταλείψουμε.

 Τα άκουσαν όλα λοιπόν και τα άκουσαν πολύ καθαρά οι γενικοί μας διευθυντές, αλλά μόνον ο Ελβετός και δεύτερος τη τάξει γενικός, γενικός διευθυντής μας έλεγε κάτι σ’ εμένα απευθυνόμενος, στην τελική σύσκεψη  που κάναμε μόλις έληξε το τριήμερο.

  – Όλα ήταν έτσι κι όπως ακριβώς μας τα έλεγες. Σου υπόσχομαι όμως, ότι θα κάνω ότι μπορώ γι’ αυτό το θέμα, αν και δεν βλέπω να γίνεται τίποτε, δεδομένου ότι κι εμείς το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουμε με τους δικούς μας πελάτες.

 Κι εμένα λοιπόν με απασχολεί το ίδιο θέμα, αλλά οι άνωθεν οδηγίες είναι σαφέστατες. Πάρτε όσα μπορείτε περισσότερα, γιατί έχουμε πολλά έξοδα.

 Μην απογοητεύεσαι όμως, γιατί θα το δούμε ξανά αυτό το θέμα στην ετήσια συνέλευση που θα κάνουμε στην Ελβετία κι εκεί πιστεύω ότι κάτι μπορεί να γίνει.

 Εσύ πάντως, ότι πρόβλημα κι αν αντιμετωπίζεις, έχεις το ελεύθερο να μου το αναφέρεις προφορικά, ή γραπτώς όπως κάνεις κι εγώ θα κάνω γι’ αυτά ότι μπορώ, ώστε να βοηθήσω την προσπάθειά σου, εκτιμώντας την πολύ καλή σχέση που είδα να έχεις με τους επιχειρηματίες της περιοχής σου.

 Είχα πολύ καλή σχέση μαζί του βέβαια, αλλά μια και μου δόθηκε η ευκαιρία τότε, του ζήτησα εκ του σύνεγγυς πλέον να ενδιαφερθεί και με προσοχή μάλιστα για τις δύο μεγάλες δουλειές που είχα στα σκαριά και περίμενα την ευμενή για μας εξέλιξη τους κι αυτά του έλεγα.

  – Με αυτήν την ευκαιρία, θέλω να δείτε προσωπικά κι αυτές τις δύο πολύ μεγάλες δουλειές που έχω στα χέρια μου, για τις οποίες και σας ενημέρωσα σχετικά. Αυτήν δηλαδή που αφορά την σιδηροδρομική μεταφορά μηχανημάτων από τα δίκτυα της Ελβετίας και της Γερμανίας, με προορισμό την δική μας Αλεξανδρούπολη, για την οποία τέσσερις φορές πήγα εγώ μέχρις εκεί κι ακόμη εξακολουθεί να βρίσκεται κολλημένη σε άσχετες με μας διαδικασίες.

 Ο λόγος που με κάνει να ζητώ την προσωπική σας και πάλι συμμετοχή στο πρόβλημα μου, είναι ότι δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την προσφορά του ανταγωνισμού μας, δεδομένου ότι αυτή παρουσιάζεται κατά πολύ πιο ευνοϊκή προς τον μελλοντικό μας πελάτη.

 Και τι λέω απλά ευνοϊκή, αφού η διαφορά που παρουσιάζεται ανάμεσα σ’ αυτήν και στην δική μας, ξεπερνά και το ενάμιση εκατομμυρίου σε δικές μας δραχμές.

 Εκτιμώντας ο συγκεκριμένος πελάτης την καλή μεταξύ μας σχέση, μέχρι και ανώτερο περιθώριο διαφοράς μου επέτρεψε να έχω από την προσφορά που θα του έδινε ο ανταγωνισμός μας, πολύ πριν ακόμη φτάσει αυτός να του την παρουσιάσει, το ύψος της οποίας από μόνος του ώρισε να δεχθεί, έως και τριακόσια χιλιάρικα σε δικές μας δραχμές.

 Αν η δική σου προσφορά είναι μέχρι και τριακόσια χιλιάρικα ακριβότερη από αυτήν του ανταγωνισμού σας μου είπε προ καιρού, τότε θα δώσω σε σένα την μεταφορά.

Αν όμως η διαφορά μας είναι υψηλότερη από τα τριακόσια χιλιάρικα, τότε θα την δώσω στον ανταγωνισμό σας. Γι’ αυτό λοιπόν, πρόσεχε τι θα μου πεις.

 Όπως αποδείχτηκε όμως πια κι αυτό, η διαφορά μας είναι τεράστια. Δείτε λοιπόν ξανά το θέμα, γιατί φοβάμαι μην κάνουμε κάποιο λάθος εμείς κι εξαιτίας αυτού χάσουμε την δουλειά.

 Αν κάνει ο ανταγωνισμός μας το λάθος στην εκτίμηση του κόστους μεταφοράς, βεβαίως και δεν μας ενδιαφέρει, αλλά να. Στεναχωριέμαι γιατί έστω κι έτσι, θα χάσουμε μια δουλειά από αθέμιτο υπολογισμό.

 Μαζί με αυτήν την δουλειά όμως, θέλω να ζητήσω την βοήθεια σας και για την δεύτερη. Αυτήν δηλαδή που από καιρό τώρα προετοιμάζω κι αφορά την μεταφορά μηχανημάτων από την Αμερική, για το εργοστάσιο εσωρούχων της Ξάνθης όπως σας είπα.

 Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά οι Αμερικανοί συνάδελφοι μας καθυστερούν πολύ να μου δώσουν το κόστος τους και αυτό με εμποδίζει να ετοιμάσω την προσφορά μας σύντομα, έτσι ώστε να την δώσω έγκαιρα στον πελάτη μας.

 Δεν πρόλαβα να του πω περισσότερα κι αμέσως αυτός ανταποκρίθηκε. Τώρα κιόλας θα το κάνω είπε και στρώθηκε στο προσωπικό μου γραφείο, από όπου κι άρχισε να επικοινωνεί με την βοήθεια και της γραμματέως μου, πότε με τα τέλεξ που είχαμε για βοηθούς τότε και πότε από τηλεφώνου για τα θέματα που του ανέφερα.

 Το κακό όμως ήταν, ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν πουθενά ευνοϊκά, για την προσφορά που αφορούσε την πολύ μεγάλη σιδηροδρομική μεταφορά μηχανημάτων προς την Αλεξανδρούπολη.

 Δεν είναι δυνατόν, του απαντούσε ο κοστολόγος του από την Ελβετία. Έχω αφαιρέσει κάθε είδους κέρδους από την προσφορά που θέλω να σας μεταβιβάσω προκειμένου να σας βοηθήσω, αλλά με τίποτε δεν μπορώ να πλησιάσω αυτήν του ανταγωνισμού.

 Απογοητευμένος ο δεύτερος τη τάξει Ελβετός διευθυντής μας από το προκύψαν αποτέλεσμα, έλεγε σ’ εμένα με απορία.

 – Από τα τέσσερα εκατομμύρια και εξακόσιες χιλιάδες σε δραχμές που σου είχαμε δώσει πριν από μία εβδομάδα στην προσφορά μας, για το σύνολο αυτής της μεταφοράς, δεν μπορώ να κόψω τώρα ούτε δραχμή παραπάνω από τα πενήντα χιλιάρικα που θεωρούσαμε ως ελάχιστη αμοιβή για την μεσολάβηση μας.

 Αυτό με κάνει να πιστεύω απόλυτα, ότι ο ανταγωνισμός έχει κάνει κάποιο χοντρό λάθος εις βάρος του κι αυτό μας βγάζει εκτός πραγματικότητας. Δυστυχώς, δεν μπορώ να παρακολουθήσω το σκεπτικό τους.

 Καλά θα κάνεις όμως, να ενημερώσεις τον πελάτη σου γι’ αυτόν τον κίνδυνο και ίσως, να σου δώσει την δουλειά που τόσο καιρό σε απασχολεί.

 Οι Αμερικάνοι πάντως, πήραν την αναφορά που τους έκανα για το άλλο θέμα κι αφού δεν μπορώ να έχω άμεση απάντηση σήμερα, αύριο το πρωί που θα ήμαστε εμείς στην Αθήνα, θα σου στείλω από εκεί τα νέα μου.

 Σε κάθε περίπτωση όμως, σου εύχομαι καλή επιτυχία στο έργο σου και όπως είπαμε, θα μιλάμε πιο συχνά μαζί από εδώ και πέρα.

  Έφυγαν λοιπόν για την Αθήνα οι Ελβετοί και μετά από δέκα μέρες όπως είχα στο πρόγραμμα μου, επισκέφτηκα για τελευταία φορά πια εκείνον τον μεγάλο τοπικό παράγοντα της Αλεξανδρούπολης, στην προσπάθεια μου να του διαμηνύσω, ότι σίγουρα κάνει λάθος η ανταγωνίστρια μας εταιρεία, προσφέροντας του ως έξοδα μεταφοράς για τα μηχανήματα του, την τιμή που εμείς ούτε να φανταστούμε δεν μπορούσαμε.

  Με άκουσε προσεκτικά μεν αυτός, αλλά και με το δίκαιο μου έλεγε στην συνέχεια τα επόμενα.

 – Εμένα δεν με ενδιαφέρει αν κάνουν λάθος αυτοί στους υπολογισμούς τους. Εκείνο που βλέπω όμως είναι, ότι μου έδωσαν μια προσφορά μεταφοράς της τάξης των τριών εκατομμυρίων και εκατό χιλιάδων δραχμών για το ίδιο έργο, που εσύ μου προσφέρεις τέσσερα πεντακόσια πενήντα. Αν ήσουν στην θέση μου τι θα έκανες; Θα παράβλεπες αυτήν την διαφορά, για να κάνεις αυτό που θέλεις, με αυτόν που συμπαθείς;

 – Όχι βέβαια. Αλλά θα είναι τίμιο από μέρους σου, το να τους δώσεις την διαφορά πίσω, όταν αυτοί θα ανακαλύψουν στο τέλος ότι έχουν κάνει λάθος;

 – Σε καμιά των περιπτώσεων. Ούτως ή άλλως, δεν τους γνωρίζω, αλλά κι αν έρθουν εδώ με αυτό τον σκοπό, σου εγγυώμαι ότι δεν θα δεχθώ καμιά οικονομική αλλαγή κι εφόσον θα έχω συμβόλαιο μαζί τους, θα απαιτήσω να τηρηθεί αυτό κατά γράμμα.

 – Είναι αλήθεια, ότι τους συναντώ πολύ συχνά αυτούς, στις μεταφορές που συμβαίνει να συνυπάρχουμε προσφέροντες το κόστος μας. Μονίμως όμως, τους βλέπω να κάνουν το ίδιο ακριβώς.

 Με την νοοτροπία του λανθάνοντος δηλαδή, ζητούν εκ των υστέρων την διαφορά που τους προκύπτει κι αυτό το κάνουν δικαστικά. Δεν ξέρω αν το κάνουν εσκεμμένα ή όχι, αλλά συνεχώς βρίσκονται στα δικαστήρια με τους πελάτες τους, διεκδικώντας εκ των υστέρων την διαφορά που τους προκύπτει από λανθασμένες εκτιμήσεις κόστους μεταφοράς κι αυτό εμένα πολύ μου κακοφαίνεται, γιατί χάνω άδικα τις δουλειές μέσα από τα χέρα μου.

 – Μη φοβάσαι κι εγώ δεν μασάω από κάτι τέτοια. Αν τους δω να έρχονται εδώ με αυτό το σκεπτικό, θα σου το πω κι αν μου ζητήσουν την διαφορά εκ των υστέρων όπως μου λες, τότε δεν θα τους την δώσω, μακάρι να μου κάνουν αυτοί εκατό δικαστήρια.

 Όπως καταλαβαίνεις όμως κι εσύ τώρα, είμαι υποχρεωμένος πια να τους δώσω την μεταφορά, λόγω της τεράστιας οικονομικής διαφοράς που μου προκύπτει σε σχέση με την δική σου, έστω κι αν πραγματικά δεν θέλω να το κάνω.

 Όσο για σένα είπε, ενώ μου έδινε το χέρι του, χάρηκα πολύ που σε γνώρισα. Κι αφού δεν είχαμε να πούμε τίποτε περισσότερα για την δουλειά που έχασα μέσα από τα χέρια μου, χαιρετηθήκαμε και δεν χρειάστηκε να του κάνω περεταίρω επισκέψεις.

 Μετά από λίγο καιρό όμως, όντως μου τηλεφώνησε αυτός κι αυτά μου έλεγε ως εξέλιξη για όσα μου προέκυψαν τότε κι αφορούσαν την συμπεριφορά της ανταγωνίστριας εταιρείας, η οποία ανέλαβε τελικά την μεταφορά των μηχανημάτων του.

 – Όπως μου το είπες, έτσι κι έγινε. Πράγματι λοιπόν ήρθαν αυτοί εδώ και μου είπαν ότι έκαναν λάθος στην προσφορά που μου έδωσαν κι ότι εξαιτίας αυτού, μου ζητούν ούτε λίγο ούτε πολύ, να τους δώσω άλλα δύο εκατομμύρια, ως αποζημίωση του λάθους τους.

 Αφού τους άκουσα πρώτα, τους είπα πολύ καθαρά μετά, αυτό που βλέπουμε να αναφέρετε σε όλα τα δημόσια ταμεία.

 Μετά την απομάκρυνση σας από το ταμείο μας, κανένα λάθος δεν μπορώ να σας αναγνωρίσω.

 Μου είπαν βέβαια ότι θα κινηθούν δικαστικά εναντίον μου, αλλά ευθέως τους το απάντησα κι αυτό. Αυτό, πολύ θα ήθελα να το δω.

 Έχασα λοιπόν την δουλειά της Αλεξανδρούπολης, αλλά με την συμμετοχή και το προσωπικό ενδιαφέρον του Ελβετού γενικού, που ήταν κι ο πιο έμπειρος συνάδελφος μας, από όσους διέθετε τότε η εταιρεία μας παγκοσμίως, κατάφερα να έχω τελικά στα χέρια μου εκείνη την προσφορά, που για μήνες περίμενα να μου έρθει από την Αμερική.

 Αφότου την πήρα όμως και μετά, αμέσως ετοίμασα κι αυτήν που εγώ έπρεπε να δώσω στον επιχειρηματία της Ξάνθης, αυτόν δηλαδή που άφησε την Αθήνα και μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του έμενε πλέον εκεί και στο εργοστάσιό του, έτσι ώστε να παρακολουθεί από κοντά την εξέλιξή του.

  Είναι αλήθεια όμως ότι πήγα πολλές φορές στην Ξάνθη προκειμένου να τον συναντήσω, όπως ήταν και πολλές οι προσπάθειες που από κοινού κάναμε μέχρι να καταλήξουμε οικονομικά εκεί που και γι’ αυτόν θα ήταν ανεκτά, ώστε ευχαριστημένος να μου δώσει την δουλειά, την οποία όντως και μου εμπιστεύτηκε τελικά, τον Μάρτιο πια της χρονιάς που διανύαμε. Το 1977 δηλαδή.

 Αφού λοιπόν συμφωνήσαμε στο ποιό θα ήταν το συνολικό κόστος που έπρεπε να επιβαρυνθεί η μεταφορά των μηχανημάτων του, αρχίσαμε να του τα φέρνουμε από εκείνη την μακρινή περιοχή και μάλιστα με πολύ προσοχή, δεδομένου ότι αυτά ήταν πολύ ευαίσθητα, αλλά και πολύ ακριβά ως προς την αξία τους.

 Αγωνιούσα μέχρι να ολοκληρωθεί η μεταφορά τους, αλλά από την στιγμή που του παραδώσαμε και το τελευταίο από αυτά, ήμουν πλέον πολύ χαρούμενος, αφού μπόρεσα να φέρω σε πέρας εκείνο το τόσο δύσκολο για τα δικά μας δεδομένα μεταφορικό έργο.

 Και πως να μην ήμουν χαρούμενος άλλωστε, αφού συμμετέχοντας σε όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισα μέχρι να ολοκληρωθεί η μεταφορά τους, απέκτησα τέτοιες εμπειρίες και γνώσεις, που πολύ μου χρειάστηκαν αργότερα.

 Μετά κι από αυτό το πολύ δύσκολο αποτέλεσμα όμως, ήταν επόμενο πλέον ότι θα αντιμετώπιζα πολύ πιο ψύχραιμα ότι κι αν μου παρουσιαζόταν στην ζωή, όσο δύσκολο κι αν ήταν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *