Μπήκαμε στον Γενάρη μήνα εν τω μεταξύ και τα χιόνια ήταν όντως πολλά εκείνη την χρονιά. Κατά την συνήθειά του όμως ο γέροντάς μας, δεν μου επέτρεπε να κάνω δρομολόγια, όσο οι πάγοι και τα χιόνια επέμεναν να κάνουν τους δρόμους επικινδύνους.
Λόγω των αναγκών τους όμως, επέτρεψε τελικά κι έκανα δύο ταξίδια μέσα στον ίδιο μήνα, έστω κι αν οι δρόμοι ήταν ακόμη χιονισμένοι και αρκετά παγωμένοι μάλιστα, τόσο την ημέρα, όσο και την νύχτα βέβαια που εγώ ιδικά υποχρεωνόμουν να χρησιμοποιήσω.
Για τους ίδιους λόγους όμως και τρίτο δρομολόγιο στην σειρά αναγκάστηκα να προγραμματίσω με την ευλογία του και κατά την επιθυμία του, με πολύ προσοχή μου συνέστησε να το κάνω. Μέχρι την Ουρανούπολη δηλαδή να πήγαινα τις ανάγκες τους θέλησε και το απόγευμα συγκεκριμένα εκείνης της ημέρας να τις εκφόρτωνα μέσα στο καράβι.
Όπως έπρεπε λοιπόν, κατά τις τέσσερις πήρα την ευλογία του να ξεκινήσω από το σπίτι μου κι όπως του το υποσχέθηκα, κατά τις έξη θα κατέληγα με προσοχή οδηγώντας στον προορισμό μου. Κι όταν με το καλό θα ξεφόρτωνα τις προμήθειες τους, με την ίδια προσοχή θα έκανα και την επιστροφή μου κατά την επιθυμία του.
Ανησυχούσε όπως καταλαβαίνετε, γιατί θα βράδιαζε σταδιακά μέχρι να εκτελέσω την συγκεκριμένη εργασία, οπότε, θα έπεφτε ανάλογα και η εξωτερική χειμωνιάτικη θερμοκρασία όπως πολύ σωστά το υπολόγιζε.
Μαζί με αυτήν όμως, θα πάγωναν και οι δρόμοι αρκετά κι αυτός ήταν ο λόγος που έκανε τον γέροντά μας, όχι απλώς να ανησυχεί, αλλά και να φοβάται καθώς έλεγε, μη τυχόν κι επηρεαζόταν επικίνδυνα για μένα η επιστροφή μου.
Αυτά λοιπόν μου συνέστησε ο γέροντάς πριν ξεκινήσω κι αφού τον διαβεβαίωσα, ότι θα έκανα το δρομολόγιό μου με την ανάλογη προσοχή, πράγματι έφτασα στην Ουρανούπολη λίγο μετά τις έξη.
Βλέποντας και το καράβι δεμένο στην θέση του όμως, γρήγορα, γρήγορα έκανα την εκφόρτωση αυτών που μετέφερα κι αφού τα τακτοποίησα όλα πάνω σε παλέτες, πήρα το φορτηγάκι μου και ξεκίνησα την επιστροφή μου.
Χιόνιζε κατά διαστήματα εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό και οι δρόμοι του οδικού δικτύου που ακολουθούσα παρέμεναν αρκετά παγωμένοι και σε πολλά σημεία μάλιστα, αν και τα εκχιονιστικά μηχανήματα συνεχώς καθάριζαν τα οδοστρώματά τους από τα πολλά χιόνια, τα οποία και πάστωναν καθώς έπρεπε, όπου μπορούσαν θα έλεγα, ή τους επέτρεπαν οι παράπλευροι χώροι.
Ήταν αρκετά βέβαια αυτά και στοιβαγμένα στις άκρες του δρόμου καθώς ήταν από τις προηγούμενες μέρες, εμπόδιζαν με τον όγκο τους και την ομαλή διέλευση των αυτοκινήτων, γι’ αυτό και οι κινήσεις των οδηγών ήταν πολύ προσεκτικές, αν και πολύ λίγα αυτοκίνητα συνάντησα όταν πήγαινα προς την Ουρανούπολη.
Όταν επέστρεφα δε από εκεί πηγαίνοντας προς την Αρναία, ούτε ένα από αυτά δεν συνάντησα στην διαδρομή μου. Στα Στάγιρα μπαίνοντας όμως, μόνον το εκχιονιστικό έβλεπα να κάνει την τελευταία του διαδρομή όπως υπολόγιζα από πλευράς χρόνου, γιατί κατέβαινε την κατηφόρα εκείνη την ώρα προς το Στρατόνι κατευθυνόμενο κι αν θυμάμαι καλά, οκτώ και μισή είχε γίνει.
Εκεί που έλεγα στον εαυτό μου λοιπόν, ότι μάλλον ο τελευταίος οδηγός ήμουν που περνούσα από την περιοχή, αφού η νύχτωσε πια, είδα το λεωφορείο της γραμμής να έρχεται από την Αρναία, το οποίο μάλιστα με φόρα έβλεπα να πλησιάζει προς τα Στάγιρα.
Τον οδηγό του κρίνοντας εκείνη την ώρα, έλεγα ότι έμπειρος καθώς έπρεπε να είναι, από τις συχνές διαδρομές που έκανε στα χιόνια, δικαιολογημένα έπαιρνε τις στροφές με τόση ευκολία όπως έβλεπα.
Συγκρίνοντας δε και τον εαυτό μου στην συνέχεια, έλεγα ότι κι εγώ ήμουν έμπειρος οδηγός, αλλά και χιονολάστιχα φορούσα στο αυτοκίνητό μου συνεχώς, ώστε και με ικανές προϋποθέσεις να ανταπεξέρχομαι τις δυσκολίες που τυχόν συναντούσα στον δρόμο μου κι όχι μόνον με την απαραίτητη πείρα οδηγού σε χιονισμένο οδόστρωμα.
Το φορτηγάκι μου μάλιστα ήταν τέτοιο θα έλεγα, που με πάρα πολλές δυνατότητες μου επέτρεπε να το οδηγώ, ακόμη και κάτω από τέτοιες δυσκολίες, γι’ αυτό και μακάριζα κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό μου, για όσα οι δυό μας διαθέταμε.
Είναι αλήθεια τώρα, ότι ξέχασα εντελώς να αναφέρω και την συνεχή συμμετοχή της Παναγίας μας στην ζωή μου. Κι αφού βασίστηκα στην πείρα μου μόνον, όπως και στις δυνατότητες του αυτοκινήτου μου, τέτοια και παρόμοια με τα παραπάνω των δυό μας μελετούσα στην συνέχεια.
Ως σόφρων άνθρωπος ωστόσο, δεν παρέλειψα να πω στον εαυτό μου, ότι μάλλον έπρεπε και να προσέχω τις κινήσεις μου από εκεί και μετά, γιατί η χαμηλή νυχτερινή θερμοκρασία, σίγουρα θα έκανε τον δρόμο ολισθηρότερο από πριν.
Αυτά λοιπόν μελετώντας, μια δεξιά στροφή ατιμάστηκα να πάρω μετά από λίγο, αυτήν δηλαδή που υπάρχει στο ύψος του υποσταθμού της ΔΕΗ και μετά από αυτήν, να μπω με προσοχή στην δύστροπη κατηφόρα που ακολουθεί.
Αυτήν ιδικά, βεβαίως και την ήξερα και πολύ καλά μάλιστα, αφού πολλές φορές την ανέβαινα και την κατέβαινα μέσα στον χρόνο και ασφαλώς κάτω από όλες τις συνθήκες. Εξαιτίας αυτού δε, γνώριζα ακόμη και τις ποιο μικρές λακκούβες που είχε το οδόστρωμά της, οπότε, μόλις πήρα την στροφή και μπήκα στην κατηφόρα, τράβηξα το πόδι μου από τα γκάζι και το έβαλα να περιμένει πάνω από τα φρένα μου, ώστε αν χιαζόταν, να έκοβα κάπως την ήδη ελεγχόμενη ταχύτητά μου.
Κάνοντας λοιπόν όλες αυτές τις σκέψεις για την ιδιοτροπία του δρόμου που ακολουθούσα, βεβαίως και πρόσεχα τι έκανα, αλλά και καθόλου εύκολο δεν μου ήταν να προβλέψω εκείνη την στιγμή και την συμμετοχή στην ζωή μας, αυτού του γνωστού και μη εξαιρετέου, που ευκαιρία ψάχνει να μας δείξει, ότι τάχα έχει κάποια δύναμη αφ’ εαυτού του.
Βεβαίως και πήρε την άδεια από τον Θεό να το κάνει και δικαίως την πήρε θα έλεγα, για να θυμηθώ επιτέλους εγώ, ότι όχι οι δυνατότητές μας, όχι τα μέσα που διαθέτουμε ως οδηγοί, αλλά ο Θεός είναι αυτός που μας εξασφαλίζει την ομαλή, όπως και την ασφαλή μας έλευση εκεί κι όπου εμείς θέλουμε να πάμε, ή να φτάσουμε.
Όταν λοιπόν πήρε αυτός την άδεια να μου θυμίσει τις παραπάνω υποχρεώσεις μου, άρχισε να τρέχει ξαφνικά το αυτοκίνητό μου στην κατηφόρα έτσι, που ποτέ δεν θα έκανα με την δική μου θέληση. Και μέχρι να καταλάβω τι γίνετε και πώς έγινε αυτό από μόνο του, είδα το κοντέρ μου να αναφέρει ότι έτρεχα με εκατό χιλιόμετρα την ώρα.
Αυτό ιδικά, ούτε το καλοκαίρι και με στεγνό έδαφος δεν θα έκανα ποτέ, γι’ αυτό κι απορούσα μέσα στην αγονία μου, για το πώς έγινε από μόνο του, αλλά και τι έπρεπε να κάνω εγώ στην συνέχεια έψαχνα μέσα μου, γιατί ούτε και το τιμόνι μου έλεγχα πλέον, αφού καμιά κίνηση μου δεν το όριζε.
Ότι ήθελε έκανε δηλαδή το αυτοκίνητο μου και καθώς κατέβαινε την συγκεκριμένη κατηφόρα με την ταχύτητα που σας είπα, μια πήγαινε να με ρίξει πάνω στο δεξιό ανάχωμα και μια στο αριστερό φαράγγι, με στόχο να γίνουμε κομμάτια εγώ και το φορτηγάκι μου, αλλά και πουθενά δεν κατέληγα, αφού από μόνο του έστριβε την τελευταία στιγμή προς τα αριστερά, ή προς τα δεξιά, για να μη γίνει θαρρείς αυτό που φοβόμουν.
Παρ’ όλα αυτά όμως, ούτε κι εκείνη την δεδομένη στιγμή θυμήθηκα την αναγκαία συμμετοχή του Θεού στην ζωή μου, γι’ αυτό και προσπάθησα να κάνω κάτι από πήρας, όπως κι από σιγουριά για τις δυνατότητες του αυτοκινήτου μου, οπότε, πάτησα απότομα τα φρένα του βασιζόμενος στις δυνατότητές του, ώστε να το αναγκάσω να αντιδράσει με αυτές σαν όχημα, αφού ήξερα ότι διέθετε πολλά δεδομένα για τέτοιου είδους προβλήματα.
Αναγκάστηκα να το κάνω αυτό θα έλεγα, αφού όντως φοβήθηκα, ότι δεν θα γλύτωνα αν έπεφτα πάνω στα δένδρα του φαραγγιού, ή πάνω στο βραχώδες ανάχωμα. Εκείνη την στιγμή όμως, όντως αντέδρασε τελικά το φορτηγάκι μου κι αυτό που κατάφερε να κάνει, ήταν να γυρίσει μισή στροφή στον εαυτό του και στρίβοντας δεξιά, με έφερε έτσι στο οδόστρωμα, που να βλέπω την ανηφόρα πλέον αντί της κατηφόρας που ακολουθούσα.
Και με εκατό χιλιόμετρα την ώρα όπως έβλεπα να αναφέρετε ακόμη στο καντράν του, έκανε μια πλαγιολίσθηση στην συνέχεια και με πέταξε θα έλεγα πάνω στο ανάχωμα, από την αριστερή μου πλευρά πλέον, αναγκάζοντας το αυτοκίνητό μου να γίνει ένα με αυτό.
Με την φόρα που άραξε εκεί όμως, χτύπησα πολύ δυνατά το κεφάλι μου πάνω στο παράθυρό του. Και χτύπησα δε τόσο δυνατά, που όντως έβλεπα αστράκια κι όταν έψαχνα να βρω τον εαυτό μου, δεν ήξερα που βρισκόμουν.
Μετά από κάμποση ώρα προσπαθειών όμως, θυμήθηκα τελικά ότι κατέβαινα την κατηφόρα, γι’ αυτό κι απορούσα με τον εαυτό μου, για το πώς βρέθηκα να βλέπω την ανηφόρα και να είμαι ξαπλωμένος μάλιστα μαζί με το αυτοκίνητό μου κάπου, που μου θύμιζε χαντάκι ή λάκκο.
Βλέποντας λοιπόν να είναι αυτό ιδικά χωμένο μέσα στα χιόνια και να βλέπω έξω από την θέση του συνοδηγού μόνον, αφού η δική μου πλευρά ήταν σκεπασμένη από τα χιόνια, άρχισα να σκέφτομαι πια ότι το κατέστρεψα κι ότι πολύ θα στεναχωρούσα τους πατέρες για την ζημιά που τους προκάλεσα με την απροσεξία μου.
Σκεπτόμενος δε και με πόση οικονομική δυσκολία το απέκτησαν, γέμισα από τύψεις στην συνέχεια κι αυτό που με απασχολούσε περισσότερο, ήταν το πώς θα έλεγα στον γέροντά μας, ότι από δική μου επιπολαιότητα κατέστρεψα το φορτηγάκι τους.
Αφού είδα ωστόσο, ότι εγώ τουλάχιστον τίποτε περισσότερο δεν έπαθα, εκτός από το ότι μου πονούσε το κεφάλι από το χτύπημα, άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και πήδηξα από εκεί στον δρόμο, θέλοντας να δω τουλάχιστον την κατάστασή του αυτοκινήτου μου κι αν υπήρχε τρόπος να το βγάλω από εκεί που το έχωσα.
Όπως έβλεπα όμως, δεν έπεσα πάνω στο ανάχωμα, αλλά σε μια μεγάλη στοίβα από χιόνια. Αυτά όπως υπολόγιζα, μάλλον τα έφερε εκεί το εκχιονιστικό στην προσπάθεια του να καθαρίσει τον δρόμο. Ναι, αλλά το πρόβλημά μου πλέον ήταν, πως θα μπορούσα να το βγάλω από εκεί που το έχωσα και πού θα έβρισκα μηχάνημα να με τραβήξει εκείνη την ώρα, αφού όπως έβλεπα, μόνο του το αυτοκίνητο δεν θα μπορούσε να συμβάλει κάπου θετικά.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, άρχισα να θυμάμαι πια, ότι όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύσκολα προβλήματα, ένας είναι ο σωστός δρόμος. Η Παναγία μας. Αυτήν σκεπτόμενος στην συνέχεια, άρχισα να Της λέω τον πόνο μου. Ότι δεν ήξερα τι και πως έγινε εκεί, αλλά ότι κι αν έκανα, τίποτε δεν θα μπορούσε να ανατρέψει το αποτέλεσμα που μου προέκυψε.
Στηρίχτηκα στον εαυτό μου Της έλεγα, όπως και στις δυνατότητες του αυτοκινήτου μου και χωρίς να καταλάβω πώς, όχι μόνον κατέστρεψα το φορτηγάκι της μονής, αλλά και το έχωσα εδώ που τώρα βρίσκετε κι όπως βλέπω, δεν θα μπορέσω να το βγάλω, αλλά και βοήθεια δεν θα μπορέσω να ζητήσω από κάποιον τέτοια ώρα, αφού δέκα έγινε η ώρα.
Τίποτε δεν μου είπε βέβαια η Παναγία μας, αλλά και μόλις έκανα πως συνειδητοποιώ επιτέλους το λάθος μου, πήρα δύναμη θαρρείς, οπότε, μπήκα πάλι στην θέση του οδηγού κι όπως έπρεπε, ξεκίνησα να κάνω προσπάθειες εκεί, ώστε να το απεγκλωβίσω από την φωλιά που το έχωσα, αλλά ασφαλώς με την αισθητή βοήθεια της Παναγίας μας πλέον.
Για την ακρίβεια του λόγου πάντως, έκανα πολλές φορές πίσω μπρός το φορτηγάκι μου, μέχρι να μεγαλώσω τον χώρο που ήταν εγκλωβισμένο κι όταν πια μου φάνηκε αρκετός αυτός, έβαλα την δευτέρα στην θέση της και σιγά, σιγά με αυτήν σε κίνηση και την βοήθεια του συμπλέκτη, βγήκε τελικά στον δρόμο το αυτοκίνητό μου κι όταν κατέβηκα κάτω από αυτό να δω την ζημιά που του προκάλεσα, έβλεπα με μεγάλη μου έκπληξη, ότι τίποτε δεν είχε πάθει.
Κοιτώντας μετά από λίγο και την λακκούβα που σχημάτισε αυτό μέσα σ’ εκείνο το βουναλάκι από χιόνια, όπως και το χαντάκι που βρισκόταν ξαπλωμένο πριν από λίγο, πράγματι απορούσα, για το πως έγινε και βγήκε τόσο εύκολα.
Αφού ευχαρίστησα και πάλι την Παναγία μας όμως για όσα μου έκανε και δεν είχα να κάνω τίποτε περισσότερο εκεί, κάθισα στην θέση μου κι όπως έπρεπε, ανέβηκα την ανηφόρα πλέον, όπου και βρήκα μέρος να γυρίσω, ώστε να επιστρέψω προς την κατηφόρα και να πάω ασφαλής πια στον προορισμό μου, όπως επιθυμούσε κι ο γέροντάς μας.
Αλήθεια είναι όμως, ότι δεν άφησα το πράγμα έτσι. Κατεβαίνοντας την κατηφόρα στην συνέχεια, όχι μία, αλλά αρκετές φορές πάτησα τα φρένα μου απότομα, ώστε να δω τι θα έκανε το αυτοκίνητο μου και μάλιστα με αυξανόμενη την ταχύτητά του κάθε φορά.
Κι όχι μόνον αυτό έκανα, γιατί ανεβοκατέβηκα την ίδια διαδρομή άλλες δυό φορές κι έκανα πολλές παρόμοιες δοκιμές, προκαλώντας την τύχη μου θα έλεγε κάποιος, αλλά το προηγούμενο αποτέλεσμα σε καμιά περίπτωση δεν μπόρεσα να το καταφέρω.
Κι αφού το αυτοκίνητό μου αντιδρούσε όπως έπρεπε και κοκάλωνε μάλιστα στην κατηφόρα όταν πατούσα τα φρένα του πάνω στο παγωμένο οδόστρωμα, με έκανε να δεχθώ τελικά, ότι σκόπιμα μου παραχωρήθηκε το περιστατικό, ώστε να μην εμπιστεύομαι εκτός από τον Θεό κανέναν άλλον. Ούτε τον εαυτό μου δηλαδή, αλλά ούτε και τα μέσα που χειρίζομαι, γιατί όπως λένε και οι πατέρες, δεν είναι του θέλοντος, ούτε του τρέχοντος, αλλά του Θεού του επιτρέποντος τα πάντα.
Μιχάλης Αλταλίκης