Ο συνταξιούχος

   Δεν πέρασε πολύς καιρός όμως μετά από την γνωριμία μου με την Άννα και πάλι βρήκα τον μπάρμπα Χαράλαμπο να μιλά εν ώρα εργασίας με κάποιον επίσης γνωστό μου στον δρόμο, ενώ κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο δέμα.

Ήταν καλά δεμένο αυτό όπως έβλεπα και με χοντρά σχοινιά μάλιστα τυλιγμένο, πράγμα που δήλωνε ότι και βαρύ θα ήταν. Ακουμπούσε στον δρόμο βέβαια από την μια του πλευρά, αλλά κι ο μπάρμπα Χαράλαμπος γερά το κρατούσε με το ένα του χέρι, μη τυχόν και του πέσει κάτω όπως υπέθετα.

Είδε κι αυτός όμως να κατευθύνομαι προς το μέρος του, οπότε, μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω. Μόλις αντιλήφθηκε κι ο κοινός μας γνωστός ότι τους πλησίαζα, είπε ένα γρήγορο γεια στον μπάρμπα Χαράλαμπο και τρέχοντας σχεδόν έφυγε από κοντά του, στην προσπάθειά του να αποφύγει εμένα μάλλον όπως νόμισα.

Είχα μια κουβέντα μ’ αυτόν πριν ένα εικοσαήμερο περίπου και θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον μάλωσα κατά κάποιον τρόπο όταν μου εξηγούσε με τι ανεπίτρεπτο για άνθρωπο της ηλικίας του απασχολούσε τον εαυτό του, αλλά δεν μαλώσαμε κιόλας.

Άλλωστε, δεν μπορούσα να του υποδείξω εγώ, με ποιόν τρόπο θα έπρεπε να διαθέτει αυτός τον καθημερινό του χρόνο ως συνταξιούχος. Την γνώμη μου του είπα μόνον κι αυτό πάλι, γιατί αυτός ρώτησε να του πω, τι θα έκανα εγώ καθημερινά, όταν ερχόταν η ώρα να γίνω κι εγώ συνταξιούχος.

Μια και πλησίασα όμως τον μπάρμπα Χαράλαμπο, αυτόν ρώτησα να μου πει πριν καν τον χαιρετίσω, γιατί έφυγε τόσο βιάστηκα από κοντά του ο συνομιλητής του Χρήστος.

Για να αναφέρεις το όνομά του έλεγε ο μπάρμπα Χαράλαμπος, μάλλον τον γνωρίζεις. Εγώ πάντως, πρόσθεσε, από το λιμάνι τον γνωρίζω κι όπως μου ανάφερε, πριν από δυο χρόνο έγινε συνταξιούχος.

Μην ξέροντας όμως που και πως να περάσει την ώρα του ως, τέτοιος, αφού σε καφενείο δεν έμαθε να μπαινοβγαίνει, δεν μπορείς να φανταστείς τί κάνει κάθε μέρα κι από το πρωί μέχρι να βραδιάσει.

Ασφαλώς και δεν μπορούσα να το φανταστώ, του απάντησα, αλλά πριν από ένα εικοσαήμερο περίπου μου είπε τί ακριβώς κάνει, οπότε βεβαίως και ξέρω τις δραστηριότητές του. Δεν μου είπες όμως ακόμη, γιατί έφυγε μόλις είδε να σας πλησιάζω.

Δεν ξέρω, έλεγε ο μπάρμπα Χαράλαμπος. Επειδή τον μάλωσα μάλλον έφυγε κι όχι γιατί είδε εσένα να έρχεσαι. Μα να βγαίνει από το σπίτι του το πρωί κι όποια γυναίκα συναντήσει στον δρόμο του και του αρέσει οπτικά, να την ακολουθεί όπου κι αν πάει?

Κι από ότι μου είπε, αυτό κάνει κάθε μέρα για να περάσει την ώρα του. Όποια του αρέσει την ακολουθεί δηλαδή, έστω κι αν μπαίνει σε λεωφορείο, ή στα καταστήματα αν πάει για ψώνια, ή οπουδήποτε αλλού σκοπεύει να καταλήξει.

Όπου κι αν πάει δηλαδή η γυναίκα που ακολουθεί, εκεί πάει κι αυτός συνοδεύοντας την από απόσταση, αν βέβαια δεν βρει κάποιαν καλύτερη από αυτήν να ακολουθήσει.

Όπως καταλαβαίνεις Μιχάλη, σαν χαζός τον κοιτούσα όταν κατάλαβα, τι ακριβώς μου ανάφερε για να περάσει την ώρα του. Κι επειδή γνωρίζει ότι κι εγώ συνταξιούχος είμαι, ρωτούσε να του πω, εγώ τι κάνω για να περάσω την ώρα μου, από τότε που συνταξιοδοτήθηκα.

Και ξέρεις τι του είπα; Πριν σου πω Χρήστο, τι κάνω εγώ για να περάσω την ώρα μου όπως λες, θα πρέπει να σου πω, ότι με κάνεις να ντρέπομαι για όσα χαζά εσύ κάνεις, μη έχοντας που να διαθέσεις ενεργά κι ωφέλημα για όλους τον χρόνο σου.

Αφού θέλεις να μάθεις όμως τι κάνω εγώ ως συνταξιούχος, θα σου πω, ότι κάνω θελήματα. Όποιος μου δώσει δηλαδή να του μεταφέρω κάπου, ότι κι αν θέλει, ευχαρίστως το κάνω κι ότι μου δώσει για τον κόπο μου, ευχαριστημένος το παίρνω.

Είτε μου δώσει λίγα λοιπόν, είτε πολλά, είτε και καθόλου, εγώ πάλι ευχαριστημένος είμαι, γιατί έτσι αισθάνομαι ότι είμαι χρήσιμος. Μαζί με αυτό δε, είμαι και πολύ ευχαριστημένος μάλιστα, γιατί  έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, βοηθάω το σώμα μου να δουλεύει, όπως και το μυαλό μου να λειτουργεί.

Κι αφού κάνω αυτό που κανένας από την νεολαία μας δεν θα καταδεχόταν να το κάνει θεωρώντας το εργασία και για τους καταστηματάρχες που εξυπηρετώ πρέπει να πω ότι είμαι πολύ χρήσιμος.

Έτσι όπως κάνεις εσύ όμως Χρήστο του είπα και τον εαυτό σου εξευτελίζεις και το μυαλό σου μηδενίζεις κι ως άχρηστος ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα δεν καταλαβαίνεις επιτέλους, ότι αυτό που κάνεις δεν σε τιμά σαν άνθρωπο;

Αν καθίσεις και σκεφτείς σοβαρά τώρα αυτό που κάνεις, θα δεις κι εσύ μαζί μ’ εμένα, ότι μ’ αυτήν την συμπεριφορά, όλο το αντρικό φύλο υποβιβάζεις χωρίς να το υπολογίζεις.

Πρέπει δε να σου θυμίσω ακόμη, ότι τα αδέσποτα σκυλιά κάνουν κάτι παρόμοιο και κανείς δεν μπορεί να τα κατηγορήσει, γιατί αυτά πράγματι δεν έχουν, σε τι άλλο να διαθέσουν τον εαυτό τους. Εσύ όμως είσαι άνθρωπος, δεν είσαι σκύλος. Πως μπορείς λοιπόν να υποβιβάζεις τον εαυτό σου τόσο πολύ;

Στο τέλος μάλιστα, του είπα κι αυτό μαζί με τα άλλα. Δεν μου λες βρε Χρήστο? Ξέρει η γυναίκα σου τί κάνεις, όταν όλη μέρα λείπεις από το σπίτι σου; Αν ήξερα που να την βρω πάντως, τώρα κιόλας θα πήγαινα να της αναφέρω τις δραστηριότητες σου. Φαντάζεσαι όμως τι έχεις να πάθεις; Αν από κάποιον άλλον το πληροφορηθεί;

Αυτά λοιπόν είπα του Χρήστου κι αν κατάλαβα καλά, μάλλον μαζί μου θύμωσε, γι’ αυτό κι έφυγε ξαφνικά. Αλλά τι να υποθέσω τώρα; Ότι και σ’ εσένα είπε τα κατορθώματά του; Μα να φτάνει ο άνθρωπος σ’ αυτήν την σκυλίσια συμπεριφορά; Μου φαίνεται αδιανόητο.

Όσο σκέφτομαι όμως, ότι έχασα τον χρόνο μου μιλώντας μαζί του, πολύ στεναχωριέμαι. Και τον είχα για σοβαρό άνθρωπο πρέπει να σου πω, αφού και σε κάποια πολύ σοβαρή εταιρεία ήταν εργαζόμενος πριν φτάσει στο σημείο να κάνει αυτά τα χαζά.

Φεύγω όμως τώρα Μιχάλη, γιατί πρέπει να μεταφέρω αυτό το κιβώτιο μέχρι τα λουλουδάδικα. Από το λιμάνι το πήρα και σε κάποιο από τα καταστήματα της περιοχής θα το παραδώσω. Αν θέλεις να σου κάνω κάτι όμως μετά από αυτό, ευχαρίστως θα έρθω να σε βρω, όπου κι αν μου το ζητήσεις.

Σήμερα δεν θέλω τίποτε από εσένα του είπα, αλλά αύριο μάλλον θα σε χρειαστώ. Αύριο δεν μπορώ έλεγε αυτός. Το Σάββατο όμως θα μπορέσω αν σε βολεύει. Τί ακριβώς όμως θέλεις να σου κάνω;

Όπως πολύ καλά το ξέρεις, αρκετά μπορώ να κάνω για χάρη σου, ακόμη και χωρίς την δική σου παρουσία. Πες μου λοιπόν τι θέλεις κι εγώ θα σου πω, πρόσθεσε, αν το μπορώ ή όχι.

Δεν σε θέλω εδώ μπάρμπα Χαράλαμπε. Κάπου κοντά στην Βέροια έχω να κάνω μια δουλειά κι επειδή μόνος μου δεν θα μπορέσω να την κάνω, εκεί λοιπόν θα χρειαστώ την συμμετοχή σου.

Κι αφού το Σάββατο μπορείς όπως είπες, από το πρωί θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου και βέβαιος καθώς είμαι, ότι πράγματι μπορείς να με βοηθήσεις, δεν έχω να σου ζητήσω τίποτε άλλο, εκτός από το αν συμφωνείς, ή όχι.

Αυτά μόνον είπαμε εκείνη την ώρα κι αφού μείναμε σύμφωνοι, πράγματι πήγα να τον πάρω το πρωινό του Σαββάτου από το σπίτι του. Καθ’ οδόν προς την Βέροια όμως, του ανάφερα τελικά και τι θα κάναμε όταν φτάναμε στον προορισμό μας.

Έχω φορτωμένο το φορτηγάκι μου με πολλά και βαριά πράγματα, μπάρμπα Χαράλαμπε, τα οποία και πρέπει να πάμε σε κάποιο από τα χωριά της Βέροιας όπως σου είπα, όπου και θα τα αφήσουμε σε ένα σπίτι που έχει εκεί το μοναστήρι μας.

Δεν μπορώ να τα μετακινήσω μόνος όμως, γι’ αυτό και χρειάζομαι την βοήθειά σου. Θα πάμε πρώτα στην Αλεξάνδρεια όμως κι ακολουθώντας τον παλιό δρόμο για την Κατερίνη, θα περάσουμε μέσα από ένα χωριό με το όνομα Αγκαθιά.

Μετά από αυτό, θα πάμε λίγο ποιο πέρα και σε ένα άλλο χωριό της ίδια περιοχής. Ακούγοντας ο μπάρμπα Χαράλαμπος το όνομα Αγκαθιά, αμέσως με έκοψε και αυθόρμητα όπως πάντα ρωτούσε. Ξέρεις ποιος είναι από εκεί; Ο κύριος Θόδωρος, απαντούσε από μόνος του.

Πολύ χάρηκα που θα πάμε προς το χωριό του Μιχάλη.  Αν δεν σου κάνει κόπο όμως, θα ήθελα να του κάνουμε μια επίσκεψη. Θα πρέπει να πέρασε τα ενενήντα του χρόνια, αλλά όπως έμαθα από κάποιον συγγενή του, καλά είναι στην υγεία του, όπως και η γυναίκα του η κυρία Ασημίνα.

Σου τους ανάφερα αυτούς αν θυμάσαι, τότε που σου έλεγα για τις δυσκολίες της παιδικής μου ζωής. Μια κι έχουμε χρόνο όμως, να σου πω και την δική του ιστορία; Πες την του είπα και πριν αρχίσει να την αναφέρει, πάτησα φρένο, γιατί όπως βλέπαμε, μια γαμήλια πομπή μας έκλεινε τον δρόμο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *