Η Άννα τους

   Χαιρέτησα λοιπό τον κύριο Χαράλαμπο, όπως και την κυρία Βαγγελιώ μετά από την φιλοξενία που μου προσέφεραν και πριν ακόμη βγω από την πόρτα του σπιτιού τους, άκουσα την κόρη τους, την Άννα δηλαδή να μου λέει, αν θα μπορούσα να την πάρω μαζί μου και να την αφήσω με το αυτοκίνητό μου στην στάση του λεωφορείου της γειτονιάς τους.

Την βαλίτσα που ετοίμασε να πάρει μαζί της για την ακρίβεια ήθελε να της μεταφέρω μέχρι την στάση, γιατί και μεγάλη ήταν όπως έβλεπα και πολύ βαριά ήταν όταν την έπιασα. Αυτός ήταν κι ο λόγος δηλαδή, που δεν ήθελε να αφήσει για στον πατέρα της αυτήν την υποχρέωση, για να μη τον κουράσει περισσότερο όπως του έλεγε, κουβαλώντας την αυτός μέχρι εκεί.

Ευχαρίστως της είπα βέβαια και πριν προλάβει ν’ απλώσει ο μπάρμπα Χαράλαμπος τα χέρια του, εγώ την άρπαξα και σέρνοντάς την, την πήγαινα στο φορτηγάκι μου, όσο κι αν επέμενε αυτός να μου την πάρει από τα χέρια.

Τους χαιρέτησε και η Άννα ωστόσο κι όπως έπρεπε, αμέσως ανέβηκε στην θέση του συνοδηγού. Αφού θέλεις να πας στην Κατερίνη της είπα, δεν θα μου είναι κόπος να σε πάω μέχρι το ΚΤΕΛ, γι’ αυτό λοιπόν, αν κι εσύ το θέλεις, εκεί θα σε πάω. Δεν είχε αντίρρηση η Άννα, οπότε, προς το ΚΤΕΛ κατευθύνθηκα.

Μ’ αυτήν την ευκαιρία όμως, της έλεγα πάλι, ότι πρώτη μου φορά την έβλεπα στο σπίτι τους κι ότι από τα πέντε αδέλφια της, μόνον την μεγάλη αδελφή της είδα τρείς φορές εκεί. Τα υπόλοιπα αδέλφια σου δεν τα ξέρω της πρόσθεσα, γιατί ποτέ δεν τα είδα, αλλά και τα τελευταία τρία χρόνια γνωρίζω από κοντά τον πατέρα σου.

Στο σπίτι σας πάλι, δεν πρέπει να ήρθα παραπάνω από επτά ή οκτώ φορές και από την αυλόπορτα που στεκόμουν, μόνον την μητέρα σας έβλεπα. Κι άλλη φορά βέβαια με κάλεσε αυτή να της κάνω επίσκεψη, αλλά κυνηγώντας κι εμένα ο χρόνος και οι υποχρεώσεις, δεν μπορούσα να ικανοποιήσω το αίτημά της.

Παρασύρθηκα θα έλεγα σήμερα, ακούγοντας τον πατέρα σου να μου εξιστορεί στιγμές από την ζωή του κι αφού όλα τα δικά μου πήγαν πίσω, πολύ χάρηκα που έμεινα μαζί σας και συμμετείχα στο οικογενειακό σας τραπέζι.

Επειδή όλα τα παρατηρώ όμως από συνήθεια, έστω κι αν επιμελημένα το κρύβω από όλους, πρέπει να σου πω, ότι κι εσένα παρατηρούσα σήμερα και με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον μάλιστα, εντυπωσιασμένος από την σοβαρή παρουσία σου,

Μου άρεσε δηλαδή το σοβαρό σου ύφος, όπως και η καλή διάθεση που είχες να βοηθήσεις την μητέρα σου, πράγμα που δεν βλέπω να κάνουν και πολλά κορίτσια της ηλικίας σου. Αλλά και η προσοχή που έδειξες μου άρεσε, όταν άκουγες την μητέρα σου να αναφέρει κάτι από την ζωή της, έστω κι αν πολλές φορές θα πρέπει να την άκουσες να σας την εξιστορεί όπως υποθέσω.

Τα λόγια σου ήταν λύγα βέβαια, αλλά η ματιά σου ήταν σταθερή και σίγουρη. Εσύ ξέρεις τι επέλεξες να θέλεις από την ζωή σου, γι’ αυτό και δεν ψάχνεις στο πουθενά, που και με τί να απασχολήσεις τον εαυτό σου.

Και την σεμνή γυναικεία παρουσία σου παρατήρησα, η οποία ασφαλώς και θυμίζει μια νέα και καλοφτιαγμένη γυναίκα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν δείχνεις προκλητικά αυτά, που μόνον στον άντρα σου θα ήθελες να παρουσιάσεις ενδεχομένως.

Μπράβο σου λοιπόν, γιατί έχουμε χορτάσει από ξετσιπωσιά. Το να είναι μια γυναίκα ξετσίπωτη, καθόλου καλό δεν είναι, όσο κι αν παθιασμένα την αγκαλιάζουν τα αντρικά μάτια, λόγω της φυσικής τους έλξης. Μια σοβαρή γυναικεία παρουσία όμως σαν την δική σου, όλοι την εκτιμούν. Αυτό βέβαια κι εσύ πρέπει το καταλαβαίνεις, από την δυσκολία που έχουν οι νεαροί να σε πλησιάσουν.

Και λογικά τους συμβαίνει αυτό, γιατί σκεπτόμενοι να σε πλησιάσουν αυτοί, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν πρώτα μέσα τους, όχι μόνο τι θα σου πουν, αλλά και πως θα σου το πουν μάλιστα, αφού η δική σου παρουσία και μόνο, από μόνη της απαιτεί σοβαρή, μετρημένη, σίγουρη και προπαντός, ελεγχόμενη προσέγγιση.

Στα φανάρια στάθηκα όμως εκείνη την στιγμή και για να δω την αντίδραση της, γύρισα να την κοιτάξω, αλλά και την άκουσα να λέει με επίσης πολύ σοβαρό ύφος. Μια χαρά με διαβάσατε κύριε Μιχάλη. Πρέπει να σας πω όμως, ότι αυτά που βλέπεται επάνω μου, από την μητέρα μου τα πήρα.

Κι από την σοβαρότητα του πατέρα μου πείρα πολλά πρέπει να πω κι αυτός είναι η αιτία που με βοήθησε να καταλάβω, ότι χωρίς έλεγχο στην ζωή μας, τίποτε καλό δεν θα μπορέσουμε να παρουσιάσουμε ως άνθρωποι.

Εκτιμώντας κι εγώ όμως αυτήν προτροπή, ως πολύ λογική και χρήσιμη για όλους μας, προτίμησα να σπουδάσω νηπιαγωγός. Με την ελπίδα πάντα, να βοηθήσω κι εγώ αν μπορέσω τα μικρά παιδιά, ώστε να πάρουν σοβαρά εφόδια μαζί τους και με αυτά στο χέρι όπως λέμε να κατευθύνουν την μετέπειτα ζωή τους, αν βέβαια το επιλέξουν, στην περίπτωση που δεν τύχουν της ανάλογης αγωγής από το σπίτι τους κι από τους γονείς τους.

Δεν θα το δεχθούν εύκολα όλα τα παιδιά βέβαια, αλλά όσα το δεχθούν. Κι εμείς στο σπίτι μας, πέντε παιδιά ήμαστε κι από τους ίδιους γονείς ακούσαμε τα ίδια λόγια, αλλά ο καθένας πείρε, ή κράτησε για τον εαυτό του ότι ήθελε από αυτά.

Αν κι όλοι μας σπουδάσαμε δηλαδή, όπως ήθελαν οι γονείς μας, εντούτοις, όλοι ήμαστε διαφορετικά διαμορφωμένοι. Ο καθένας από εμάς διαμόρφωσε τον εαυτό μας όπως αυτός ήθελε και καμιά ευθύνη δεν μπορούμε να επιρρίψουμε στους γονείς μας τώρα, για τις δικές μας επιλογές και της δικές μας πρόχειρες ενέργειες.

Δικηγόρος τελείωσε η Ευδοξία μας, η μεγάλη μου αδελφή δηλαδή κι ως τέτοια γνώρισε τον άντρα της, αφού και πελάτη τον είχε. Από εγωισμό όμως για το αξίωμα που απέκτησε, δεν μπορεί να ισορροπήσει μέσα της, γι’ αυτό και προκαλεί προβλήματα στον εαυτό της, στον άντρα της, στα παιδιά της, όπως και στους γονείς μας. Και σ’ εμάς προκαλεί τα ίδια προβλήματα βέβαια, όσο κι αν προσπαθούμε με καλό τρόπο να την συνεφέρουμε.

Έκοψε ξαφνικά την κουβέντα της η Άννα, για να μου πει αυτό που μας προέκειπτε εκείνη την στιγμή. Φτάσαμε στο ΚΤΕΛ όμως κύριε Μιχάλη κι αφού πρέπει να κατέβω, μια άλλη φορά θα τα πούμε αν μας το επιτρέψει ο Θεός. Αυτά είπε δηλαδή στα γρήγορα κι αμέσως κατέβηκε από την θέση της, ενώ εγώ πήγα να της δώσω την βαλίτσα της.

Πολύ θα χαρώ να σε δω ξανά της είπα μόνον και τρέχοντας αυτή πήγαινε να βγάλει εισιτήριο, αφού από τα μεγάφωνα, ήδη αναγγέλθηκε η αναχώρηση του λεωφορείου, αν και για την επόμενη αναχώρηση είχε ετοιμαστεί να φύγει.

Μισή ώρα νωρίτερα δηλαδή έφευγε από ότι υπολόγιζε, αλλά κι όταν κάθισε στην θέση της, από το παράθυρο με χαιρετούσε. Καλή κοπέλα έλεγα μέσα μου μέχρι να καθίσω κι εγώ στην δική μου θέση και με την Άννα στο μυαλό μου ξεκίνησα για το σπίτι μου.

Μέχρι να φτάσω εκεί όμως, πάλι μελετούσα μέσα μου, αλλά την αδελφή της Ευδοξία είχα στο μυαλό μου, που όπως άκουσα, δικηγόρος ήταν, αλλά και πολλά προβλήματα προκαλούσε γύρο της από εγωισμό, τα οποία ήδη μου ήταν γνωστά. Το ότι ήταν δικηγόρος όμως, από την Άννα το έμαθα.

Το είπαμε κι άλλη φορά βέβαια αυτό και αλήθεια είναι, ότι σε πολλά σπίτια συμβαίνει, να μην κρατούν κοινή γραμμή συμπεριφοράς τα αδέλφια, αν και τα ίδια ακούν από τους γονείς τους, τα ίδια βλέπουν να γίνονται γύρο τους και τα ίδια ζουν στον κοινό χώρο που μεγαλώνουν.

Όπως είπε και η Άννα όμως, ο καθένας παίρνει ότι κι όσα θέλει από αυτά και ανάλογα με το είδος του εγωισμού που επιλέγει να τον κατευθύνει στην ζωή του, έτσι διαμορφώνεται. Και κανείς δεν μπορεί να του αλλάξει γραμμή, όσο κι αν επιμένει, αν ο ίδιος δεν θελήσει να ελέγξει κάποια στιγμή την αφετηρία του εγωισμού του.

Από μια σύμπτωση όμως, πρέπει να σας πω ότι και μερικές ακόμη κοπέλες που γνωρίζω της ίδιας ηλικίας, από τα εικοσιπέντε και πάνω δηλαδή και με την θέλησή τους απέκτησαν πτυχίο δικηγόρου, την ίδια συμπεριφορά κρατούν στις σχέσεις τους με τους δικούς τους, όπως και με τους συζύγους τους.

Δεν μπορώ να το πω με σιγουριά αυτό, αλλά μάλλον το είδος του εγωισμού τους είναι η αιτία που τις αναγκάζει κατά κάποιον τρόπο να γίνονται, ή να συμπεριφέρονται αλλοπρόσαλλα, αδιαφορώντας τελείως για την δική τους κατάληξη, του συζύγου τους, αλλά και των παιδιών που απέκτησαν και χρειάζονται την μητέρα τους.

Πριν λύγο καιρό μάλιστα, μια από αυτές προσπαθούσα να επαναφέρω στην λογική και στην πραγματικότητα, αφού ζήτησε την γνώμη μου, εξηγώντας της, ότι δεν είναι και τόσο καλό να αντιμετωπίζει την ζωή της τόσο εγωιστικά και εις βάρος της οικογένειας που έκανε, αλλά τίποτε δεν κατάφερα.

Ακόμη επιμένει να λέει, ότι θέλει να χωρίσει από τον άνδρα της, έστω κι αν τα παιδιά της είναι αυτά που της ζητούν να μη το κάνει, γιατί δεν θέλουν να ζουν μόνα τους, χωρίς μάνα και πατέρα δηλαδή, αφού εκ των πραγμάτων θ’ αρχίσουν να ψάχνουν και οι δύο άλλους συντρόφους για την ζωή τους, μην αντέχοντας ο ένας τον άλλον, που πριν μερικά χρόνια αγαπιόταν όπως έλεγαν.

0 άντρας της βέβαια, δεν έχει τέτοιο σκοπό όπως μου το δήλωσε, αλλά και τα παιδιά, η γυναίκα του τα χειρίζεται, λόγω του ότι είναι ανήλικα ακόμη. Όπως τα βλέπω όμως να περπατούν στον δρόμο πηγαίνοντας στο σχολείο τους, τον πατέρα τους κρατούν από το χέρι σφιχτά κι αυτόν παρακαλούν να μην τα εγκαταλείψει στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της μητέρας τους.

Αν και μόνον δέκα χρονών είναι το αγόρι της και επτά το κορίτσι της, έχουν την δυνατότητα να κρίνουν, σε ποιόν από τους δυο γονείς τους μπορούν να στηριχθούν. Αγαπούν την μητέρα τους βέβαια και δεν την αποχωρίζονται, αλλά στον πατέρα τους αναφέρουν τα προβλήματά τους κι αυτός τα νουθετεί.

Αυτός δηλαδή καλείτε από την δασκάλα της μικρής να απολογηθεί, για τον λόγο που η κόρη του είναι συνεχώς αφηρημένη και καμιά διάθεση δεν έχει να συμμετέχει στα σχολικά της καθήκοντα. Κι επειδή συνεχώς κλαίει, αυτόν ρωτάει να της πει, τί ακριβώς συμβαίνει στο σπίτι τους.

Μη θέλοντας να εκθέσει την γυναίκα του ο άνθρωπος, προσπάθησε να τα μπαλώσει κατά κάποιον τρόπο, αλλά το κοριτσάκι έκανε την δασκάλα να φρίξει μια μέρα, όταν της εκμυστηρεύτηκε κλαίγοντας, ότι η μητέρα της είναι αυτή που θέλει να χωρίσει από τον πατέρα της.

Εγώ όμως τους θέλω και τους δύο της έλεγε. Ο μπαμπάς μου είναι καλός μαζί μας και ότι ώρα τον θέλουμε, αμέσως έρχεται να μα βρει, έστω κι αν στον υπάλληλό του εγκαταλείπει το κατάστημά του.

Η μαμά μας όμως, όλη την ημέρα κοιμάται, καπνίζει, πίνει συχνώς αναψυκτικά και το βράδυ φέγγει από το σπίτι, για να έρθει κουρασμένη το πρωί. Κι επειδή είναι άυπνη, στον καναπέ πέφτει να ξαπλώσει και τις περσότερες φορές, ο αδελφός μου τις βγάζει τα παπούτσια, αφού με αυτά στα πόδια ξαπλώνει.

Τον μπαμπά μας δεν τον αφήνει να μένει στο σπίτι μας, γι’ αυτό κι αυτός μένει με την γιαγιά μου στο δικό της σπίτι. Όταν όμως έρχεται να μας πάρει, για να μας φέρει στο σχολείο, αυτός ετοιμάζει το γάλα μας, αυτός μας κάνει τοστ κι αυτός μας κάνει σάντουιτς για το σχολείο.

Και την μαμά μας, αυτός την σκεπάζει να μην κρυώσει εκεί που κοιμάται, γιατί έτσι όπως είναι, με τα ρούχα της ξαπλώνει στον καναπέ. Μας λέει όμως να μην την στεναχωρούμε, γιατί είναι άρρωστη.

Ναι, αλλά πότε θα γίνει καλά; Αυτό σκέφτομαι όλη μέρα, γι’ αυτό και κλαίω στο σχολείο. Θέλω την μαμά μου καλέ κυρία. Τον μπαμπά μας τον έχουμε, αλλά θέλουμε και την μαμά μας.

Αυτά δηλαδή της εκμυστηρεύτηκε το κοριτσάκι κι όπως ήταν λογικό, τα παιδιά πια παρακάλεσε η δασκάλα μετά από λίγες μέρες, ώστε αυτά να ζητήσουν από την μητέρα τους να την επισκεφτεί στο σχολείο.

Ότι κι αν της είπαν τα παιδιά της όμως, τίποτε δεν έκανε αυτή. Συνέχισε δηλαδή να ακολουθεί το πρόγραμμά της επιλογής της. Απογοητευμένος κι ο άντρας της από την συνεχιζόμενη αδιαφορία της, ζήτησε την επιμέλεια των παιδιών του, προκειμένου να την ταρακουνήσεις κάπως, αλλά ευτυχώς για όλους μας όπως μου έλεγε πριν από λίγες μέρες, δεν του την ενέκρινε το δικαστήριο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *