Με έκλεψαν για δεύτερη φορά

Όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, μέχρι και στα χωριά τους πήγαινα με το φορτηγάκι μου όταν με καλούσαν οι φίλοι μας αγρότες, προκειμένου να μου δώσουν φρούτα για τις ανάγκες της μονής μας, πότε από την προσωπική τους παραγωγή και πότε από την επίσης φιλική διάθεση των συνεταιρισμών τους.
Αυτά που μου έδιναν δε, μονίμως ήταν πολλά και τόσα πολλά μάλιστα, που μετά βίας μπορούσαν να χωρέσουν το φορτηγάκι μου. Γνωρίζοντας δηλαδή κι αυτοί, της δυνατότητες του αυτοκινήτου μας, ποτέ δεν μου έβαζαν λιγότερα από εξήντα μεγάλες και καλά γεμάτες κλούβες από μίλα τις περισσότερες φορές, όπως κι από ροδάκινα βέβαια κατά την εποχή τους.
Με λίγα λόγια, όλη την Μακεδονία μας επισκεπτόμουν για τον ίδιο σκοπό και πολλές φορές τον χρόνο μάλιστα έκανα παρόμοια ταξίδια προκειμένου να καλύψω τους πατέρες, όπως και τους επισκέπτες μας άλλωστε από φρούτα, αφού στο καθημερινό μας τραπέζι, παραπάνω από διακόσιοι άνθρωποι σιτίζονται τις περισσότερες φορές.
Μαζί με αυτά βέβαια κι από κομπόστες θέλοντας να μας καλύψει ένας παλιός φίλος της μονής μας, στο εργοστάσιο που διατηρεί και λειτουργεί στην περιοχή της Σκύδρας με κάλεσε μια μέρα να μου δώσει, όσες από αυτές θα χωρούσαν στο φορτηγάκι μου, γνωρίζοντας ασφαλώς κι από πρώτο χέρι μάλιστα τις ανάγκες μας, αφού αυτός ιδικά, συχνά μας επισκεπτόταν.
Δεν μπορώ να έρθω σήμερα του έλεγα, γιατί το πρόγραμμα αγορών που έχω να εκτελέσω, δεν μου επιτρέπει να απομακρυνθώ από την έδρα μου, αλλά και χρήματα περιμένω να μου φέρει κάποιος προκειμένου να καλύψω τις ανάγκες μας. Αν φύγω από την Θεσσαλονίκη σήμερα λοιπόν, θα χάσω αυτόν και μαζί με αυτόν και τα χρήματα που χρειάζομαι.
Αν δεν έρθεις σήμερα σ’ εμένα όμως, απαντούσε αυτός, θα μείνετε κι από κομπόστες μέσα στον Σεπτέμβριο και μέχρι να βρεις τα ανάλογα μίλα, θα αναγκαστείς να πάρεις κομπόστες από την αγορά κι αυτό όπως πολύ καλά γνωρίζω, καθόλου καλό δεν θα είναι για τα οικονομικά σας.
Έλα σήμερα λοιπόν σ’ εμένα, πρόσθεσε, γιατί θα φύγω το απόγευμα και θα επιστρέψω από το εξωτερικό που θα πάω, μετά από δυό μήνες περίπου. Αυτόν που περιμένεις να συναντήσεις όμως, μπορείς να τον δεις το απόγευμα κι επιστρέφοντας από την Σκύδρα, οπότε, θα καλυφθείς και από τα δύο.
Αυτά μου είπε ο φίλος μας και τον προβληματισμό που αυτός μου προκάλεσε θέλοντας να ξεπεράσω στην συνέχεια, όντως παρακάλεσα τον άνθρωπο που θα μου έφερνε τα χρήματα να περιμένει την επιστροφή μου κι όπως έπρεπε, πήγα να πάρω τις κομπόστες πρώτα, αφού βέβαια ενημέρωσα σχετικά και τους πατέρες για όσα θα έκανα.
Πήγα λοιπόν στην Σκύδρα τελικά κι αφού πήρα τις κομπόστες από τον φίλο μας, το απόγευμα επέστρεψα στην Θεσσαλονίκη κι επειδή ήμουν αρκετά υπέρβαρος, έκλεισαν θέση στο καράβι οι πατέρες, ώστε να τους τις πήγαινα το επόμενο πρωί κιόλας στο μοναστήρι μας.
Κι αφού αυτό το πρόγραμμα είχα να αντιμετωπίσω στην συνέχεια, ούτε και τα χρήματα χρειαζόμουν επειγόντως, αλλά επειδή σίγουρα θα τα χρειαζόμουν την μεθεπομένη, κατά τις τέσσερεις το απόγευμα τελικά συνάντησα τον άνθρωπο κι αφού μου τα έδωσε, συνέχισα τον δρόμο μου πηγαίνοντας προς το σπίτι μου όπως έπρεπε. Άλλωστε, δεν είχα χρόνο να κάνω και κάτι ακόμη από εκεί και μετά.
Σε φάκελο βέβαια μου έδωσε ο άνθρωπος τα χρήματα κι επειδή στον δρόμο τον συνάντησα, κάπως πρόχειρα τα ακούμπησα δίπλα μου και στο κάθισμα του συνοδηγού τα άφησα, προκειμένου να τα πάρω από εκεί, όταν πια θα στάθμευα στο σπίτι μου.
Προς αυτό κατευθυνόμενος λοιπόν, άκουσα κάποια στιγμή να χτυπά το τηλέφωνό μου κι όπως άκουγα από την ανοικτή ακρόαση, μου έδιναν μια επείγουσα εντολή οι πατέρες, μέσω της οποίας και με ωθούσαν να τους κάνω μια επίσης επείγουσα αγορά.
Προκειμένου να με διευκολύνουν όμως όπως έλεγαν, σε κάποιο από τα μεγάλα καταστήματα της πόλης μας μπορούσα να βρω αυτά που μου ζητούσαν κι επειδή ήδη το πλησίασα μιας και βρισκόταν στον δρόμο μου, μπήκα στην τεράστια αλάνα του κι όπως έπρεπε, στάθμευσα το φορτηγάκι μου σε ένα από τα πολλά ομολογουμένως πάρκιν τους, αλλά και μπροστά από την είσοδο του καταστήματος το έβαλα.
Κι ενώ κατέβαινα από την καμπίνα μου, ακόμη μιλούσα στο τηλέφωνο με τους πατέρες, ακυρώνοντας την ανοικτή ακρόαση κι ακόμη έγραφα σε ένα χαρτί αυτά που μου ζητούσαν. Συνέχιζα δε να κάνω το ίδιο κι όταν ακόμη έκλεινα την πόρτα μου και με το κλειδί στο χέρι προσπαθούσα να την κλειδώσω.
Από ότι αποδείχτηκε όμως αργότερα, δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τον σκοπό μου, γιατί σκύβοντας να πάρω τον στυλό που μου έπεσε, αλλά και διαφωνώντας εκείνη την στιγμή με τις οδηγίες των πατέρων για όσα μου έλεγαν, άφησα στην μέση την διαδικασία του κλειδώματος.
Κι επειδή τόσο οι οδηγίες τους, όσο και οι διευκρινήσεις τους ήταν πολλές, υποχρεώθηκα να κρατώ τις ανάλογες σημειώσεις, μέχρι που μπήκα στο κατάστημα κι έψαχνα στα ράφια του να βρω αυτά που έπρεπε να πάρω.
Στην προσπάθειά μου να αποφύγω κάποια λανθασμένη ενδεχομένως αγορά το έκανα αυτό, οπότε, με την δική τους συμμετοχή, βεβαίως και τους πήρα τελικά αυτά που έπρεπε κι όταν πια τελείωσα μετά από μια ώρα αγορών περίπου, ένα πράγμα μόνον με απασχολούσε. Πού θα έβαζα αυτά που τους πήρα, αφού το φορτηγάκι μου ήταν ήδη αρκετά φορτωμένο.
Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, με αυτήν την σκέψη βρέθηκα σε κάποιο από τα ταμεία τους κι όπως έπρεπε, έκανα να βγάλω το πορτοφόλι μου εκεί, προκειμένου να πληρώσω το κόστος των αγορών μου, αλλά και τα κλειδιά μου έψαχνα να βρω συγχρόνως, στην προσπάθειά μου να ήμουν καθ’ όλα έτοιμος, όταν θα πήγαινα μετά από λίγο να τοποθετήσω αυτά που προμηθεύτηκα στο φορτηγάκι μου.
Τα κλειδιά μου ψάχνοντας στις τσέπες μου όμως, πουθενά δεν τα έβρισκα και νομίζοντας ότι τα ξέχασα μάλλον σε κάποιο από τα ράφια του καταστήματος, άφησα το παραφορτωμένο καρότσι μου σε μιαν άκρη και τρέχοντας έκανα μια βόλτα στα ράφια των διαδρόμων, αλλά ούτε κι εκεί τα βρήκα.
Επιστρέφοντας στο καρότσι μετά από λίγο, ήλπιζα να τα βρω κάπου σ’ αυτό τουλάχιστον πεσμένα, αλλά ούτε κι εκεί τα εύρισκα. Στο επόμενο δευτερόλεπτο όμως, έγινα μούσκεμα από κρύο ιδρώτα, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να τα ξέχασα στην πόρτα του αυτοκινήτου μου.
Είπα να πληρώσω πρώτα τον λογαριασμό και μετά να τα ψάξω, αλλά και πάλι έγινα μούσκεμα από κρύο ιδρώτα, γιατί τα μόνα χρήματα που είχα επάνω μου, ήταν αυτά που μου έδωσε εκείνος ο άνθρωπος. Αυτά όμως τα είχα ξεχάσει στο φορτηγάκι, όπως με πολύ φόβο διαπίστωνα εκείνη την στιγμή και ήδη ανησυχούσα φανερά για την τύχη τους.
Αυτό σκεπτόμενος δηλαδή, τρέχοντας βγήκα έξω από το κατάστημα και το έκανα τόσο γρήγορα μάλιστα, που ούτε κι ο πορτιέρης πρόλαβε να ρωτήσει τον λόγο μιας τόσο ξαφνικής, όσο και πολύ γρήγορης εξόδου από τον χώρο τους.
Όταν έφτασα στο φορτηγάκι, ανακουφισμένος έβλεπα τα κλειδιά μου να κρέμονται από την πόρτα του ευτυχώς για μένα, αλλά και αγονία είχα ακόμη για την τύχη των χρημάτων μου. Με αυτήν στην αναπνοή μου άνοιξα την πόρτα μου στην συνέχεια και με φόρα θα έλεγα πήδηξα στην θέση μου, από όπου και σήκωνα τα διαφημιστικά έντυπα που τα σκέπαζαν να δω, αν ακόμη βρισκόταν εκεί ή όχι.
Με πολύ μεγάλη ανακούφιση όμως, πράγματι έβλεπα τα χρήματά μου άθικτα στην θέση τους κι εκεί ακριβώς που τα είχα αφήσει. Αφού τα πήρα όμως και κλείδωσα επιτέλους την πόρτα του οδηγού, τρέμοντας ακόμη από αγωνία μπήκα στο κατάστημα και τίποτε δεν είπα στον πορτιέρη για το πάθημά μου, αν και πολλές χειρονομίες μου έκανε αυτός να του δικαιολογήσω την συμπεριφορά μου.
Πλήρωσα ωστόσο στο ταμείο το αποτέλεσμα των αγορών μου κι όπως έπρεπε, στρίμωξα τα ψώνια μου πάνω από τις κομπόστες στην συνέχεια και με αρκετό άγχος ακόμη φορτωμένος όπως καταλαβαίνετε, έφτασα τελικά στο σπίτι μου, από όπου και ξεκίνησα τα χαράματα για τον προορισμό μου.
Όταν πια έφτασα και στο μοναστήρι μας, ανάφερα στους πατέρες το πάθημά μου κι όπως έπρεπε, τους έλεγα ότι δεν μου έκλεψαν μεν τα χρήματα, αλλά κι αυτοί έπρεπε να προσέχουν στο εξής, γιατί με το τηλέφωνο στο χέρι, πολλά κακά υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσω.
Τους συμβούλευα μάλιστα, να μου μιλούν λιγότερο μέσω τηλεφώνου στο εξής, ή και καθόλου ακόμη όσο οδηγούσα. Συμφώνησαν εκείνη την στιγμή βέβαια, αλλά και ποτέ δεν τήρησαν τον λόγο τους, δεδομένου ότι ποτέ δεν ήξεραν που βρισκόμουν την στιγμή που με χρειαζόταν, όπως και ποτέ δεν μπορούσαν να ξέρουν, πότε θα τους προέκυπτε κάποια ανάγκη.
Εξαιτίας αυτής της δυσκολίας λοιπόν κι εξαιτίας των συνθηκών που τους προέκυπταν κάθε τόσο οι ανάγκες, θέλοντας και μη αδυνατούσαν να σκεφτούν εμένα, όπως και που βρισκόμουν, ή και τι έκανα την δεδομένη στιγμή, που αυτοί χρειαζόταν την δική μου συμμετοχή στο πρόβλημά τους.
Όσο για μένα όμως, δεόντως ευχαριστούσα τον προστάτη μας Άγιο Νικόλαο μετέπειτα, γιατί όπως αποδείχθηκε, σε κανέναν δεν επέτρεψε να μου πάρει το αυτοκίνητο, όπως και τα χρήματά μου βέβαια, αφού με τα κλειδιά στην πόρτα του κρεμασμένα, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το κλέψει, αν έβλεπε βέβαια, πόσο τον βοηθούσε η απροσεξία μου.
Και για να μου το βεβαιώσει αυτό ο Άγιος Νικόλαος, κάτι άλλο μου προέκυψε μετά από δυό μήνες περίπου, όταν και πάλι βρέθηκα στο πάρκιν του ίδιου καταστήματος, επιστρέφοντας φορτωμένος από το Βελβεντό της Κοζάνης εκείνη την φορά.
Για την ακρίβεια του λόγου μάλιστα, με μίλα ήμουν φορτωμένος κι από τον αγροτικό τους συνεταιρισμό τα πήρα ως ευλογία για τις ανάγκες του μοναστηριού μας. Κι όπως το προγραμμάτισαν αυτό οι πατέρες, την επομένη το πρωί θα τα πήγαινα στο μοναστήρι μας.
Όπως έγινε κι από σύμπτωση πάλι αυτό, την στιγμή που επέστρεφα στο σπίτι μου διάλεξαν θαρρείς να τους κάνω μια επείγουσα απογευματινή αγορά, οπότε, πάλι βρέθηκα στους χώρους του ίδιου καταστήματος κι όπως ήμουν αποφασισμένος πια να κάνω στο εξής, σε κανέναν δεν θα έδινα αφορμή ώστε να μου πάρει το αυτοκίνητο, ή και τα χρήματα μου, αφού κι αυτό θα κλείδωνα πριν φύγω από κοντά του και χρήματα δεν θα άφηνα στον χώρο του.
Για την ακρίβεια πάντως, εξήντα μεγάλες κλούβες και γεμάτες με μίλα είχα φορτωμένο το φορτηγάκι μου, γι’ αυτό και δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος σ’ αυτό, ώστε να του έβαζα κι άλλα πράγματα. Επειδή όμως, μόνον ένα ήταν αυτό που έπρεπε να τους πάρω εκείνη την φορά αν το έβρισκα, στα γρήγορα είχα σκοπό να μπω, όπως και να βγω από το ίδιο κατάστημα.
Μετά δε κι από το προηγούμενο πάθημά μου, ασφαλώς και πρόσεχα περισσότερο, αφού όπως άκουσα από πολλούς άλλους πελάτες τους να μου αναφέρουν κατ’ ιδίαν, αρκετές ζημιές τους έκαναν οι περιφερόμενοι κλέφτες, την ώρα που αυτοί έκαναν τα ψώνια τους.
Αυτό θυμήθηκα δηλαδή, γι’ αυτό και τίποτε δεν άφησα πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού να προκαλεί. Το μπουφάν μου μόνον ήταν εκεί και κάτω από αυτό το δίπλωμα μου, όπως και η ταυτότητά μου, γιατί πριν από λίγο τα είχα δείξει στα όργανα της τάξης, όταν στην είσοδο σχεδόν του χώρου μου έκαναν ένα τυπικό έλεγχο.
Για να μην προκαλέσω δε κανενός το ενδιαφέρον, ακόμη κι ένα μικρό βαλιτσάκι που είχα μαζί μου κι έβαζα μέσα τα τιμολόγια των αγορών που έκανα κι αυτό σκέφτηκα να κρύψω από τα μάτια των κλεφτών, γι’ αυτό και κατεβαίνοντας από την καμπίνα μου, το έβαλα μαζί με τα μίλα να περιμένει την επιστροφή μου.
Ασφαλώς και δεν είχα χρήματα μέσα, αλλά και στόχος δεν ήθελα να γίνει το φορτηγάκι μου εξαιτίας του, γι’ αυτό κι άνοιξα την συρταρωτή πόρτα και με πολύ προσοχή το άφησα να σταθεί στο πάτωμα και ανάμεσα στις κλούβες.
Κι εκεί που το έβαλα δηλαδή, από πουθενά κι από κανέναν δεν μπορούσε να φανεί, όπως πολύ λογικά το μελετούσα, γι’ αυτό κι όχι μόνον γρήγορα μπήκα στο κατάστημα αισθανόμενος ασφαλής, αλλά κι επίσης γρήγορα επέστρεψα, μη βρίσκοντας τελικά αυτό που έπρεπε να πάρω. Ούτε δέκα λεπτά δεν έκανα δηλαδή και για λόγους ασφαλείας πάλι έξω από την είσοδό τους το άφησα.
Βλέποντας το φορτηγάκι μου στην θέση του, όταν επέτρεψα, ησύχασα βέβαια, αλλά κι όταν έφτασα κοντά του, δεν το αναγνώριζα από την αναστάτωση που έβλεπα στο εσωτερικό της καμπίνας μου, γιατί όλα εκεί μέσα ήταν σκορπισμένα.
Βλέποντας δηλαδή την ακαταστασία της, θεώρησα ότι σε άλλο και όμοιο αυτοκίνητο στάθηκα, γι’ αυτό κι έψαχνα το δικό μου. Ναι. Αλλά αυτό που έβλεπα ήταν το δικό μου όπως το βεβαίωνα, αφού και τα νούμερα δικά μου ήταν. Η εσωτερική ακαταστασία της καμπίνας του όμως, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δικιά μου κι αυτό ήταν που μου έβαζε σε αμφιβολίες.
Έλειπε όμως και το μπουφάν που είχα διπλωμένο και με τάξη αφημένο πάνω στο κάθισμα κι αυτό ήταν που βοηθούσε να αμφιβάλω, αν όντως ήταν το δικό μου αυτοκίνητο, ή όχι. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αρκετά παιδεύτηκα μέχρι να πειστώ ότι το δικό μου ήταν, αλλά κι όταν πρόσεξα τελικά το σπασμένο τζάμι του οδηγού και την πόρτα του να είναι μισάνοιχτη, πολλά φίδια με έζωσαν.
Μπήκα ωστόσο στην καμπίνα μου κι έψαχνα με αγωνία να βρω αν μου έκλεψαν κάτι, όπως και τι ακριβώς, αφού για κανένα λόγο πια δεν θα άφηνα χρήματα όπως σας είπα. Τα πράγματά μου ψάχνοντας λοιπόν, ησύχασα όταν είδα το δίπλωμά μου, όπως και την ταυτότητά μου να είναι εκεί, αν και πεταμένα στο πάτωμα.
Κι αφού μόνον αυτά είχαν αξία, τα άφησα στην θέση τους κι όπως έπρεπε, άρχισα να ψάχνω τι άλλο ενδεχομένως μου πήραν και τότε μόνον έβλεπα, ότι έλειπε ολόκληρο το παραθυράκι, αυτό δηλαδή που μας επιτρέπει να βλέπουμε στο εσωτερικό της καρότσα μας, αλλά και πίσω από το αυτοκίνητό μας.
Απόρησα για το είδος της κλοπής που μου έγινε, γι’ αυτό και κατέβηκα από την καμπίνα μου, προκειμένου να δω καλύτερα τον λόγο που μου έλειπε το παραθυράκι. Όταν πια βρέθηκα έξω από αυτήν και πλησίασα προς στην συρταρωτή πόρτα του αυτοκινήτου μου, είδα πεταμένο και το λάστιχο που το συγκρατούσε στην θέση του κι αυτό ήταν που με έκανε να δεχθώ τελικά, ότι αυτό μόνον με έκλεψαν όπως και το μπουφάν βέβαια.
Στην προσπάθειά μου δε να ξεκλειδώσω την πόρτα της καρότσας, είδα ότι η σχετική υποδοχή της ήταν παραβιασμένη μεν, αλλά μάλλον δεν μπόρεσαν να την ανοίξουν, γιατί και το κάτω μέρος της πόρτας όπως έβλεπα ήταν τσαλακωμένο με κάποιο εργαλείο.
Άνοιξα ωστόσο την πόρτα κι αυτό που έβλεπα να λείπει, ήταν το μικρό μου βαλιτσάκι. Αυτό μελετώντας μετά, έλεγα στον εαυτό μου ότι μάλλον από το παραθυράκι της καμπίνας μπαίνοντας κάποιος στην καρότσα μου το έκλεψε.
Αν και διανύσαμε αρκετά χρόνια από τότε και μετά, ακόμη απορώ μαζί του, για το πώς μπόρεσε να περάσει από εκεί μέσα κάποιος και προπαντός, πώς μπόρεσε να χωρέσει στον μικρό χώρο που υπήρχε πάνω από τις κλούβες, προκειμένου να κάνει κατακόρυφο στην συνέχεια και να πάρει το βαλιτσάκι από το πάτωμα, δεδομένου ότι τέσσερεις κλούβες ήταν η μια πάνω στην άλλη σε δέκα σειρές.
Από ότι μπόρεσα να ξεδιαλύνω τελικά, μέχρι να έρθει η αστυνομία που κάλεσα εν τω μεταξύ, μάλλον παρατήρησε κάποιος τις κινήσεις μου και βλέποντας να βάζω το βαλιτσάκι στην καρότσα, υπέθεσε ότι χρήματα είχα μέσα, γι’ αυτό κι έκανε τον ακροβάτη να τα πάρει.
Ήρθε βέβαια η αστυνομία κι αφού βεβαίωσαν και οι αστυνομικοί, ότι αυτό που υπέθετα κι εγώ μάλλον έγινε, με κάλεσαν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, όπου και με ταλαιπώρησαν αφάνταστα και για πολλές ώρες μάλιστα χωρίς κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού το μόνο που έκαναν, ήταν να καταγράψουν το γεγονός στο βιβλίο συμβάντων.
Νύχτωσε δηλαδή μέχρι να τελειώσουν αυτοί από την καταγραφή του γεγονότος, κι αφού με μάλωσαν αρκετά, γιατί άφησα την βαλιτσούλα μου στην καρότσα, τίποτε άλλο δεν έκαναν για την κλοπή, όπως και για την συνήθεια αυτών που κλέβουν και σημασία δεν δίνουν για τις τιποτένιες ενέργειες της αστυνομίας, όπως και για την ανεύθυνη συγκέντρωση αυτοκινήτων στα πάρκιν των μεγάλων καταστημάτων.
Τα τιμολόγια μου έκλεψαν βέβαια, αλλά για να βρω τα αντίγραφα τους από τα καταστήματα που τα πείρα, προκειμένου να δικαιολογήσω κι εγώ στο μοναστήρι μας, πού και σε ποιόν και για ποιόν λόγο έδωσα τα χρήματα τους, έτρεχα δυό μήνες να τα συγκεντρώσω.
Δεν μου έκλεψαν χρήματα δηλαδή, όμως μου έκλεψαν χρόνο από την καθημερινότητά μου και με φόρτωσαν αρκετό άγχος μέχρι να βρω τα χαμένα παραστατικά κι αυτό ήταν που με έκανε να διαμαρτυρηθώ πολλές φορές στην διεύθυνση του συγκεκριμένου καταστήματος, αφού και συχνός πελάτης τους ήμουν.
Το μόνο που δήλωναν όμως αυτοί, ήταν ότι το κατάστημα δεν έφερε καμιά ευθύνη για όσα συνέβαιναν στον αυλόγυρό τους, πράγμα βέβαια που σε πολλές ταμπέλες το δήλωναν αποποιούμενοι τις ευθύνες που έπρεπε να τους αναλογούν.
Από τότε και μετά όμως κι από αντίδραση αυτό, έβαζα το αυτοκίνητό μου έξω από τις διαγραμμίσεις τους, με πρόσωπο προς το κτήριο και προπαντός απέναντι από την πόρτα εξόδου τους κι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, αρκετές φορές έβγαινε έξω από το κατάστημα ο πορτιέρης τους, προκειμένου να μου πει ότι ήμουν παράνομος.
Το ξέρω του έλεγα κι εγώ κάθε φορά κι όπως βλέπεις, κάνω ότι θεωρώ κι εγώ προστατευτικό για τον εαυτό μου, όπως ακριβώς κάνετε κι εσείς. Βλέπεις ότι είμαι παράνομος και καλά κάνεις και με παρατηρείς. Όταν με έκλεβαν όμως, δεν έπρεπε να κάνεις την ίδια παρατήρηση και στον κλέφτη; Γιατί λοιπόν δεν την έκανες;
Δεν έχουμε τέτοια υποχρέωση έλεγε αυτός, προτρέποντάς μου να διαβάσω τις ταμπέλες που είχαν κρεμασμένες στις κολόνες τους. Τις διάβασα του απαντούσα κι αφού είστε ανεύθυνοι εσείς όπως μας λέτε, το ίδιο κάνουμε κι εμείς για να είμαστε πάτσι, γι’ αυτό μονίμως θα βλέπεις εδώ παρκαρισμένο το φορτηγάκι μου κι όσες παρατηρήσεις θέλεις κάνε μου από εδώ και μετά και θα δεις πόσο θα τις σεβαστώ εγώ.
Κουνούσε το κεφάλι του βέβαια αυτός όταν με έβλεπε να παρκάρω στην ίδια θέση, αλλά κι εγώ, ποτέ δεν άλλαξα την συνήθειά μου. Και το έκανα από αντίδραση όπως σας είπα, για την ανευθυνότητα που κατάφεραν να μας περάσουν τα μεγάλα καταστήματα της πόλης μας.
Και το κατάφεραν αυτό, αφού εμάς τους πολίτες μας διέπουν άλλοι νόμοι και πολύ αυστηροί μάλιστα, γιατί αν πέσει από το μπαλκόνι μας κάποιος και τραυματιστεί, ή σκοτωθεί την ώρα που έρθει να μας κλέψει, εμάς θεωρούν υπευθύνους τα δικαστήρια.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *