Γλύτωσε βέβαια ο θείος Τσίμος από το πυρετό που τον ταλαιπωρούσε για ενάμιση χρόνο περίπου, αλλά εγώ, δεν μπόρεσα να γλυτώσω από τα δικά μου προβλήματα. Ένα από αυτά βέβαια, ήταν και η κλονισμένη υγεία του πεθερού μου, η οποία τον πίεζε εκείνο το διάστημα, ώστε να σκέφτεται ξανά, την από κοινού μας συγκατοίκηση.
Τα προβλήματα της καρδιάς του ήταν αυτά που τον υποχρέωναν να το σκέφτεται, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να τα αντιμετωπίσει μόνος του, αλλά και σε πολύ επικίνδυνη φάση βρισκόταν εξαιτίας τους. Την γλύτωσε δυό φορές όπως σας περιέγραψα στα προηγούμενα κι επειδή το εμπέδωσε αυτό, αισθανόταν ποιο ασφαλής όταν βρισκόμουν κοντά του.
Σχετικά κοντά τους βέβαια μέναμε εμείς κι όταν αυτός το χρειαζόταν, αμέσως έτρεχα να τον συμπαρασταθώ. Ναι. Αλλά, αν μέναμε μαζί και στην ίδια οικοδομή όπως το σκεπτόταν, τότε το πράγμα θα ήταν διαφορετικά. Κι αφού αυτό έβαζε με τον νου του, αποφάσισε τελικά να μου ζητήσει την μετακόμισή τους στο δικό τους διαμέρισμα κι έτσι, την έκανα κι αυτήν στα γρήγορα.
Μαζί με αυτούς όμως, ήρθαν να κατοικήσουν στα διαμερίσματά τους εκείνο το διάστημα και οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες της οικοδομής μας, οπότε, δεν ήμασταν πλέον μόνοι μας σ’ αυτήν όπως τον προηγούμενο χρόνο κι έτσι, γέμισε θα έλεγα η οικοδομή μας από ανθρώπους.
Μπήκαμε στον Ιούνιο μήνα εν τω μεταξύ κι εγώ άρχισα να κάνω μια άλλη μετακόμιση. Δέκα τόνους ξυλείας ήταν αυτά που έπρεπε να μεταφέρω από το απέναντι οικόπεδο, στο υπόγειο της δικής μας οικοδομής, αφού ο ιδιοκτήτης της δεν την ήθελε πλέον. Για να απαλλαγή λοιπόν αυτός από την ξυλεία του, προθυμοποιήθηκα να την παρέλαβα εγώ, προκειμένου να εξασφαλίσω τις ανάγκες μας σε ξύλα για το τζάκι μας, αν βέβαια το επέβαλε ο επερχόμενος χειμώνας.
Θα είχαμε βέβαια εμείς θέρμανση στο σπίτι μας, αλλά λόγω του ότι βρισκόμασταν κάτω από την ταράτσα και στον τρίτο όροφο, όπως και στην δυσάρεστη θέση να μένει ακατοίκητο ακόμη το διαμέρισμα που ήταν ακριβώς κάτω από το δικό μας, μάλλον θα είχαμε πολλές απώλειες, οπότε, εκ των πραγμάτων θα αναγκαζόμασταν να καίμε και το τζάκι μας, προκειμένου να ζεσταθούμε.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασε τελικά ο καιρός και μαζί με όλα τα άλλα, προγραμματίσαμε και τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Με το που μπήκε ο Ιούλιος λοιπόν, πήρα την άδειά μου, όπως και την οικογένεια μου κι όλοι μαζί πήγαμε στο γνωστό μας μέρος, όπου μαζί με τους φίλους μας διαβιώναμε όπως πάντα καλοκαιρινά.
Τα καλοκαιρινά μας βέβαια, ήταν τα συνηθισμένα και τα ίδια ακριβώς με τα περσινά, όπως και με τα προπέρσινα, αλλά για εμάς αυτά, ήταν τόσο αλλιώτικα κάθε φορά και τόσο μοναδικά, που όντως θέλαμε να τα ζούμε ξανά και ξανά συνεχώς, γι’ αυτό και ποτέ δεν μας κούραζε το γεγονός, ότι μόνιμης πηγαίναμε στο ίδιο μέρος για τις διακοπές μας.
Εμείς βέβαια, καλά περνούσαμε μέσα κι έξω από τα ξύλινα σπιτάκια μας κι όντως χαιρόμασταν την ζωή μας πάνω στην αμμουδιά, εκεί δηλαδή που ήταν αυτά από την δεκαετία του σαράντα τοποθετημένα, όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα κι όποιος περνούσε από κοντά μας, τον καλούσαμε να χαρεί κι αυτός μαζί μας, αφού όλους μπορούσαμε να τους φιλοξενήσουμε.
Για κακή μας τύχη όμως, ο κοινοτάρχης της περιοχής, πούλησε την αμμουδιά για οικόπεδα. Οι άνθρωποι που τα αγόρασαν με την σειρά τους, ήρθαν εκεί κι έχτισαν πίσω από μας, αλλά και πάνω στην άμμο, διώροφες και τριώροφες οικοδομές. Ότι κι αν έκαναν εκεί όμως, καμιά σχέση δεν είχε με την δική μας παραλιακή ζωή κι από ζίλια μάλλον, για όσα έβλεπαν να μην έχουν, αν και ξόδεψαν πολλά χρήματα, βάλθηκαν να χαλάσουν την δική μας ζωή, οπότε μας έκαναν κάθε χρόνο πολλές ζημιές στα σπιτάκια μας.
Τις διορθώναμε βέβαια εμείς, έστω και με μεγάλο κόπο και στα κρυφά όπως και οι από πίσω μας ευρισκόμενοι άλλωστε, αφού δεν επιτρεπόταν οικοδομικές εργασίες στην αμμουδιά κι έτσι, μέναμε στο σπιτάκι μας σαν να μην μας συνέβαινε τίποτε. Θύμωνα είναι αλήθεια με κείνους τους κακούς γείτονες αλλά και τους λυπόμουν συγχρόνως, γιατί παρόλα τα χρήματα που διέθεταν εκεί, δεν μπορούσαν να έχουν αυτά που εμείς είχαμε και ήταν ελεύθερα για όλους.
Η ιδιοτροπία τους, του να θέλουν να έχουν μόνον αυτοί, ότι ήταν καλό, δεν τους άφηνε να ευχαριστηθούν τις διακοπές τους χαρούμενοι και συνυπάρχοντες με όσους μπορούσαν και ήθελαν να είναι μαζί τους και επειδή δεν ήθελαν κανέναν κοντά τους, έκαναν όσες ζημιές ήθελαν στα σπιτάκια μας. Στο καλοκαίρι που αναφέρομαι για παράδειγμα, ξερίζωσαν όλους τους θάμνους που είχαμε έξω και γύρω από τα σπιτάκια μας, προκειμένου να μας σκιάζει κάπως μέσα στο κατακαλόκαιρο.
Ωστόσο. Απερίγραπτες ήταν οι νύχτες μας κάτω από τα άστρα στην παραλία. Και ήταν τέτοιες αυτές, που όταν ο ποντοπόρος καπετάνιος φίλος μου, περνούσε με την γυναίκα του ένα απόγευμα από την περιοχή μας, με προορισμό τους την Καβάλα, έκαναν τον κόπο και λοξοδρόμησαν λίγο, προκειμένου να μας δουν, αλλά και να ποιούν ένα καφέ μαζί μας, πριν συνεχίσουν με το τροχόσπιτο τους για τον προορισμό τους.
Μαγεμένοι κι αυτοί από το περιβάλλοντα χώρο και τις νυχτερινές μας διασκεδάσεις κάτω από τον έναστρο ουρανό, έμειναν εκεί μαζί μας και έπιναν τον καφέ τους και όχι μόνο, για εικοσιπέντε μέρες συνεχώς. Τους έδιωχνα να φύγουν, αλλά αυτοί δεν το έκαναν. Που θα βρούμε καλύτερο μέρος για διακοπές έλεγαν, μετανιωμένοι βεβαίως για όσα μας κορόιδευαν πριν, για την απλότητα την χώρου και την χωρείς ανέσεις ζωής μας, σε σχέση με τα κοσμοπολίτικα μέρη που επισκεπτόταν αυτοί κατά καιρούς ανά τον κόσμο κι επειδή όντως ευχαριστιόταν την παραμονή τους εκεί, ρούπι δεν το κουνούσαν από την παραλία μας.
Όλα καλά λοιπόν ήταν εκεί, εκτός από τα μπουρίνια βέβαια, αυτά δηλαδή που ξεσπούσαν ξαφνικά στην περιοχή μας, όπως και στα προηγούμενα σας ανάφερα. Αυτά ιδικά, όντως δεν είχαν στην συνήθεια τους να μας εμφανίζονται ξαφνικά και την τελευταία στιγμή. Εμείς τα βλέπαμε να μας επισκέπτονται ξαφνικά, επειδή δεν είχαμε τον νου μας σ’ αυτά, αλλά κι επειδή θεωρούσαμε ότι κι ο καιρός έπρεπε να κάνει διακοπές μαζί μ’ εμάς.
Μ’ αυτά τα δεδομένα λοιπόν, πήρα την βάρκα μου ένα απόγευμα κι όπως έκανα πάντα την ίδια ώρα, μπήκα στην θάλασσα για το γνωστό απογευματινό μου ψάρεμα κι επειδή δεν πήγαινα βόλτα εκεί, έβγαλα το κατάρτι της, όπως και τα πανιά της, προκειμένου να κάνω το ψάρεμα μου αποδοτικότερο όπως καταλαβαίνετε, δεδομένο ότι είχα χορτάσω δεκατέσσερα στόματα όπως πάντα στο σπίτι μου.
Μπήκα αρκετά βαθιά στον Στριμονικό κόλπο στην συνέχεια κι όπως το ήλπιζα, έβγαλα αρκετά ψάρια με το τσαπαρί μου. Επιχειρούσα να πάρω και λίγα ακόμη, προκειμένου να τα δώσω, από συνήθεια κι αυτό στους γείτονες μας, τους οποίους ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε. Κάτι έγινε όμως και χάθηκαν τα ψάρια.
Σε τέτοιο ενδεχόμενο, τρία πράγματα συμβαίνουν πάντα. Ή ότι τα ψάρια φεύγουν για τους δικούς τους λόγους από εκεί που βρισκόταν πριν, αφού δεν πρόλαβε να τα αγκιστρώσει ο ψαράς, ή ότι τα πλησίασαν δελφίνια κι από φόβο μη γίνουν η τροφή τους, φεύγουν τρέχοντας προς άλλη περιοχή, προκειμένου να γλυτώσουν την ζωή τους.
Εξαφανίζονται όμως κι όταν αισθάνονται αυτά να έρχεται κάποια σοβαρή αλλαγή στον καιρό, οπότε κινούνται προς ασφαλέστερα νερά. Τα ψάρια βέβαια, διαθέτουν για την ασφάλειά τους τέτοια αισθητήρια όργανα, εμείς όμως, όχι. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που πρέπει να προσέχουμε πολύ πριν μπούμε για κάποιο λόγο στην θάλασσα.
Είναι αλήθεια όμως, ότι εγώ προσωπικά, δεν πρόσεχα όπως θα έπρεπε κι αυτός ήταν ο λόγος που αντιμετώπισα αρκετά μπουρίνια κι έζησα πολλές λαχτάρες στην θάλασσα. Κι αφού δεν διέθετα τα απαιτούμενα εργαλεία στην βάρκα μου, ήθελα δεν ήθελα πλέον, όσο βρισκόμουν στα ανοιχτά, είχα συνεχώς τον νου μου στις αλλαγές του καιρού, στην προσπάθειά μου να προλάβω τουλάχιστον την επίδρασή τους επάνω μου.
Το ίδιο βέβαια έκανα και στο απόγευμα που αναφέρομαι. Ψάρευα δηλαδή, αλλά και γύριζα συνεχώς και κάθε τόσο το κεφάλι μου να δω περιμετρικά τον ορίζοντα, ώστε να προλάβω να αντιδράσω σε περίπτωση που έβλεπα κάποια αλλαγή στο χρώμα της θάλασσας, ή κάποια κίνηση στα σύννεφα.
Με το που χάθηκαν τα ψάρια λοιπόν, είδα ότι σκούρυνε πολύ ο ορίζοντας στο βάθος της θάλασσας και αυτό σήμαινε για εμένα, ότι ερχόταν αέρας και μάλιστα δυνατός από την θάλασσα προς την ξηρά. Δεν μας πειράζει αυτό έλεγα μέσα μου, αφού αυτός ο αέρας, μάλλον θα μας βγάλει γρηγορότερα έξω.
Σταμάτησα ωστόσο να ασχολούμαι με το ψάρεμα και για την ασφάλειά μου, άρχισα να μαζεύω την πετονιά μου. Μαζί με αυτό μάλιστα, άρχισα να υπολογίζω και πόσο γρήγορα μεγάλωνε στον ορίζοντα εκείνη η σκούρα επιφάνια της θάλασσας, ώστε να υπολογίζω και την ένταση του επερχόμενου αέρα.
Παρατηρώντας και τον ορίζοντα της ξηράς όμως, είδα να τρέχουν πολύ γρήγορα πάνω από το βουνό της περιοχής σύννεφα, τα οποία ξεπρόβαλαν από το πουθενά θα έλεγα και είχαν αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν του αέρα που ερχόταν απ την θάλασσα. Από αυτά βέβαια, φοβήθηκα περισσότερο, γιατί αν με προλάβαινε στην θάλασσα ο δυνατός αέρας που τα έσπρωχνε, θα γινόταν πολύ επικίνδυνος για εμένα όπως το υπολόγιζα κι ότι δεν θα μπορούσα να βγω με ασφάλεια στην ακτή.
Μπροστά σ’ αυτό το ενδεχόμενο λοιπόν ευρισκόμενος, μάζευα ποιο γρήγορα και όπως, όπως την πετονιά μου. Κι ενώ έκανα εγώ τέτοια, είδα να έρχεται προς το μέρος μου και με μεγάλη ταχύτητα μάλιστα, ένα υπερυψωμένο ταχύπλοο. Αρχικά, νόμισα ότι μάλλον για μένα ερχόταν εκεί, προκειμένου να με βοηθήσει μάλλον, αφού ήμουν μόνος σε κείνο το σημείο και αρκετά μακριά από τους υπόλοιπους ψαράδες, τους οποίους έβλεπα να βγαίνουν κι αυτοί προς την ακτή, μελετώντας μάλλον τα σημάδια του ορίζοντα.
Βλέποντας λοιπόν τις κινήσεις του ανθρώπου που διέθετε το ταχύπλοο, έλεγα μέσα μου, ότι δεν χρειαζόταν να κάνει τόσο κόπο, αφού άνετα θα προλάβαινα να βγω εγώ στην ακτή και μάλιστα χωρείς την βοήθεια κανενός. Μέχρι να τελειώσω όμως με το μάζεμα της πετονιάς μου, ήρθε τελικά το ταχύπλοο και στάθηκε δίπλα μου.
Από την συμπεριφορά του καπετάνιου του όμως, διαπίστωσα ότι δεν ήρθε να βοηθήσει εμένα όπως υπολόγισα, αλά μάλλον ήρθε να ψαρέψει, επηρεασμένος προφανώς κι αυτός από την δική μου συνήθεια να ψαρεύω όρθιος. Του φάνηκε δηλαδή, ότι κρατούσα τα ψάρια γύρο μου κι επειδή μάλλον ήλπιζε ότι θα έπαιρνε και αυτός μερικά από αυτά, ετοιμαζόταν να ψαρέψει.
Ανησύχησα γι’ αυτόν είναι αλήθεια, όταν είδα να ετοιμάζει το τσαπαρί που κρατούσε στα χέρια του, οπότε επιχείρησα να του πω όσα ήξερα κι όσα χρειαζόταν βέβαια, προκειμένου να τον προστατέψω τουλάχιστον από αυτά που ενδεχομένως δεν είχε αντιληφθεί ακόμη κι αυτά του έλεγα.
– Καπετάνιε. Έρχεται δυνατός αέρας από την θάλασσα και πολύ ποιο δυνατός από αυτόν μάλιστα, έρχεται ένας άλλος από την ξηρά. Πάμε να φύγουμε από δω, γιατί δεν θα προλάβουμε να βγούμε στην ακτή. Εγώ μεν θα μπορέσω να βγω εύκολα σχετικά, γιατί η βάρκα μου είναι μικρή και επίσης εύκολα θα μπορέσω να την τραβήξω έξω έστω και μόνος μου αν χρειαστεί. Εσύ όμως, κινδυνεύεις αρκετά, γιατί δεν υπάρχει λιμάνι στην ακτή και αυτή η έλλειψη δεν θα σου επιτρέψει να τραβήξεις το ταχύπλοο σου έξω. Άσε που έτσι όπως είναι υπερυψωμένο το σκάφος σου, μάλλον κινδυνεύει δυο φορές περισσότερο από το δικό μου και μαζί με αυτό, θα κινδυνέψεις κι εσύ αν σε προλάβει το μπουρίνι που έρχεται από την ξηρά κι όπως σε βλέπω και με βλέπεις, θα μετανιώσεις και την στιγμή που σκέφτηκες να έρθεις μέχρις εδώ.
Αντί να σκεφτεί όμως αυτός, όσα άκουγε να του λέω εγώ προστατευτικά, με πήρε από τα μούτρα. Κοίτα ρε συ την δουλειά σου έλεγε υπεροπτικά κι όπως τον έβλεπα από πολύ κοντά πλέον, άγνωστος μου φαινόταν, αλλά και μετά από αυτά που μου είπε, συνέχισε να ασχολείται με το τσαπαρί του. Εγώ βέβαια πράγματι ανησυχούσα για την ζωή του, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να βγει εύκολα στην ακτή, αλλά και πάλι έκανα προσπάθεια να τον μεταπείσω και ατέρμονα κουβέντα πιάσαμε .
– Αδελφέ μου. Πράγματι θα είναι πολύ δύσκολα να βγεις έξω μ’ αυτό το υπερυψωμένο σκάφος που διαθέτεις και θα σε παρακαλέσω να ακούσεις αυτά που σου λέω. Το πεντάμετρο σκάφος σου, δεν θα προλάβεις να το βγάλεις με ασφάλεια για εσένα στην ακτή. Άκουσέ με.
– Δεν κοιτάς τα χάλια σου ρε; Εσύ ήρθες μ’ αυτό το καρύδι τόσο μακριά και μάλλον θέλεις μια μέρα για να βγεις έξω με τα κουπιά και κάνεις υποδείξεις σε μένα; Δεν βλέπεις ότι εγώ έχω δυο εκατονπενηντάρες μηχανές στο σκάφος μου και με ένα μπρρρ που θα κάνω, θα βρεθώ στην ακτή;
– Μη βασίζεσαι στις μηχανές σου σε παρακαλώ και μη ρίχνεις το τσαπαρί σου. Άκουσε με και βγες έξω γρήγορα.
– Άντε ρε κάνε την δουλειά σου και άσε με ήσυχο.
Αυτά μου είπε θυμωμένος αυτός κι αφού δεν άκουγε τίποτε από όσα του έλεγα, έπιασα κι εγώ τα κουπιά μου κι έφυγα από κοντά του γρήγορα και μάλιστα με όλη μου την δύναμη προς την ακτή, αφού πολύ μακριά της βρισκόμουν. Μέχρι να φτάσω λοιπόν εκεί, ένα στόχο είχα στο μυαλό μου. Να προστάτευα τον εαυτό μου πρωτίστως, αλλά και την βαρκούλα μου δευτερευόντως.
Κουράστηκα να κωπηλατώ γρήγορα και για ένα τέταρτο περίπου, αλλά κι όπως το υπολόγισα, ίσα, ίσα που πρόλαβα να βγω στην παραλία, γιατί με πρόλαβε ο αέρας που έσπρωχνε τα σύννεφα προς την θάλασσα. Από μακριά άλλωστε φαινόταν αυτό, αφού όσα από τα πράγματα μας ήταν πρόχειρα αφημένα γύρο από τα σπιτάκια μας, έτρεχαν κι αυτά προς την θάλασσα.
Τράβηξα με πολύ κόπο την βάρκα μου όταν πάτησα τελικά στην ακτή και την αναποδογύρισα πάνω στην άμμο στην συνέχεια, για να μην μπορέσει να την σηκώσει ο αέρας και μου την πετάξει στην θάλασσα. Δεν την έδεσα στην θέση της όμως, όπως έκανα σε παρόμοιες περιπτώσεις, γιατί είχα τον νου μου στο μικρό μου τζιπ.
Ήθελα να σκεπάσω αυτό πρώτα με τον μουσαμά του, μη μου γεμίσει άμμους και χώματα που μετέφερε ο δυνατός αέρας. Άφησα λοιπόν την βάρκα λυμένη και βάλθηκα στο να σκεπάζω το τζιπ. Μόλις τελείωσα όμως, ασφάλισα την γυναίκα μου όπως και τα δυό παιδιά μου μέσα στο σπιτάκι μας, όπως έκαναν και οι γείτονές μας άλλωστε κι αμέσως μετά βγήκα έξω, προκειμένου να ασφαλίσω και όσα από τα πράγματα μας ήταν πρόχειρα αφημένα στην αμμουδιά.
Τα έκανα όλα γρήγορα εγώ, αλλά και γρήγορα μας πλάκωσε το κυρίως μπουρίνι. Ο πολύ δυνατός αέρας δηλαδή, ο οποίος παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του. Ξεπάτωνε τις στέγες από τα σπίτια εκείνη την ώρα, όπως και τα δένδρα που έβρισκε στις αυλές τους. Κι όλα αυτά, τα πετούσε όπου μπορούσε. Εγώ δε, με τα βίας βάδιζα και για να το καταφέρω, σκυφτός το έκανα. Αν έκανα πως σηκωνόμουν, αμέσως με έριχνε ο αέρας, με την πλάτη στην άμμο. Έτσουζαν δε τα μάγουλα όταν με χτυπούσε με δύναμη η άμμος που και αυτήν ακόμη σήκωνε στο πέρασμά του κι όπως καταλαβαίνεται, ούτε τα μάτια μου μπορούσα να ανοίξω, προκειμένου να δω πού βρίσκομαι, αλλά και που πήγε η βάρκα μου, αφού δεν την βρήκα στην θέση της όταν πήγα να την δέσω.
Για να μπορέσω δε να δω, που πήγε, αναγκάστηκα να γυρίσω την πλάτη μου προς την αφετηρία του αέρα και τότε μόνον την είδα να κάνει τούμπες όρθια, να πέφτει με δύναμη τριάντα μέτρα περίπου ποιο πέρα από το σπιτάκι μας, αλλά και να σκάει με δύναμη πάνω στα κύματα, τα οποία είχαν ακόμη αντίθετη φορά με αυτήν του αέρα.
Μετά από πολλές τούμπες, έφτασα επιτέλους κι εγώ κοντά της. Μαζί με εμένα βέβαια, έτρεχαν και οι γείτονες πίσω μου στην προσπάθειά τους να με βοηθήσουν κι έτσι, όλοι μαζί την πιάσαμε και με πολύ δυσκολία την σύραμε λίγο ποιο πάνω από κει που σκάει το χειμερινό κύμα, όπου και την δέσαμε τελικά γύρο από ένα στύλο, τον οποίο είχαμε εκεί έτοιμο για τέτοιες ανάγκες, αν και η βάρκα μου ήταν πια κομματιασμένη σχεδόν από τις πολλές τούμπες που πήρε.
Αφού ασφαλίσαμε τα πάντα γύρο μας στην συνέχεια, μαζευτήκαμε όλοι μαζί στο υπόστεγο της δικής μου παράγκας όπως πάντα, όπου κι εξετάζαμε με την ησυχία μας πλέον τα ψάρια που τους έφερα. Μέσα σ’ εκείνη την φασαρία όμως, είναι αλήθεια ότι ξέχασα εντελώς τον άνθρωπο με το υπερυψωμένο ταχύπλοο.
Το μεγάλου σκάφος του λιμενικού ήταν αυτό που με ανάγκασε να τον θυμηθώ, δεδομένου ότι μας έκανε μια απρόσμενη επίσκεψη εκείνη την ώρα, αφού ποτέ άλλοτε δεν μας επισκέφτηκε για κάποιο λόγο. Έκανε δε πολλές επικίνδυνες μανούβρες στα ρηχά όπως βλέπαμε και κάτω από την δυνατή βροχή που ξέσπασε μαζί με τον αέρα, κάτι προσπαθούσε να πιάσει ή να εμποδίσει, αλλά δεν τα κατάφερνε.
Έψαχνα κι εγώ εναγωνίως μαζί με τους υπόλοιπους να δω μέσα στο σκοτάδι, τι ακριβώς έκανε εκεί το λιμενικό, ή αν ήταν το υπερυψωμένο ταχύπλοο αυτό που προσπαθούσε να βοηθήσει, αλλά λόγω της βροχής και του δυνατού αέρα, τίποτε δεν έβλεπα. Αν ήταν αυτό, βεβαίως και δεν θα μπορούσε να βγει με, ή χωρείς την βοήθεια του λιμενικού σκάφους στην ακτή μας, οπότε περιμέναμε κι εμείς να δούμε το αποτέλεσμα.
Παρατηρώντας καλά, καλά, όμως στην συνέχεια, αναγνώρισα τελικά την ογκώδη φιγούρα του υπερυψωμένου ταχύπλοου, το οποίο, όντως πάλευε εκεί, μια με τα κύματα που τον έφερναν προς την ακτή και μια με τον αέρα που το έσπρωχνε προς τα βαθιά. Κι αφού σιγουρεύτηκα, ότι αυτό ήταν, τότε μόνον ανάφερα στους παρευρισκόμενους, την στιχομυθία που είχα με τον άγνωστο σε μας καπετάνιο του.
Εκείνος βέβαια, από εγωισμό και μόνο, έβαλε την ζωή του σε κίνδυνο, γιατί πράγματι και δεν μπορούσε να βγει εκείνη την στιγμή στην ακτή μας όπως αποδείχτηκε, όσο υπερήφανος κι αν ήταν, για τις δύο μεγάλες κι εκατονπενηντάρες μηχανές που διέθετε στο σκάφος του.
Ωστόσο. Βεβαίως κι έκαναν εκεί, απεγνωσμένες προσπάθειες οι άντρες του λιμενικού, προκειμένου να πιάσουν το σκάφος του με τα σχοινιά που του πετούσαν, αλλά και πρόσεχαν, μη τυχόν και προσαράξουν σε καμιά ξέρα που είχε η περιοχή μας. Ότι κι αν προσπαθούσαν όμως, ο δυνατός αέρας δεν τους επέτρεπε να του δώσουν καμιά βοήθεια, αφού ούτε τα σχοινιά τους έφταναν στο σκάφος του. Τα πετούσε ο αέρας πότε δεξιά του και πότε αριστερά του.
Αυτά προσπαθώντας λοιπόν και για αρκετή ώρα μάλιστα, έφτασε κάποια στιγμή το ταλαιπωρημένο ταχύπλοο πολύ κοντά στην ακτή μας και μαζί με το λιμενικό, του πετάξαμε και εμείς πολλές φορές τα δικά μας σχοινιά, αλλά ούτε και με αυτά μπορέσαμε να του παράσχουμε κάποια βοήθεια.
Όσο περνούσε η ώρα όμως, άλλο τόσο κέρδιζε έδαφος ο αέρας, οπότε, κατάφερε στο τέλος με την δύναμή του, να απομακρύνει τελικά το ταχύπλοο και να το μεταφέρει πολύ μακριά πια από την ακτή μας κι έτσι, το χάσαμε από τον περιορισμένο ορίζοντα μας.
Για τον ίδιο λόγο άλλωστε, χάσαμε από τα μάτια μας και τα φώτα του λιμενικού σκάφους στην συνέχεια, τα οποία, για πολύ ώρα βλέπαμε να περιστρέφονται στα ανοιχτά, στην προσπάθεια του πληρώματος του να πιάσει εκείνο το πολύπαθο υπερυψωμένο ταχύπλοο, για το οποίο βέβαια, επί πωλώ ελπίζαμε εμείς όπως καταλαβαίνετε, ότι θα το επέστρεφαν τελικά στην ακτή μας, ή στο λιμάνι του Σταυρού, αφού εκεί θα τους ήταν πολύ ποιο εύκολο να το κάνουν.
Μάταια όμως περιμέναμε όλη την νύχτα ξάγρυπνοι στην παραλία την επιστροφή τους. Κανένα από δυό σκάφη δεν είδαμε να επιστρέφει. Ούτε αυτό του λιμενικού, αλλά ούτε και το ταχύπλοο. Όταν πια ξημέρωσε για τα καλά, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα στο τοπικό λιμεναρχείο του Σταυρού, όπου και ζήτησα από τον λιμενάρχη να μάθω, αν επέστρεψαν κάπου το ταχύπλοο, όπως και τον ιδιοκτήτη του βέβαια, αλλά πήρα αρνητική απάντηση.
Πολύ στεναχωρήθηκα όπως καταλαβαίνετε, όταν τον άκουσα να μου λέει, ότι αν και το προσπάθησαν πολύ μέσα στην νύχτα και στην μπόρα που τους εμπόδιζε, δεν μπόρεσαν οι συνάδελφοί του να σκαλώσουν το ταχύπλοο κι ότι το έχασαν μέσα στο σκοτάδι. Το βρήκαν τα χαράματα βέβαια, αλλά το βρήκαν αναποδογυρισμένο ανοιχτά της Λήμνου. Το κακό όμως ήταν, ότι ο άτυχος κάτοχος του, δεν βρέθηκε πουθενά.
Λυπήθηκα είναι αλήθεια για τον συνάδελφο μου ψαρά και καπετάνιο, ο οποίος χάθηκε τόσο άδοξα κι από τότε και μετά, έβαλα κι εγώ νερό στο κρασί μου και δεν απομακρυνόμουν τόσο πολύ από την ακτή, ούτε για το ψάρεμα, αλλά ούτε και για τις βόλτες που έκανα με τα πανιά, γιατί η θάλασσα έπνιξε κατά καιρούς πολλούς λεβέντες και εγώ δεν ήθελα πλέον να είμαι ένας από αυτούς.
Μιχάλης Αλταλίκης