Από ότι υπολόγιζα λοιπόν εκείνη την στιγμή κι έτσι όπως ταξίδευα με την βαρκούλα μου κάτω από τις συνθήκες που ευκρινώς σας περιέγραψα στο προηγούμενο, ή στα βόρεια της Θάσου θα με έβγαζε η νέα της πορεία, ή στα παράλια της Μικράς Ασίας. Από όσα είδα όμως να γίνονται εκεί, ένα πράγμα κατάλαβα. Ότι με γλίτωσαν και πάλι εκείνη την ημέρα από βέβαιο πνιγμό, γιατί εγκαταλείποντας την σιγουριά της βάρκας και πέφτοντας στην μέση του πελάγους, όπως υπολόγιζα να κάνω, αναζητώντας στο πουθενά κάποια ακτή, καθόλου σίγουρο δεν ήταν ότι θα κατάφερνα να καταλήξω κάπου ζωντανός.
Βέβαιος λοιπόν και πάλι ότι προστατεύομαι, αφού φανερά πια τύγχανα βοηθείας, μου έφυγε κάθε είδος φόβου από αυτούς που από πολύ ώρα πριν με βασάνιζαν κι αφού πήρα την απόφαση να το παλέψω βοηθούμενος κι ότι μου προκύψει, αφέθηκα να ακολουθώ ήρεμος την κατεύθυνση που πήρε η βάρκα μου, έστω κι αν με οδηγούσε αυτή προς την Θάσο, ή οπουδήποτε αλλού.
Άλλωστε, έβλεπα μετά από λίγο και τον όγκο της Θάσου μπροστά μου, οπότε, προσμετρώντας την πορεία που ακολουθούσα, την κλήση που είχαν τα πανιά της βάρκας μου, όπως και την δύναμη με την οποία ο αέρας τα φυσούσε, με σιγουριά εκτιμούσα πλέον ότι μάλλον εκεί θα κατέληγα. Και για να μην χαλάσω από δική μου υπαιτιότητα τις παραπάνω σχέσεις, ρούπι δεν κουνιόμουν από την θέση που βρισκόμουν, γι’ αυτό και συνέχιζα να κρατώ αντίβαρο όπως και πριν, κρεμασμένος έξω από την βάρκα.
Αν πείραζα έστω και κάτι από αυτά, ή επέτρεπα στον αέρα να πιέζει τα πανιά της βάρκας μου λιγότερο, ή και περισσότερο από αυτό που μέχρι τότε έκανε, τότε, ένα ήταν σίγουρο. Είτε από την μια, είτε από την άλλη πλευρά της βάρκας, πάλι θα κατέληγα στην θάλασσα. Κι αφού δεν ήθελα να υποστώ κάτι τέτοιο, άφησα και την βάρκα μου να τρέχει ελεύθερη κι ευχαριστημένη πλέον θα έλεγα πάνω στα κύματα.
Την άφησα οικειοθελώς δηλαδή στην διάθεση του δυνατού αέρα και για να μείνουμε ασφαλείς στην θέση μας, έπρεπε να δέσω στην θέση του πια κι εκείνο το χοντρό σχοινί που κρατούσα με τα δόντια μου, για τον λόγο ότι είχαν κουραστεί τα σαγόνια μου έτσι όπως το δάγκωνα, αλλά δεν ήξερα και πόσες ώρες θα μπορούσα ακόμη να το κάνω με τον ίδιο τρόπο.
Αφού κατάφερα να κάνω κι αυτό στην συνέχεια, έβαλα το σώμα μου να κρέμεται και πάλι προς τα έξω και τόσο χαμηλά μάλιστα πάνω από τα κύματα, ώστε να με χτυπούν μεν αυτά, αλλά χωρίς τον κίνδυνο να με τραβήξουν προς στην θάλασσα. Είναι αλήθεια τώρα, ότι παρ’ όλους τους υπολογισμούς μου, καθόλου δεν ήμουν σίγουρος αν θα κατέληγα ή όχι στην Θάσο. Απλώς ήλπιζα, ότι προς αυτήν θα με οδηγούσε εκείνο το μπουρίνι, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, θα κατέληγα εκεί που ούτε και να το σκεφτώ δεν ήθελα.
Παρόλα αυτά όμως κι αφού δεν ένιωθα πλέον να με κυριεύει κανενός είδους φόβος, μάλλον διασκέδαζα με όσα αντιμετώπιζα, δεδομένου ότι έβλεπα πεντακάθαρα πια και πολύ έντονα μάλιστα την προστασία που με παραχωρήθηκε. Ήταν αόρατη μεν, αλλά και σαν πέπλο την ένιωθα να με τυλίγει. Ήξερα δηλαδή και ήμουν σίγουρος γι’ αυτό, ότι εκείνη την μέρα τουλάχιστον, κανείς και με τίποτε δεν θα μπορούσε να με πνίξει.
Είχα δε τέτοια σιγουριά γι’ αυτό που σας περιγράφω, που μονολογώντας μέσα μου, έλεγα στον εαυτό μου, ότι αν για οποιονδήποτε λόγο, με έβαζε κάποιος στον πάτο της θάλασσας με σκοπό να με πνίξει, θα ανέπνεα εκεί κάτω όση ώρα κι αν αυτός το προσπαθούσε. Κι όχι μόνον αυτό μπορούσα να κάνω εκείνη την ημέρα, αλλά και πάνω στην θάλασσα ήμουν σίγουρος ότι μπορούσα να περπατήσω, την οποία έβλεπα πλέον να είναι πάρα πολύ παχύρευστη. Σχεδόν στερεή.
Και δεν δοκίμασα να περπατήσω πάνω στα νερά της, αφού όντως ήμουν βεβαιωμένος, ότι πράγματι και μπορούσα να το κάνω. Και ήμουν τόσο σίγουρος γι’ αυτό που σας αναφέρω, όπως ακριβός είμαστε σίγουροι, όταν ξέρουμε ότι αυτά που βλέπουμε, μπορούμε να τα πιάσουμε με τα χέρια μας.
Μ’ αυτά τα δεδομένα στην διάθεση μου λοιπόν, καθόλου δεν με ένοιαζε αν πήγαινα στην Τουρκία ή στην Θάσο, αλλά ούτε και δυσκολίες έβλεπα πλέον σε όσα αντιμετώπιζα. Ζούσα δηλαδή κείνη την ημέρα κάτι απερίγραπτο με λόγια, το οποίο χαιρόμουν και δεν θα ήθελα να το χάσω με τίποτε, όσο χρόνο και αν κρατούσε η ταλαιπωρία μου, σε όποια δοκιμασία κι αν χρειαζόταν ακόμη να αντιμετωπίσω.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που δεν ξέρω να σας πω τώρα, πόσες ώρες έμεινα κρεμασμένος έξω από την βάρκα, πηγαίνοντας καρφί προς την Θάσο. Έφτασα όμως σ’ αυτήν τελικά κι έφτασα τόσο κοντά της, που άρχισα πλέον να βλέπω πολύ καθαρά τους σχηματισμούς των εδαφών της κι απ’ όσα μπορούσα να εκτιμήσω εκείνη την ώρα, θα κατέληγα στην βόρεια πλευρά της. Αυτό υπολογίζοντας λοιπόν, έλεγα στον εαυτό μου.
– Δεν πειράζει. Θα πάω στην Θάσο κι από εκεί θα τηλεφωνήσω στους συναδέλφους μου, προκειμένου να μου να στείλουν χρήματα με κάποιον τρόπο, ώστε να φροντίσω την επιστροφή μου. Όσο για την βάρκα μου, ας γίνει ότι θέλει. Θα την αφήσω στο λιμάνι της κι όποιος ενδιαφερθεί γι’ αυτήν, ας την κρατήσει.
Με τέτοιες σκέψεις στο μυαλό λοιπόν, προχωρούσα ανέμελα θα έλεγα προς την Θάσο, την οποία πλησίασα ακόμη περισσότερο κι από την θέση που βρισκόμουν πλέον, ξεχώριζα τα σπίτια της πρώτα και μετά από λίγο τα αυτοκίνητα στους δρόμους της. Ωστόσο όμως, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή πια, αν κι αυτό καθόλου δεν με βοηθούσε, ώστε να εκτιμήσω με ακρίβεια τον χρόνο που χρειαζόμουν, προκειμένου να φτάσω σε κάποιο από τα λιμάνια της.
Μέχρι να φτάσω όμως εκεί και για να περάσω την ώρα απασχολημένος, άφησα τον εαυτό μου να σκέφτεται, τι θα έκανα και πώς θα αντιμετώπιζα τα ερωτήματα των ανθρώπων, όταν με το καλό θα τους συναντούσα. Αυτά και τέτοια σκεπτόμενος λοιπόν, δεν έδινα και πολύ σημασία στις δικές μου κινήσεις, γι’ αυτό και μηχανικά πια ενεργούσα. Σαν είδα δηλαδή τον αέρα να κόβει σταδιακά την ένταση του, έκανα τα αυτονόητα.
Από εκεί που μου ήμουν κρεμασμένος έξω από την βάρκα προκειμένου να την κρατώ σε ισορροπία με τον αέρα και την θάλασσα, πέρασα σιγά, σιγά στο εσωτερικό της. Κάθισα δηλαδή για λίγο πάνω στην κουπαστή της για τους ίδιους λόγους κι από εκεί, υποχρεώθηκα να περάσω στην θέση μου μετά από λίγο, οπότε καθισμένος σ’ αυτήν πλέον την κατεύθυνα προς την Θάσο.
Στην συνέχεια όμως, έπεσε εντελώς η ένταση του ανέμου και η θάλασσα κόπασε τόσο πολύ πια, που από φουρτουνιασμένη όπως ήταν, έγινε τόσο ατάραχη, που έμοιαζε με λάδι όπως λέμε. Ήταν εντελώς ακίνητη δηλαδή. Αυτό που μου προέκυψε και πάλι απρόσμενο ήταν, αλλά και δύο λύσεις μου επέτρεπε να ακολουθήσω. Ή να συνεχίσω πηγαίνοντας με τα κουπιά μέχρι την Θάσο. Ή να επιχειρήσω με τον ίδιο τρόπο την επιστροφή στην έδρα μου.
Κι αφού δεν μπορούσα να υπολογίσω, πόσες ώρες θα κωπηλατούσα μέχρι να φτάσω την Θάσο, προτίμησα να κάνω το ίδιο επιστρέφοντας, ελπίζοντας βέβαια, ότι θα συναντούσα το ανατολικό αεράκι να βοηθήσει τον σκοπό μου, αυτό δηλαδή που κάθε απόγευμα έβγαινε με κατεύθυνση από το ανοιχτό πέλαγος, έχοντας μέτωπο προς την ακτή του Στριμονικού κόλπου.
Επιλέγοντας αυτήν την λύση λοιπόν, γύρισα την βάρκα μου με τα κουπιά κι αφού της έδωσα την πορεία της επιστροφής μας, άρχισα να κωπηλατώ προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ όπου έφτασα μέχρις εκεί. Έβαλα δηλαδή τον όγκο της Θάσου στην πλάτη μου για οδηγό κι όντως ξεκίνησα την επιστροφή μου. Κάθε τόσο όμως γύριζα να δω αν πράγματι πήγαινα σωστά ή όχι.
Αν σας πω τώρα, ότι ήξερα που πήγαινα, θα πω ψέματα. Αλλά και πάλι, καθόλου δεν με ένοιαζε αυτό. Ήταν τόσο έντονη εκείνη η αίσθηση της προστασίας που ένοιωθα όπως σας είπα, που μάλλον χαιρόμουν την παρουσία της περισσότερο από την επιθυμία μου να επιστρέψω στην θέση μου και μάλλον ανησυχούσα μη τυχόν και την έχανα για κάποιο λόγο.
Ωστόσο όμως, έκανα για πολλές ώρες κουπί κι έβγαλα με τον κουβά, όσα από τα νερά βρισκόταν ακόμη μέσα στην βάρκα, προκειμένου να την ελαφρύνω από αυτά, πράγμα που δεν μπορούσα να κάνω όταν ήμουν κρεμασμένος έξω απ’ αυτήν. Κουράστηκα είναι αλήθεια βγάζοντας νερά και κωπηλατώντας ακατάπαυστα, γι’ αυτό και οι κινήσεις μου έγιναν πια πολύ αργές σταδιακά.
Κωπηλατώντας νωχελικά όμως, επέτρεπα στον καυτό καλοκαιρινό Ήλιο να μου καίει την πλάτη, οπότε, έπεφτα κατά διαστήματα στην θάλασσα στην προσπάθειά μου να την δροσίζω όπως καταλαβαίνετε. Μ’ αυτήν την προσθήκη στις ενέργειές μου βέβαια, χασομερούσα αρκετά την επιστροφή μου, αλλά μια κωπηλατώντας και μια κολυμπώντας την αντιμετώπιζα. Και τι μπορούσα να κάνω άλλωστε αφού δεν υπήρχε άλλη λύση;
Περνούσαν όμως οι ώρες και πουθενά δεν έφτανα κι επειδή πρήστηκαν τα χέρια μου κάνοντας κουπί, άλλαξα ταχτική. Φόρεσα μετά από λίγο δηλαδή τα βατραχοπέδιλα μου, αυτά που μονίμως κρατούσα κάτω από την θέση μου για παρόμοιους λόγους και μ’ αυτά στα πόδια, πότε έσπρωχνα και πότε τραβούσα ευκολότερα την βάρκα μου επιστρέφοντας, χωρίς βέβαια να βλέπω προς τα πού πηγαίνω, αφού ούτε ορίζοντα έβλεπα, αλλά ούτε και τον όγκο της Θάσου μπορούσα να διακρίνω πλέον.
Κωπηλατούσα όλη την υπόλοιπη μέρα λοιπόν και κολυμπούσα αρκετές ώρες για να μην καώ περισσότερο από τον ήλιο κι αφού έκανα προφανώς πολλούς γύρους γύρω από τον εαυτό μου, συνάντησα επιτέλους, ή με συνάντησε τελικά εκείνος ο απογευματινός αέρας που περίμενα. Κι αφού τον έβαλα να πιέζει τα πανιά της βάρκας μου, άρχισα να κινούμαι προς την κατεύθυνση που αυτός με βοηθούσε να πάρω, η οποία ασφαλώς και θα με έβγαζε στην θέση της έδρας μου.
Το απόγευμα πια και δεν ξέρω τι ώρα ήταν αφού δεν είχα ρολόι μαζί μου, είδα στο βάθος του ορίζοντα εκείνο το στρατιωτικό καράβι, που το πρωί συνάντησα και από αυτό κατάλαβα ότι μάλλον καλά πήγαινα και ότι έστω και αργά, θα έφτανα κάποια στιγμή στο σπίτι μου. Θυμήθηκα όμως και την γυναίκα μου εκείνη την ώρα, την οποία δικαιολογούσα μέσα μου αν την εύρισκα θυμωμένη μαζί μου, για την ολοήμερη απουσία μου από τις υποχρεώσεις μου, αλλά μήπως είχα κι εγώ στον νου μου να κάνω το επικίνδυνο ταξίδι που μου προέκυψε;
Ευτυχώς που προστατεύομαι. Έλεγα και πάλι μέσα μου. Και δεν πλήρωσα ακριβά αυτό που έκανα, έστω και χωρείς την θέληση μου. Τέτοια σκεπτόμενος λοιπόν για να περάσει η ώρα, δεν κατάλαβα πότε έφτασα στην περιοχή που ήταν αγκυροβολημένο το στρατιωτικό καράβι.
Φτάνοντας εκεί όμως, θυμήθηκα την αδιαφορία που έδειξαν για μένα οι αξιωματικοί του, όταν περνώντας το πρωί από δίπλα τους, τίποτε δεν έκαναν, αν κι έβλεπαν να τους ζητώ βοήθεια. Αδιαφόρησαν δηλαδή για το αίτημα μου, αλλά κι όταν είδαν να πέφτω στην θάλασσα, πάλι τίποτε δεν έκαναν. Με άφησαν να πνιγώ μόνος κι αβοήθητος.
Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, αποφάσισα να τους πλησιάσω και να τους επιπλήξω για όσα δεν έκαναν, γι’ αυτό και μέχρι να φτάσω κοντά τους, έψαχνα να βρω, τι λόγια να τους πω. Όταν τελικά έφτασα αρκετά κοντά στο καράβι τους, είδα όλους τους στρατιώτες παρατεταμένους στο κατάστρωμα του καραβιού και ανάμεσα σ’ αυτούς, να παρεμβάλλονται οι αξιωματικοί τους με τις άσπρες τους στολές.
Ένας από αυτούς μάλιστα, που θύμιζε καπετάνιο με την συμπεριφορά του, στεκόταν παράμερα από τους υπόλοιπους και κρατούσε ένα τηλεβόα στα χέρια του. Κάτι έλεγε με αυτόν στους στρατιώτες του, αλλά λόγω της απόστασης που μας χώριζε, δεν καταλάβαινα τι τους απηύθυνε. Του απαντούσα εγώ όμως και φωναχτά μάλιστα του εξέφραζα τον θυμό μου, για όσα μπορούσε να κάνει για μένα και τίποτε δεν έκανε.
– Λέγε, λέγε. Όταν θα έρθω κοντά, τότε να δεις τι έχω κι εγώ να σου πω, που με άφησες να πνιγώ αβοήθητος.
Πλησιάζοντας τους περισσότερο όμως, διαπίστωσα ότι ο αέρας δεν μου επέτρεπε να περάσω από κοντά τους τόσο, όσο θα μπορούσα να τους πω αυτά που σκεπτόμουν. Προκειμένου να κάνω τελικά αυτό που σκέφτηκα, πίεζα την βάρκα μου να δεχθεί το αίτημα μου, έστω κι αν εξαιτίας αυτής της πίεσης, θα έβγαινα για λίγο από την πορεία μου. Πριν όμως ολοκληρώσω τον σκοπό μου, άκουγα πλέων καθαρά αυτά που τους έλεγε ο καπετάνιος με τον τηλεβόα του.
– Μπράβο, μπράβο. Σε έβλεπα όλη την ημέρα με τις διόπτρες. Είχα στην διάθεση σου δύο λέμβους.
Αυτά έλεγε και τα επαναλάμβανε ξανά και ξανά, γι’ αυτό κι άρχισα να υποψιάζομαι ότι μάλλον για μένα τα έλεγε κι όχι στους στρατιώτες του. Αφού επανέλαβε πολλές φορές ο άνθρωπος τα ίδια και τα ίδια, δεν είχα παρά να του κάνω σήμα με το χέρι μου, έτσι ώστε να καταλάβει κι αυτός, ότι όντως και τον άκουσα. Πράγματι λοιπόν. Μόλις είδε ο καπετάνιος τον χαιρετισμό που του έκανα, σταμάτησε να επαναλαμβάνει τους λόγους του. Κατέβασε στην συνέχεια τον τηλεβόα που κρατούσε κι έτσι βεβαιώθηκα κι εγώ, ότι σε μένα τα έλεγε.
Τον αδίκησα σκέφτηκα και μ’ αυτήν την ενοχή μέσα μου, άλλαξα αμέσως την πορεία μου, παίρνοντας αυτήν που θα με έβγαζε απευθείας στην έδρα μου. Εγκαταλείποντας όμως την ιδέα μου να τους πλησιάσω, όπως κι ο καπετάνιος άλλωστε το έβλεπε, πήρε πάλι το τηλεβόα στα χέρια του κι αυτά μου έλεγε.
– Θα χαρώ πολύ να σε γνωρίσω. Έλα πάλι αύριο εδώ. Σε έχω από τώρα καλεσμένο σε γεύμα.
Πολύ καθαρά άκουσα τι μου έλεγε και τι μου ζητούσε να κάνω ο καπετάνιος, γι’ αυτό, έλεγα κι εγώ μέσα μου.
– Πω, πω? Αυτός νόμισε ότι από χόμπι έκανα όλο αυτό το ταξίδι κι επειδή όπως του φάνηκε τα πήγα πολύ καλά, μάλλον ενθουσιάστηκε σαν καπετάνιος που είναι, γι’ αυτό και με καλεί σε γεύμα. Ήθελε να με συγχαρεί προφανώς για το εγχείρημα μου. Ντράπηκα για όσα σκεπτόμουν να του πω θυμωμένος κι επειδή δεν θα τολμούσα να επαναλάβω το ίδιο την επομένη και να βρεθώ οικειοθελώς εκεί που ήταν αγκυροβολημένος αυτός, ντράπηκα δυο φορές. Για να του δώσω όμως την χαρά, που αυτός ήθελε να έχει, του φώναξα τα παρακάτω.
– Θα δω το αυριανό μου πρόγραμμα κι αν με παίρνει ή ώρα, θα έρθω.
– Θα χαρώ πολύ να σε δω να έρχεσαι.
Αυτά είπαμε με τον καπετάνιο εκεί και κόψαμε την κουβέντα μας, αφού ούτως ή άλλως απομακρύνθηκα πλέον από τον χώρο τους και δεν θα μπορούσαμε να ακουστούμε. Περιττό όμως είναι τώρα να σας πω, ότι ποτέ μου δεν πήγα στο γεύμα που με κάλεσε, αφού όπως καταλαβαίνετε, ήταν πολύ μακριά αγκυροβολημένος αυτός για τις δικές μου δυνατότητες.
Ωστόσο όμως, από κείνο το σημείο και μετά και μέχρι να φτάσω στην έδρα μου, πέρασαν αρκετές ώρες ακόμη. Κι όταν επιτέλους έφτασα αισίως αλλά εξουθενωμένος εκεί, ήταν εννιά και μισή το βράδυ όπως άκουσα να μου το θυμίζει θυμωμένη μαζί μου η γυναίκα μου και με το δίκαιό της άλλωστε.
Αντί να με καλωσορίσει για όσα μου συνέβησαν, με κατηγορούσε ότι την εγκατέλειψα να μένει όλη την μέρα μόνη της κι επειδή η βάρκα ήταν η αιτία για όλα αυτά, αναθεμάτιζε την ώρα και την στιγμή που την αγόρασα. Βρήκα τον μπελά μου με αυτήν την βάρκα έλεγε και το επαναλάμβανε. Τα ίδια σχεδόν μου έλεγαν και οι ηλικιωμένοι γείτονες μας, οι οποίοι υποστήριζαν εκτός αυτού, ότι έβλεπαν κι αυτοί να κάνω βόλτες στο Αιγαίο πέλαγος κι όσο κοιτούσαν με τα κιάλια τους το κατάρτι να είναι όρθιο, δεν ανησυχούσαν μεν για μένα, αλλά κι απορούσαν με την διάθεση μου να βρίσκομαι ολημερίς στην θάλασσα, αδιαφορώντας για την ανάγκη βοηθείας που είχε η γυναίκα μου.
– Καλά. Δεν δίψασες όλη μέρα μέσα στην θάλασσα; Δεν πείνασες ώστε να αναγκαστείς να βγεις έξω στην ώρα σου; Κι εμείς πάμε για ψάρεμα βρε αδελφέ, αλλά επιστρέφουμε μετά από μια, άντε μετά από δύο ώρες. Εσύ γιατί χρειάστηκε να κάνεις βόλτες όλη μέρα στα ανοιχτά;
Αυτά μου έλεγαν αυτοί, αλλά κι εγώ, τίποτε δεν τους απαντούσα. Έμενα αμίλητος. Δεν είχαν ιδέα από βάρκα με πανιά οι άνθρωποι κι όπως καταλαβαίνετε, τους ήταν εντελώς αδύνατον να ξέρουν, αν και κατά πόσο επηρεάζεται αυτή από τον αέρα, όταν αυτός φυσάει και μάλιστα τόσο δυνατά όπως εκείνη την μέρα.
Δεν έβλεπαν τα κύματα, αφού ο αέρας φυσούσε από την στεριά προς την θάλασσα, οπότε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τους λόγους που χάθηκα όλη την μέρα, αλλά και τους λόγους που με έφεραν σώο και αβλαβή στην έδρα μου και στην οικογένεια μου αδυνατούσαν να κατανοήσουν.
Πέρασαν τρεις μέρες όμως από τότε κι εγώ δεν μπήκα καθόλου στην θάλασσα με την βάρκα μου. Ένιωθα όμως ακόμη εκείνη την αίσθηση του αόρατου πέπλου προστασίας που με κάλυπτε κι επειδή δεν ήθελα να την χάσω, δεν έκανα τίποτε εκείνες τις μέρες, μη τυχών και προκαλέσω εγώ με κάτι την εξαφάνιση της. Αν φορέσατε σακάκι καλοκαιριάτικα, σίγουρα θα θυμάστε την αίσθηση που νιώσατε κι αν το βγάλατε μετά, βεβαίως και θα ξέρατε ότι έφυγε αυτό από πάνω σας. Κάπως έτσι αισθανόμουν την προστασία που σας αναφέρω.
Την Παρασκευή όμως εκείνης της εβδομάδας, ήρθε κι ο πεθερός μου να μας κάνει επίσκεψη κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, μου ζήτησε να πάμε για ψάρεμα. Δεν ήθελα να το κάνω, αλλά για να μην του χαλάσω το χατίρι, το απόγευμα και στην συνηθισμένη μας ώρα, έβγαλα από την βάρκα μας το κατάρτι της και με τα κουπιά της για βοηθούς μόνον, μπήκαμε για ψάρεμα. Τα πανιά και τα σχοινιά της άλλωστε, θα μας εμπόδιζαν να το κάνουμε εύκολα.
Εξέφρασε και δεύτερη την επιθυμία όμως, μέσω της οποίας ζήτησε να πάμε προς τον Σταυρό για τον συγκεκριμένο λόγο, οπότε τον ακολούθησα υπομονετικά θα έλεγα. Ήθελε να πάμε προς τα εκεί, δεδομένου ότι ήξερε ένα καλό σημείο όπως το ονόμαζε, από το οποίο σίγουρα περνούσαν τα σκουμπριά που ψάχναμε. Μέχρι να φτάσουμε όμως εκεί κωπηλατώντας, έριξε αυτός το τσαπαρί του στην θάλασσα, προκειμένου να κάνει συρτή όπως επιθυμούσε.
Από την ταχύτητα όμως που είχα δώσει εγώ στην βάρκα μου, δεν ήταν δυνατόν να πιάσει αυτός κανένα ψάρι, αλλά όλως παραδόξως, έπιασε ένα αρκετά μεγάλο γοφάρι. Τρελάθηκε θα λέγαμε από την χαρά του, οπότε ενθουσιασμένος όπως ήταν από την πρώτη του επιτυχία, έριξε για δεύτερη φορά το τσαπαρί του στην θάλασσα, αλλά μόλις φτάσαμε στο σημείο που αυτός θέλησε να σταθούμε, ελπίζοντας βέβαια ότι θα έκανε μια πολύ καλή ψαριά.
Το δικό μου τσαπαρί ήταν μπερδεμένο, έτσι όπως το μάζεψα πρόχειρα πριν από τρεις μέρες, όταν έψαχνα πώς θα μπορούσα αντιμετωπίσω το μπουρίνι που με πήγε στην Θάσο, γι’ αυτό και προσπαθούσα να το ξεμπερδέψω όσο αυτός θα ψάρευε. Όταν επιτέλους κατάφερα να το ξεμπερδέψω, το έπιασα από τις άκρες κι ετοιμάστηκα να το ρίξω στην θάλασσα.
Δεν έκανα τίποτε όμως, γιατί είδα τον πεθερό μου να μαζεύει πολύ σιγά το δικό του, να είναι άσπρος σαν το πανί και να μου κάνει νοήματα με τα μάτια του, δείχνοντας μου την θάλασσα. Απόρησα με την συμπεριφορά του κι όπως ήταν λογικό, του ζητούσα να μου πει τι ήταν αυτό που μου έδειχνε. Δεν μου απαντούσε όμως, αλλά και πολύ φοβισμένος, συνέχιζε να μου κάνει νοήματα χωρίς να μιλάει.
Από περιέργεια περισσότερο, αλλά όντως έσκυψα από τα δεξιά της βάρκας μου να δω, τι επιτέλους ήταν αυτό που έβλεπε στην θάλασσα ο πεθερός μου και κόπηκε η φωνή. Σκύβοντας όμως κι εγώ φοβήθηκα όταν το είδα. Κι αυτό που είδα, ήταν ένα πολύ μεγάλο θηρίο να περνά κάτω από την βάρκα μου και ήταν τόσο μεγάλο αυτό, που ούτε και στα μάτια μου μπορούσα να πιστέψω, ότι το έβλεπα.
Βεβαίως και μου φαινόταν απίστευτο, αφού ποτέ μου δεν φαντάστηκα, ότι μέσα σε κείνη την θάλασσα που εγώ για πολλά χρόνια κολυμπούσα ανέμελα και χανόμουν για ώρες στα νερά της, θα μπορούσα να συναντήσω ένα τόσο μεγάλο ψάρι, όσο ήταν εκείνο. Κι όσο έβαζα με τον νου μου, ότι κολυμπούσα όλη την ημέρα επιστρέφοντας από την Θάσο μέσα στα ίδια νερά, χωρείς να υπολογίζω τον κίνδυνο που διέτρεχα, πάγωνε το αίμα μου.
Ωστόσο όμως, περνούσε νωχελικά αυτό κάτω από την βάρκα μου, αλλά αν έκανε πως την ακουμπούσε και μόνον με την ουρά του, δεν ήταν σίγουρο αν θα είχα πλέον βάρκα. Ήταν δε αυτό διπλάσιο σχεδόν σε μήκος από αυτήν, είχε καφετί χρώμα και πάνω στο σώμα του είχε κάτι άσπρες μεγάλες βούλες, όπως ακριβώς είναι και το μέγεθος ενός μεγάλου πιάτου. Η ουρά του δε, όπως και τα ραχιαία πτερύγια του, ήταν όπως αυτά του καρχαρία κι όπως το υπολόγιζα, περνούσε περί τα πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνια της θάλασσας.
Μετά από όσα παρατήρησα βέβαια, άφησα στην θέση της την πετονιά που ακόμη κρατούσα στα χέρια μου κι έπιασα τα κουπιά της βάρκας όπως ήταν απαραίτητο, για να μην τα χάσω στην περίπτωση που εκείνο το θηρίο ήθελε να μας επιτεθεί. Σκεφτόμουν όμως ότι έπρεπε να και φύγω το γρηγορότερο από κει, γιατί αυτό ήταν μεν ψάρι, αλλά δεν ήταν εκεί για να το φάμε εμείς, αλλά για να φάει αυτό εμάς αν πεινούσε και ποιος μπορούσε να το ρωτήσει εκείνη την ώρα, πότε έφαγε για τελευταία φορά.
Ο πεθερός μου πάλι, μάζεψε την πετονιά του και την κρατούσε στα χέρια του τόσο πολύ σφικτά, λες και ήθελε να προστατευθεί απ’ αυτήν. Και πριν προλάβω να κάνω έστω και μια κουπιά εγώ, είδα το θηρίο να επιστρέφει και να περνά για δεύτερη φορά κάτω από την βάρκα. Ερχόταν από την αντίθετη πλευρά να μας επισκεφτεί, αλλά και πάλι νωχελικά έκανε το πέρασμα του κάτω από αυτήν, αν και λίγο ποιο βαθιά από πριν.
Με το που μας προσπέρασε όμως, άρχισα να κάνω γρήγορα κουπί εγώ κι όταν έκανα έτσι με τα κουπιά, συναγωνιζόμουν τις βάρκες που είχαν μηχανή. Δεν σταμάτησα δε να κωπηλατώ, παρά μόνον όταν πια και πολύ λαχανιασμένος δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ήμασταν στα ρηχά μεν, αλλά αρκετά μακριά ακόμη από την έδρα μας και για να φτάσουμε εκεί, θέλαμε άλλα δέκα λεπτά της ώρας δρόμο. Όση ώρα επιστρέφαμε όμως, κουβέντα δεν αλλάξαμε με τον πεθερό μου. Τότε μόνον έλεγε αυτός κάτι, όταν τελικά βρεθήκαμε πολύ κοντά στην έδρα μας.
– Καλά που φύγαμε. Τι ήταν αυτό ρε; Κοίταξε. Σε κανένα να μη πούμε αυτό που είδαμε, γιατί κανείς δεν θα πιστεύει ότι υπάρχουν σ’ αυτήν την περιοχή τέτοια θηρία.
Του το υποσχέθηκα βέβαια, αν και κάπως απρόθυμα θα έλεγα, γιατί εκείνη την στιγμή αισθάνθηκα να φεύγει από πάνω μου το πέπλο προστασίας που είχα κι αυτό με λύπησε πάρα πολύ. Όχι τόσο γιατί δεν θα είχα πλέον προστασία, αλλά γιατί εκείνη η αίσθηση ήταν ευχάριστη και την φορούσα σαν ρούχο πάνω μου και μάλιστα για τρεις ολόκληρες μέρες.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που νόμισα ότι ήμουν γυμνός, γι’ αυτό κι ανατρίχιασα σαν να κρύωσα. Το πρόσεξε ο πεθερός μου, ο οποίος και μου έλεγε.
– Τι έγινε ρε; Τρέμεις ακόμη από τον φόβο σου;
– Φοβήθηκα του είπα. Γιατί; Εσύ, δεν φοβήθηκες;
– Τι λες ρε? Πάνω μου τα έκανα. Πάμε τώρα και μη λες τίποτε σε κανέναν, γιατί θα μας δουλεύουν όλοι, αν μαθευτεί ότι λέμε τέτοια ψέματα και μετά πού θα πάμε να κρυφτούμε;
Όταν βγήκαμε στην ακτή βέβαια, μας επισκέφτηκαν από συνήθεια οι γείτονες, προκειμένου να δουν την ψαριά μας κι επειδή δεν έβλεπαν τα ψάρια μας, ρωτούσαν.
– Που είναι τα ψάρια σας ρε παιδιά;
– Δεν είχε ψάρια σήμερα. Τους έλεγε κοφτά ο πεθερός μου. Κι επειδή βαρεθήκαμε να παριστάνουμε τους τροχονόμους, βγήκαμε έξω γρήγορα. Θα πάμε το πρωί όμως τους συμπλήρωσε κι έτσι έληξε το θέμα χωρίς να τους πούμε τίποτε για το θηρίο που συναντήσαμε. Ούτε κι εγώ βέβαια ανέφερα ποτέ αυτό περιστατικό και δεν θα έκανα καμιά αναφορά στο θέμα, αν δε έβλεπα ένα σχετικό με καρχαρίες ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, το 2000 περίπου αν θυμάμαι καλά, το οποίο ήταν αφιερωμένο σε κάποιον επαγγελματία ψαρά της ίδιας περιοχής.
Αυτός λοιπόν ο επαγγελματίας ψαράς, από το 1940 όπως το υποστήριζε ψάρευε στον ίδιο κόλπο και ψάρευε μόνον τέτοια καρχαριοειδή κι επειδή το όνομα του είναι Χάρης, πήρε το όνομα χαρχαριοκτόνος. Απαντώντας όμως στα ερωτήματα της δημοσιογράφου που του έπαιρνε συνέντευξη ανέφερε μαζί με τα υπόλοιπα, ότι πράγματι και ψαρεύει εκεί αποκλειστικά και μόνον καρχαρίες, οι οποίοι όντως κι έχουν τόσο μεγάλο μέγεθος.
Και στο ερώτημα που δέχτηκε, πόσο μεγάλο ήταν το μεγαλύτερο από τα καρχαριοειδή που έπιασε, είπε ότι δεν το είδε γιατί έκοψε τον κάβο που ήταν δεμένο το ιδικό αγκίστρι του. Το αμέσως μικρότερο πάντως ήταν στα έξη μέτρα και ζύγιζε κατά τι λιγότερο από ένα τόνο. Η δική του αναφορά λοιπόν ήταν η αιτία που με ενθάρρυνε, ώστε να σας αναφέρω κι εγώ όσα είδα τότε, αλλά τον φόβο μου ακόμη τον διατηρώ, αφού από τότε και μετά, ποτέ δεν μπήκα να κολυμπήσω βαθύτερα από το να πατώ και ποτέ δεν έκανα ξανά μπάνιο παρέα με τα δελφίνια όπως άλλες φορές.
Συνέχισα βέβαια να κάνω βόλτες ή ψάρεμα με την βάρκα μου στην ίδια περιοχή και μαζί της είδα και έζησα τόσα πολλά εκεί, που πολλοί θα τα ζήλευαν, αλλά από τότε και μετά, γύριζα πάντα γύρω μου να δω, μήπως και με βλέπει κανένα θηρίο για φαγητό. Έπαψα όμως από τότε και μετά να βλέπω και την θάλασσα μόνον σαν χώρο διασκέδασης, αφού από όσα είδα να γίνονται σ’ αυτήν, βεβαιώθηκα ότι μια άλλη ζούγκλα είναι και η ίδια, μέσα στην οποία ζουν πλάσματα που το ένα τρώει το άλλο χωρίς καμιά διάκριση.
Κι ενώ τα ζώα αυτής της ζούγκλας μάχονται εκεί μέσα για την επιβίωση τους, εμείς παίζουμε στον χώρο τους, νομίζοντας ότι μας είναι φιλικός, αγνοώντας τους κινδύνους που η ζούγκλα τους κρύβει κι από άγνοια εμείς, αναζητούμε όλο και περισσότερη διασκέδαση στο εσωτερικό της.
Στην περιοχή που αναφέρομαι πάντως, όπως κι άλλοτε σας έχω αναφέρει, εμείς πηγαίναμε μόνον στην περίοδο των διακοπών μας κι αφού μέναμε εκεί όσες μέρες μας ήταν επιτρεπτό, εγκαταλείπαμε μετά την περιοχή, για να επιστρέψουμε δριμύτεροι σ’ αυτήν το επόμενο καλοκαίρι. Το ίδιο κάναμε και τότε λοιπόν κι αφού πέρασε ο προσδιορισμένος μας καιρός, επιστρέψαμε στο σπίτι μας και στα καθημερινά μας.
Μιχάλης Αλταλίκης