Αναφερόμενος στο αίτημα της μεγάλης μονοπωλιακής βιομηχανίας, να με εντάξει στον κατάλογο των δικών της εργαζομένων, θα έλεγα ότι θα δεχόμουν το αίτημά τους, αν είχα να αντιμετωπίσω μια μικρή οικονομική διαφορά κι όντως θα έκανα την αλλαγή χώρου εργασίας έτσι όπως ήμουν απογοητευμένος από την εταιρεία που ήδη εργαζόμουν.
Δεν συμφωνούσα βέβαια με την τεμπελιά που θα μου προέκειπτε εκεί και δεν ξέρω τι θα έκανα, αν αναγκαζόμουν τελικά να προσαρμοστώ στα δικά τους δεδομένα. Την οικονομική διαφορά που μου προέκυπτε όμως, δεν ήταν δυνατόν να την παραβλέψω, αφού όπως σας το ανάφερα, θα έπρεπε να αρκεστώ στο ένα τρίτο περίπου του μισθού που ήδη είχα. Αυτός λοιπόν ήταν κι ο βασικός λόγος, για τον οποίο τους ευχαρίστησα μεν, αλλά και δεν θέλησα να πάρω την θέση που μου έταζαν, όσο κι αν έφτανα ποτέ στο σημείο να κατηγορώ τον εαυτό μου γι’ αυτήν την άρνηση.
Μπήκαμε στο νέο έτος όμως το 1982 δηλαδή κι αυτό μας παρουσιάστηκε στην ώρα του μεν, αλλά τα προβλήματα της εταιρίας μας δεν έμειναν πίσω μας. Μας ακολουθούσαν κατά πόδας όπως λέγεται και σαν την άδικη κατάρα. Λάθη επί λαθών λοιπόν, έκαναν όλους τους πελάτες μας να δυσανασχετούν με την οικονομική μας πολιτική ακόμη και για το παραμικρό, δεδομένου ότι τα δικά μας λάθη, είχαν σ’ αυτούς πρωτίστως επιπτώσεις.
Κι αφού δεν ήθελαν να ξέρουν οι διευθυντές μας, από που ακριβώς και γιατί είχαμε τέτοιου είδους διαρροές πελατών, έψαχναν να βρουν εκ των υστέρων, πώς θα άνοιγαν νέους δρόμους από τους οποίους φανταζόταν ότι θα τους προέκυπταν νέοι πελάτες, όπως και νέα έσοδα, τα οποία βέβαια από καιρό πριν χάθηκαν από τα ταμεία μας και μάλιστα ανεπιστρεπτί.
Είναι πολύ μεγάλο λάθος να φαντάζεται κανείς, ότι αυτό που σκέφτεται, είναι στην πραγματικότητα κι αυτό που πράγματι χρειάζεσαι, αλλά ποιο μεγάλο λάθος είναι, να επιβάλει κανείς τις φαντασίες σου στην δουλειά του, ελπίζοντας ότι αυτές θα του λύσουν τα προβλήματά του. Αυτό λοιπόν έγινε και σε μας τότε, όταν στις αρχές του νέου χρόνου, ανακάλυψε ο Γερμανός δεύτερος γενικός διευθυντής μας, ότι ανάμεσα μας είχαμε κι έναν απόφοιτο μιας τεχνικής Γερμανικής σχολής, με πτυχίο στις διεθνείς μεταφορές.
Δεν ξέρω τι σκέφτηκε αυτός, αλλά έκανε προϊστάμενο εκείνον τον νεαρό απόφοιτο της τεχνικής σχολής, στην θέση κάποιου εκ των συναδέλφων μου που παραιτήθηκε, ο οποίος και υψηλόβαθμο στέλεχος ήταν, αλλά και πολύ έμπειρος στο πόστο του ήταν. Αναγκάστηκε κι αυτός να μας εγκαταλείψει, εξαιτίας της άδικης πίεσης που επέβαλαν και σ’ αυτόν συνεχώς οι γενικοί μας διευθυντές, αφού δεν ήθελαν τις ζητούσαν από τον εαυτό τους.
Όταν μας εγκατέλειψε όμως αυτός, έγινε κατ’ ανάγκη ανταγωνιστή μας κι όχι μόνο τέτοιος έγινε, αφού φεύγοντας από την θέση του, πήρε μαζί του και το ογδόντα τις εκατό των καλυτέρων εκ των πελατών μας. Αυτοί βέβαια δυσαρεστημένοι ήταν μαζί μας, γι’ αυτό και τον ακολούθησαν, αλλά και συνέχισαν να δραστηριοποιούνται στις εξαγωγές με την δική του έμπειρη βοήθεια.
Αυτόν λοιπόν τον έμπειρο συνάδελφο μας, σκέφτηκαν οι διευθυντές μας να τον αναπληρώσουν, μ’ εκείνον τον άπειρο εικοσάχρονο, ο οποίος εκτός από τα Γερμανικά του, δεν είχε ούτε και την παραμικρή ιδέα από την δουλειά μας. Και δεν μας έφτανε αυτό, αλλά μαζί με την απειρία του αυτός, είχε κι ένα εμφανώς σωματικό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου ήταν και φορτωμένος από πολλά κόμπλεξ και ιδιοτροπίες.
Όταν λοιπόν τον έκαναν προϊστάμενο, πετούσε στην κυριολεξία όπως ήταν αναμενόμενο κι από άκρατο εγωισμό και αυταρχισμό κι αυτός, μας γέμισε μετά, εκτός από εξωτερικά κι εσωτερικά προβλήματα. Δεν ξέραμε βέβαια, τι φανταζόταν να καταφέρει μαζί του ο Γερμανός διευθυντής μας, όπως δεν ξέραμε και τι προφανώς φανταζόταν να κάνει κι εκείνος ο φορτωμένος με κουσούρια εγωπαθής εικοσάχρονος.
Υποστηριζόμενος όμως και στηριζόμενος στην θέση του, από τους δύο γενικούς διευθυντές μας για κάποιον όντως ανεξήγητο λόγο, ζωγράφιζε αυτός φαντασίες στην πλάτη των πελατών μας, αλλά και των συναδέλφων μας. Αυτός λοιπόν ήταν που ονειρεύτηκε να κάνει εκ του μηδενός, μια γραμμή από την Γαλλία προς στην Ελλάδα και αντίστροφα, όπως αυτήν που έχουν οι γραμμές των λεωφορείων δηλαδή και να μεταφέρει κάθε εβδομάδα από και προς την Γαλλία, τα εμπορεύματα των πελατών μας.
Φανταζόταν δηλαδή, ότι με την ίδια νταλίκα που θα έκανε εξαγωγή τα μπλουζάκια των πελατών μας για παράδειγμα στην Γαλλία, θα έφερνε από εκεί εμπορεύματα άλλων πελατών μας στην Ελλάδα. Κι εφόσον πίστεψε αυτός, όπως και οι δύο γενικοί διευθυντές μας, ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτός ο συνδυασμός κι ότι με αυτόν όντως θα ικανοποιούσαμε τις ανάγκες των πελατών μας, άρχισαν μετά να πιέζουν όλοι μαζί εμένα.
Αυτό που μου ζητούσαν να κάνω βέβαια, ήταν μέσα στα καθήκοντα μου και κανείς δεν χρειαζόταν να με πείσει προκειμένου να ενημερώσω τους πελάτες μας για κάποια παροχή μας. Ναι. Αλλά αυτό που έπρεπε να τους υποσχεθώ, ήταν ότι μπορούσαμε πλέων μα εισάγουμε προϊόντα από την Γαλλία και μάλιστα ανελλιπώς και κάθε εβδομάδα.
Αυτό όμως ήταν ένα ψέμα και μια χαζή εικασία ενός φαντασμένου. Πως λοιπόν μπορούσα να υποσχεθώ μια τέτοια ανοησία; Εμείς χάσαμε τους πελάτες μας από εκεί που μπορούσαμε στα σίγουρα να εξυπηρετήσουμε τις ανάγκες τους και με τις φαντασίες του άπειρου και με την αμέριστη συμπαράσταση των διευθυντών μας, θέλαμε να φέρουμε νέους πελάτες από εκεί που ούτε και στα πιο τρελά μας όνειρα δεν μπορούσαμε να υποσχεθούμε.
Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα όμως, σας αναφέρω ότι προϋπήρχε στον χώρο μας μια πολύ καλά οργανωμένη και δυνατά εγκατεστημένη εταιρεία, η οποία όντως κι έκανε τέτοιες αμφίδρομες μεταφορές, αλλά έκανε μόνον τέτοιες και μόνον από Γαλλία. Είχε την έδρα της στα σύνορα Γαλλίας κι Ελβετίας κι από εκεί, όντως μπορούσε να εξυπηρετεί τους πελάτες της. Εμείς όμως δεν είχαμε καμιά τέτοια υποδομή, ούτε εκεί, αλλά ούτε και στα ενδότερα στης Γαλλίας. Πως λοιπόν θα κάναμε κάτι παρόμοιο;
Εκτός αυτού, ούτε και οι Γάλλοι συνάδελφοι μας είχαν την δυνατότητα να υποστηρίξουν έμπρακτα μια τέτοια σκέψη, αφού αυτοί ιδικά, ποτέ δεν είχαν να μας στείλουν κάποια σοβαρή αποστολή από τις εγκαταστάσεις τους με έδρα το Παρίσι. Κι όποια μικροαποστολή τους παρουσιαζόταν κατά διαστήματα, αυτήν μας την έστελναν στην Ελλάδα μέσω Ελβετίας, για συντομότερη ανταπόκριση. Μπορούσαμε λοιπόν να ανταγωνιστούμε με τις φαντασίες μας εμείς, την καλά οργανωμένη εταιρεία, χωρείς να γίνουμε ρεζίλι;
Είχαμε βέβαια εξαγωγικό δυναμικό προς την Γαλλία, αλλά τα φορτηγά που έκαναν αυτές τις μεταφορές, τα στέλναμε πότε στην Ολλανδία και πότε στην Γερμανία, προκειμένου να φορτώσουν από εκεί κάτι για την επιστροφή τους, αλλά ποτέ από την Γαλλία, ελλείψει του αντίστοιχου για την Ελλάδα εισαγωγικού ενδιαφέροντος.
Το που θα έβρισκαν αυτοί να φέρουν εμπορεύματα ικανά να υποστούν τα έξοδα της επιστροφής ενός φορτηγού και μάλιστα κάθε εβδομάδα, αυτό δεν μπορούσε κανείς από τους σκεπτικιστές αυτής της εκδοχής να μου το απαντήσει, αλλά επέμεναν με να πιέζουν, ζητώντας να τους φέρω πελάτες.
Εφόσον με πίεζαν λοιπόν, έκανα κι εγώ του κόσμου τα τηλέφωνα στην αγορά, όπως και τις ανάλογες επισκέψεις μου βέβαια για τον ίδιο λόγο στις επιχειρήσεις που ήξερα ότι είχαν εμπορικές σχέσεις με τα εργοστάσια της Γαλλίας, στην προσπάθεια μου να τους μεταφέρω τις υποσχέσεις της εταιρείας μας.
Κανείς από αυτούς όμως δεν μπορούσε να το πιστέψει, όπως και κανείς από αυτούς δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την σιγουριά που είχε με την εταιρεία πού μέχρι τότε έκανε δυναμικά τις εισαγωγές τους. Ήξεραν τις δυνατότητες που είχαμε να εξυπηρετήσουμε τις ανάγκες τους από την Ιταλία, όπως κι από την Γερμανία και μάλιστα σε καθημερινή βάση, γι’ αυτό και μας εμπιστευόταν τις αποστολές τους μέχρι πρότινος.
Ήξεραν όμως και τις ανάλογες δυνατότητες που είχε η ανταγωνίστρια μας εταιρεία από την Γαλλία. Πώς λοιπόν να διακινδύνευαν μια σχέση μαζί μας, από εκεί που ποτέ δεν μπορούσαμε να τους εξυπηρετήσουμε κι όταν ακόμη ήμασταν πρώτοι στην αγορά;
Έκανα λοιπόν εγώ τις προσπάθειές μου, όπως έκανε και η εταιρεία μας τις δοκιμές της στηριζόμενη σε φαντασίες κι αφού μετά από τρεις μήνες άσκοπων και πολυέξοδων κενών διαδρομών με την ίδια νταλίκα, η οποία ανεβοκατέβαινε άδεια σχεδόν, αποφάσισαν να την σταματήσουν.
Σταμάτησαν μεν την νταλίκα και δεν την άφηναν να πηγαινοέρχεται άδεια αλλά δεν σταμάτησαν τις φαντασίες τους. Έστελναν μια νταλίκα πλέον όταν μπορούσαν, αλλά την κρατούσαν άδεια στο Παρίσι μέχρι να βρεθεί εμπόρευμα επιστροφής.
Παρόλο ότι κι αυτή η λύση είχε πολλά έξοδα, όπως και δεν είχε καμιά ικανή αποστολή να καλύψει τα έξοδα της, επέμεναν να την διατηρούν. Κι εφόσον εξακολουθούσαν να πιέζουν εμένα προκειμένου να διαδίδω στην αγορά τις ψεύτικες δυνατότητές μας, μας εμπιστεύτηκε επί τέλους μια πελάτισσά μας, η οποία και ζήτησε να της φέρουμε μια αποστολή της από την Γαλλία.
Αρχές Μαρτίου ήταν όταν αναλάβαμε την μεταφορά της και ήταν μικρή σε όγκο. Περιείχε όμως γυναικείο ρουχισμό εκείνη η αποστολή κι όπως μας το ζήτησε η πελάτισσά μας, έπρεπε να την παραδώσουμε εντός του Μαρτίου κι λόγος της ήταν δικαιολογημένος. Μπουτίκ διατηρούσε αυτή και είχε υποσχεθεί στις δικές της πελάτισσες, ότι τα φορέματα που της παρήγγειλε, θα ήταν στην διάθεση τους πολύ πριν πλησιάσουμε στο Πάσχα, αφού για την συγκεκριμένη ημέρα τα ήθελαν αυτές.
Κι επειδή η φαντασία μας απείχε πολύ από την πραγματικότητα, η συγκεκριμένη αποστολή έφτασε μεν από την Γαλλία ένα πρωινό, αλλά στις αρχές του Ιουνίου. Διαμαρτυρήθηκε πολλές φορές η γυναίκα είναι αλήθεια και το έκανε αυτό τόσο σ’ εμένα, όσο και προς τον προϊστάμενο εισαγωγής μας.
Αγανακτισμένη καθώς ήταν λοιπόν, εξαιτίας τη δικής μας αργοπορία, ήρθε ένα πρωινό στα γραφεία μας, αποφασισμένη να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά και οικονομική αποζημίωση από τους υπευθύνους, αφού τα φορέματα της δεν μπόρεσαν πλέον να διατεθούν στην αγορά της κι ως εκ τούτου, της ήταν άχρηστα.
Αφού λοιπόν πήγε πρώτα στο τμήμα εισαγωγής να παραπονεθεί, την έστειλαν στο τμήμα εξαγωγής αυτοί να πάρει απαντήσεις, αφού εκεί ήταν προϊστάμενος ο φαντασμένος νεαρός κι αυτός ήταν που υποσχέθηκε την σύντομη ανταπόκριση μας. Για να αποφύγει όμως αυτός τις κακές της διαθέσεις, την έστειλε με την σειρά του, στον προϊστάμενο του, τον πρώην άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντή, αφού μαζί του υποσχόταν φαντασίες.
Προκειμένου να βρει το δίκαιό της η γυναίκα, όντως και πήγε να τον βρει στο γραφείο που της υπέδειξαν. Αυτός όμως, πρόσφατα είχε αναλάβει την θέση του κανονικού μας διευθυντού, δεδομένου ότι κι ο προηγούμενος μας εγκατέλειψε για τους γνωστούς λόγους.
Αγριεμένη όμως καθώς ήταν η πελάτισσά μας, του ζητούσε με έντονο ύφος εξηγήσεις, όπως και την αποζημίωση της οικονομικής ζημίας που υπέστη εξαιτίας μας. Την άκουγε βέβαια αυτός, αλλά επειδή του φάνηκε αρκετά απειλητική, θέλησε να αποφύγει τις διαμαρτυρίες της, γι’ αυτό και την έστελνε να κάνει τα παράπονα της σ’ εμένα, ως υπεύθυνος των πωλήσεων μας κι αυτά της έλεγε.
– Σ’ αυτόν να απευθυνθείτε. Αυτός είναι υπεύθυνος των πωλήσεών μας.
Θυμωμένη αυτή για όσα της κάναμε, αλλά και για όσα δεν κάναμε από αυτά που τις υποσχεθήκαμε, υποστηρίζοντας ότι σε μια εβδομάδα θα ήταν στα χέρια της η αποστολή της, άρπαξε την τσάντα της η γυναίκα και με όση δύναμη είχε, τον κοπανούσε με αυτήν όπου τον έβρισκε, αλλά και με το δίκαιό της του έλεγε θυμωμένη.
– Αυτόν τον ξέρω και ποτέ του δεν μου είπε το παραμικρό ψέμα. Εσένα όμως δεν ξέρω.
Αυτά του έλεγε και τον κοπανούσε ασταμάτητα με την τσάντα της, μέχρι που επενέβησαν οι γυναίκες συνάδελφοι μου και τον γλύτωσαν από τα χειρότερα. Καραγκιοζλίκια θα μου πείτε, αλλά και του χρειαζόταν, όπως χρειαζόταν κι εκείνου του φαντασμένου της τεχνικής σχολής, αλλά ακόμη περισσότερο το χρειαζόταν αυτό το ξύλο οι δύο γενικοί μας διευθυντές.
Και το χρειαζόταν αυτοί, γιατί ποιός ξέρει από που πιεζόμενοι, έδωσαν χώρο και χρόνο σ’ εκείνον τον φαντασμένο νεαρό από την τεχνική σχολή της Γερμανίας, όπως έκαναν άλλωστε και με τον άνευ χαρτοφυλακίου κι όντως διευθυντή μας πλέον να αυτοσχεδιάζουν, εις βάρος της εταιρείας μας, αλλά και των πελατών μας.
Εδώ που τα λέμε, δεν μας ήταν και τόσο άγνωστη η πυγή που τους ωθούσε να κάνουν τέτοιες επιζήμιες παραχωρήσεις, αφού ο ένας από τους γενικούς μας διευθυντές ήταν πρόεδρος κι ο άλλος υψηλόβαθμο στέλεχος της ίδιας Μασονικής στοάς.
Ωστόσο όμως, η γυναίκα ήξερε που ήταν το δικό μου γραφείο, οπότε κι ανέβηκε έναν όροφο με τα πόδια βοηθούμενη από μια συνάδελφο μου προκειμένου να με δει, αλλά και να ξεκουραστεί από την σύγχυση που πήρε, όπου και μου εξιστόρησε την περιπέτεια της.
Για την ιστορία πάντως το αναφέρω κι αυτό, ότι έκαναν του κόσμου τα έξοδα για μια φαντασία όλοι μαζί, διευθυντές και φαντασμένος, η οποία όχι μόνον δεν ήταν δυνατόν να τους δικαιώσει, αλλά και τους έσυρε στα δικαστήρια στην συνέχεια να απολογούνται, για ζημιές που προκάλεσαν στους πελάτες μας, δεδομένου ότι δεν ήταν μόνον η γυναίκα που τους έστειλε εκεί να πληρώσουν την απερισκεψία τους.
Μιχάλης Αλταλίκης