
Πέρασε αρκετός καιρός όμως από τότε που μελετούσα μόνος μου τα καμώματα του εγωισμού κι όπως έπρεπε, συνέχιζα να κάνω την δουλειά μου και μάλιστα, με τον ρυθμό που μου επέβαλαν οι υποχρεώσεις μου.
Αυτές βέβαια, μεγάλωναν όλο και περισσότερο, ή της μεγάλωνα εγώ, βλέποντας να μεγαλώνουν παράλληλα και οι ανάγκες των μοναχών και της Μονής μας κι έτσι, εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκα, ώστε να τους οργανώσω και μια αποθήκη για τα βιβλία που διακινούσαν, τα οποία βέβαια, πάλι εγώ έπρεπε να διακινώ.
Μαζί με αυτά όμως, άρχισα να πηγαίνω και στην λαχαναγορά της πόλης μας, προκειμένου να τους προμηθεύω τα φρούτα και λαχανικά που τους χρειαζόταν και για να το κάνω αυτό, από τις δύο το πρωί βρισκόμουν εκεί προκειμένου να πάρω ότι ήταν καλύτερο κι αμέσως μετά επέστρεφα στο κέντρο της πόλης μας, για τις υπόλοιπες αγορές μου.
Εκεί πάλι, έφτανα κατά τις πέντε το πρωί και μέχρι να ανοίξουν όλα τα καταστήματα, έκανα τον πρωινό μου κανόνα κι αν με περίσσευε χρόνος ξάπλωνα μέσα στο αυτοκίνητό μου όπως μου συνέστησε να κάνω ο οδοντίατρος.
Εκεί σταθμευμένος όμως, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έβλεπα να κάνουν τα νεαρά άτομα, όταν έβγαιναν μεθυσμένα από τα νυχτερινά κέντρα της περιοχής. Κι επειδή αυτά που έκαναν δεν μπορώ να σας τα περιγράψω ως εντελώς ακατάλληλα, θα σας πω τι έκανε ένας νεαρός, ευρισκόμενος στην ίδια κατάσταση.
Ερχόταν τρικλίζοντας αυτός από την οδό Τσιμισκή προς την Φράγκων και μη μπορώντας να βαδίσει σε ευθεία οδό, μια πήγαινε προς το ένα και μια προς το άλλο πεζοδρόμιο. Παρατηρώντας τον όμως, έβλεπα να φορά τα ρούχα του με παράλογη, ή μεθυσμένη σειρά αν θέλετε. Φορούσε δηλαδή το σακάκι του, πάνω από το παλτό του.
Είχαν περάσει βέβαια τα πολλά κρύα, αλλά ακόμη φοριόταν αυτό θα έλεγα. Το να το φορούσε όμως κανείς κάτω από το σακάκι του, ούτε βολικό ήταν, ούτε και λογικό. Κι επειδή τον ενοχλούσα αυτή η ανάποδη σχέση, όπως έβλεπα να κουνάει τους ώμους του, στάθηκε μπροστά στο σταθμευμένο μου αυτοκίνητο, προκειμένου να κάνει την αλλαγή όπως υπολόγιζα κι αυτό έκανε τελικά.
Έβγαλε δηλαδή το σακάκι του κι αφού δεν είχε που να το ακουμπήσει, το έριξε πρόχειρα πάνω στο κάδο με τα σκουπίδια. Έβγαλε μετά και το παλτό του, το οποίο επίσης έριξε πάνω στον ίδιο κάδο. Πήρε το σακάκι του ύστερα κι όπως έπρεπε, φόρεσε πρώτα αυτό και μετά το παλτό του.
Μπράβο, έλεγα κι εγώ βλέποντας τον. Αυτή είναι η λογική σειρά. Πρώτα φοράμε το σακάκι μας και πάνω από αυτό το παλτό μας αν το χρειαζόμαστε. Αφού λοιπόν φόρεσε ο μεθυσμένος νεαρός με την κανονική σειρά τα ρούχα του, έκανε να φύγει από τον κάδο, αλλά και πάλι επέστρεφε.
Πηγαινοερχόταν αρκετές φορές για την ακρίβεια, οπότε, από την συμπεριφορά του κι εγώ συμπέρανα, ότι πάλευε μάλλον με τους λογισμούς του θολωμένου του μυαλού. Μη μπορώντας όμως να πάρει κάποια απόφαση, για το τι επιτέλους ήθελε να κάνει εκεί, στάθηκε με αποφασιστικότητα κάποια στιγμή μπροστά από τον κάδο, όπου και το μελετούσε μάλλον.
Όταν κατέληξε επιτέλους κάπου, τον είδα να βγάζει το παλτό του όπως και το σακάκι του και να τα φοράει πάλι ανάποδα και με την σειρά που τα φορούσε όταν έφτασε κοντά μου. Πρώτα το παλτό του δηλαδή και πάνω από αυτό το σακάκι του.
Όπως ήταν και λογικό όμως αυτό, πάλι τον ενοχλούσαν αυτά με την σειρά που τα φορούσε. Το έβλεπα βέβαια, αλλά και δεν μπορούσα να βγω από το αυτοκίνητό μου και να του επιβάλω εγώ την σωστή σειρά που έπρεπε να τα φορέσει. Κι όταν πάλι είπα μέσα μου, ας πάω να τον βοηθήσω, αυτός από μόνος του ξεκίνησε να τα κάνει όλα με την λογική σειρά και πάλι όπως υπολόγισα.
Έβγαλε δηλαδή το σακάκι του και φορώντας μόνον το παλτό του, έμεινε για λίγο σκεπτικός. Μη ξέροντας ύστερα, τι να κάνει με το σακάκι του, άνοιξε τον κάδο και το έριξε μέσα. Σίγουρος για το αποτέλεσμα στην συνέχεια, πήγε να φύγει.
Κρίμα το σακάκι έλεγα εγώ και τον είδα να σταματά λίγο παραπάνω, σαν κάτι άλλο να τον απασχολούσε. Λογικά σκεπτόμενος όμως, γύρισε πίσω κι έβγαλε το σακάκι του μέσα από τον κάδο. Το λυπήθηκε έλεγα, οπότε, καλά έκανε. Το κράτησε για λίγο στα χέρια του κι αφού πήρε την απόφασή του, το άφησε ξανά πάνω στον κάδο.
Έβγαλε το παλτό του στην συνέχεια και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε αυτό μέσα στον κάδο, σαν να μην το χρειαζόταν. Φόρεσε το σακάκι του μετά κι όπως έπρεπε, ανηφόρισε επιτέλους προς τα πάνω.
Πάλι επέστρεψε όμως, αλλά όχι προς τον κάδο και το παλτό του, αλλά προς το κατάστημα με τις μπουγάτσες. Πέντε το πρωί ήταν κι όπως έβλεπα τον καταστηματάρχη, ετοίμαζε τις μπουγάτσες του στο πατάρι του.
Ο μεθυσμένος νεαρός βέβαια, ούτε αυτόν έβλεπε, αλλά ούτε και την πόρτα του καταστήματος ήθελε να δει αν ήταν κλειδωμένη, ή όχι, αφού δεν την είχε ανοίξει ακόμη ο μπουγατσατζής, γι’ αυτό και την χτυπούσε με δύναμη ο νεαρός, μην ορίζοντας προφανώς τις κινήσεις του.
Ακούγοντας τον θόρυβο ο άνθρωπος, κατέβηκε από το εργαστήριό του γρήγορα, προκειμένου να δει τι γίνεται και ποιος ήταν αυτός που χτυπούσε τόσο δυνατά την πόρτα του. Βλέποντας τον νεαρό εκεί, του έλεγε μάλλον ότι δεν άνοιξε ακόμη κι ότι έπρεπε να έρθει αργότερα.
Ο νεαρός όμως δεν υποχωρούσε, γι’ αυτό και χτυπούσε την τζαμένια πόρτα ποιο δυνατά. Θυμωμένος ο μπουγατσατζής με την συμπεριφορά του, άνοιξε την πόρτα κι αφού έπιασε τον νεαρό από τους ώμους, τον πέταξε με δύναμη στον δρόμο, χωρίς να προσέξει το ΤΑΧΙ που ερχόταν.
Αμέριμνος κι ο ταξιτζής, άργησε να αντιδράσει βλέποντας να πέφτει άνθρωπος μπροστά του κι έτσι, λίγο έλειψε να του πατήσει το κεφάλι με την μπροστινή του ρόδα. Κατέβηκε ωστόσο από αυτοκίνητό του και μάλωνε τον μπουγατσατζή για όσα έκανε κι αμέσως έσκυψε να δει τι απέγινε ο νεαρός, ο οποίος όμως, συγχυσμένος καθώς ήταν, ούτε να σηκωθεί μπορούσε, αλλά και μηλιά δεν έβγαζε.
Τον σήκωσε βέβαια ο ταξιτζής και τον έβαλε να καθίσει στο πεζοδρόμιο. Μετά από αυτό, τον άφησε εκεί κι έφυγε. Βλέποντας ο νεαρός τον ταξιτζή να φεύγει, σηκώθηκε αργά, αργά από το πεζοδρόμιο κι όπως έπρεπε, προσπαθούσε να πάει κάπου, αν και δεν ήξερε προς τα πού, γι’ αυτό κι έκανε κύκλους γύρο από τον εαυτό του για λίγο. Αφού βρήκε τελικά που ήθελε να πάει, ανηφόρισε τελικά την οδό Λέοντος Σοφού και πάλι τρικλίζοντας.
Μετά από λίγο καιρό όμως, ένας άλλος νεαρός εμφανίστηκε στην ίδια διασταύρωση, ο οποίος δεν φαινόταν μεν πολύ μεθυσμένος, αλλά έχασε το αυτοκίνητό του όπως έλεγε. Ξέχασε προφανώς που το έβαλε όταν ήρθε από βραδύς στην εν λόγω περιοχή, γι’ αυτό και δεν το έβρισκε.
Πέρασε πολλές φορές είναι αλήθεια μπροστά από το σταθμευμένο μου αυτοκίνητό, γι’ αυτό και μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά του. Με είδε κι αυτός βέβαια, οπότε, ήρθε στο παράθυρό μου και μου έκανε νόημα να το ανοίξω, ενώ ρωτούσε να του πω, αν είδα το αυτοκίνητό του.
Τι να του έλεγα λοιπόν; Φίλε μου, ούτε εσένα ξέρω, ούτε το αυτοκίνητό σου. Αν θυμηθείς όμως, πού το άφησες όταν ήρθες, μάλλον θα το βρεις. Αν δεν το θυμηθείς όμως, θα είναι καλύτερα για σένα να πας στο σπίτι σου κι αφού κοιμηθείς αρκετά εκεί, τότε σίγουρα θα θυμηθείς πού το άφησες, οπότε, πάλι θα το βρεις.
Διαφωνώντας μαζί μου αυτός, έλεγε με απορία. Τι λε ρε? Εγώ το άφησα εδώ που βρίσκεσαι εσύ και τώρα δεν είναι. Άρα, πρέπει να ξέρεις που βρίσκεται. Βλέποντας να μην τον απαντώ, έφυγε από κοντά μου κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι του.
Στην απέναντι γωνία του δρόμου όμως, σταμάτησε έναν περαστικό, στον οποίο έκανε το ίδιο ερώτημα. Μήπως είδες το αυτοκίνητό μου; Εδώ το άφησα του έλεγε και τώρα δεν το βρίσκω. Ξαφνιασμένος ο περαστικός από το ερώτημα του μεθυσμένου μάλλον νεαρού, του έλεγε κάπως νευριασμένος. Δεν μας παρατάς ρε; Πού ξέρω εγώ το αυτοκίνητό σου, ώστε να ξέρω και πού βρίσκεται;
Φεύγοντας από κοντά του όμως, έλεγε φωναχτά τις σκέψεις του. Μεθάνε όλη την νύχτα και τα χαράματα ψάχνουν τα αυτοκίνητά τους. Να έβαζε ένα μαντίλι στον καθρέφτη του, ώστε να το αναγνώριζε εύκολα. Έλεγε κι άλλα καθώς αποκρινόταν, αλλά δεν τα καταλάβαινα.
Έφυγε κι ο νεαρός όμως, αλλά μετά από ένα τέταρτο περίπου επανήλθε και πάλι με ρωτούσε να του πω που βρισκόταν το αυτοκίνητό του. Κανείς δεν ξέρει του έλεγα, πού άφησες εσύ το αυτοκίνητό σου. Ψάξε σε όλα τα στενά εδώ γύρο και κάπου θα το βρεις αν θυμάσαι την μάρκα και το χρώμα του.
Απαντώντας αυτός, έλεγε πολύ απλά. Ένα μαύρο είναι ρε, πουθενά δεν το είδες; Αν προσέξεις καλά του απαντούσα, θα δεις ότι πέντε μαύρα αυτοκίνητα είναι παρκαρισμένα σ’ αυτό το στενό. Κάποιο από αυτά θα είναι το δικό σου. Δοκίμασε να τα ανοίξεις και πού ξέρεις μπορεί και να ανταποκριθεί κάποιο.
Έγινε έξη το πρωί εν τω μεταξύ κι εγώ κατέβηκα από το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να ξεκινήσω τις προγραμματισμένες μου αγορές κι έτσι, άφησα τον νεαρό να ψάχνει τι έπρεπε να κάνει με τα μαύρα αυτοκίνητα.
Μπαίνοντας στα καταστήματα στην συνέχεια, διαπίστωσα ότι κανέναν από τους καταστηματάρχες δεν άφησε ήσυχο. Από όλους δηλαδή ζήτησε να του πουν πού βρισκόταν το αυτοκίνητό του, αλλά και όλοι σχεδόν τον αντιμίλησαν δεόντως όπως μου είπαν.
Τον συνάντησα πάλι όμως μετά από μια ώρα, οπότε εγώ τον ρώτησα πια. Τί έγινε ρε; Το βρήκες επιτέλους; Όχι ρε θείο. Πουθενά δεν είναι. Κουράστηκα όμως να περπατώ τα στενά ψάχνοντας. Θα πάρω ΤΑΞΙ τώρα και με αυτό προχωρώντας, μάλλον θα το βρω ποιο εύκολα. Μακάρι του είπα, αν και πιστεύω ότι στο σπίτι σου το άφησες και δεν το θυμάσαι. Όχι ρε θείο, εδώ το άφησα έλεγε καθώς έμπαινε στο ΤΑΧΙ που σταμάτησε.
Έκανα εγώ τα ψώνια μου από τα καταστήματα, αλλά και συναντούσα τον νεαρό να περιφέρεται με το ΤΑΧΙ στα στενά. Δεν άφησε στενό δηλαδή της ευρύτερης περιοχής που να μην το επισκέφτηκε αναζητώντας το αυτοκίνητό του. Ότι κι αν έκανε όμως, αποτέλεσμα δεν είχε, γιατί κατά τις δέκα πια, είδα τον ταξιτζή να σταματά στην μέση του δρόμου, να κατεβαίνει από την θέση του και να τραβά με δύναμη τον νεαρό έξω.
Τον πέταξε στον δρόμο για την ακρίβεια, αγανακτισμένος προφανώς κι αυτός από το κουραστικό ψάξιμο στα στενά χωρίς αποτέλεσμα. Τον προσπέρασα κι εγώ βέβαια χωρίς να του πω τίποτε, αλλά και τι θα μπορούσα να του πω άλλωστε; Μήπως ήξερα πού ήταν το αυτοκίνητό του;
Για την ακρίβεια όμως, δεν ήταν μόνον οι νεαροί που μεθούσαν και δεν ήξεραν τι έκαναν. Ήταν και οι νεαρές. Για την συμπεριφορά των οποίων βέβαια, δυσκολεύομαι να σας πω έστω και κάτι όπως σας είπα, γιατί δεν είναι πράξεις που λέγονται.
Από μεθυσμένους όμως, όποιοι κι αν είναι, μα γέροι μα νέοι, μα αγόρια μα κορίτσια, τίποτε καλό δεν μπορούμε να περιμένουμε. Αυτές της νεαρές δηλαδή παρατηρώντας κάποια στιγμή και η καταστηματάρχης κυρία Ελένη, έλεγε με στόμφο, ότι οι μάνες τους έφταιγαν.
Βεβαίως και φταίνε οι μανάδες τους έλεγε. Τις στέλνουν εδώ να σπουδάσουν κι αυτές βγάζουν τα μάτια τους σαν τα σκυλιά στους δρόμους, χωρίς να αισθάνονται καμιά ντροπή. Πού της αφήνεται μόνες κι έρημες μωρέ και προπαντός ανεξέλεγκτες μέσα σ’ αυτήν την πόλη; Ξέρετε άραγε τι κάνουν αυτές εδώ, όσο εσείς κοιμάστε όρθιες, νομίζοντας ότι σπουδάζουν;
Η δικιά μου μάνα με σκότωσε στο ξύλο, μόνον και μόνον γιατί έμαθε ότι αγαπούσα κι εγώ έναν συμμαθητή μου. Ποτέ όμως δεν άργησα να επιστρέψω στο σπίτι μου και προπαντός, ποτέ δεν ξημέρωσα στους δρόμους σαν κι αυτές τις ξεγυμνωμένες, όπως και ποτέ δεν θα με άφηνε η δική μου μάνα να φύγω από το σπίτι σ’ αυτό το χάλι, γιατί χάλι είναι.
Τις βλέπεις; Μέχρι τον αφαλό είναι ανοιχτές από μπροστά κι από πίσω, μέχρι τα καπούλια τους. Τι να κάνουν και οι νεαροί, όταν τις βλέπουν έτσι; Λογικά πια τρέχουν κι αυτοί πίσω τους σαν τους σκύλους. Πού τις αφήνετε μόνες τους βρε μανάδες; Όταν φεύγουν από τα σπίτια σας, δεν τις βλέπεται ότι είναι ντυμένες σαν καμπαρετζούδες;
Αν κυκλοφορεί έτσι άσεμνα ένα κορίτσι στους δρόμους και στα νυχτερινά κέντρα, υπάρχει περίπτωση να το αφήσουν ήσυχο; Δεν θα το μεθύσουν δηλαδή και δεν θα σας το στείλουν λέτε στο σπίτι έγκυο; Και δεν θα τρέχετε στους γιατρούς μετά όλοι μαζί για τα περεταίρω; Μάνες είστε εσείς μωρέ, ή προαγωγοί;
Αυτά λοιπόν έλεγε η κυρία Ελένη, αγανακτισμένη από την συμπεριφορά των κοριτσιών, η οποία ομολογουμένως παραμένει ξετσίπωτη. Αν έτυχε να δείτε κι εσείς μια τέτοια ακατανόμαστη συμπεριφορά, θέλοντας και μη θα συμφωνούσατε με τις παρατηρήσεις της κυρίας Ελένης, όπως και με τις παρατηρήσεις των άλλων μητέρων που διέθεταν καταστήματα εκεί και χωρίς να το θέλουν, βρισκόταν στην δυσάρεστη θέση να βλέπουν έξω από την πόρτα τους, αυτές τις ανάρμοστες συμπεριφορές, τις οποίες και καυτηρίαζαν με τα χειρότερα επίθετα.