Πέρασε ο καιρός όμως και εφόσον όλα τα οικογενειακά και τα επαγγελματικά μας μπήκαν σε κάποια σειρά, πήγε ο πατέρας μου στη γενέτειρα μας και έφερε από κει τη γιαγιά μας, ώστε να μείνει μαζί μας. Την είχε αφήσει για λίγο καιρό μόνη της εκεί, μέχρι που να τακτοποιηθούμε εμείς στο νέο μας χωριό. Στο μετέπειτα χρονικό διάστημα, γεννήθηκε η δεύτερη στη σειρά αδελφή μου και εγώ αφού μεγάλωσα κατά ένα χρόνο, μπήκα στην πρώτη τάξη του δημοτικού.
Εξαιτίας αυτού όμως και όπως ήταν φυσικό, μεγάλωσαν εκείνο τον χρόνο και οι μαθητικές μου υποχρεώσεις στο σχολείο, αφού η δασκάλα που είχα τότε, ήθελε να με κάνει ορθογράφο. Μαζί με αυτές όμως, μεγάλωσαν και οι επαγγελματικές μου, αφού ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει έμπορο από τα επτά μου χρόνια.
Εγώ δε και στα δύο από αυτά, παρουσίαζα πρόβλημα και δεν μπορούσα ούτε τον πατέρα μου, αλλά ούτε την δασκάλα να πείσω, ότι με ενδιέφεραν αυτά που με σπούδαζαν, αλλά για κάποιο λόγο που δεν κατανοούσα, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ επαρκώς. Αυτοί όμως δεν δεχόταν πρόχειρες δικαιολογίες από μένα, γι’ αυτό και στο σχολείο έτρωγα τόσες ξυλιές στα χέρια, όσα ήταν και τα λάθη που έκανα, ενώ στο μαγαζί, με περίμεναν οι επικρίσεις του πατέρα μου.
– Τι θα γίνει με σένα; Και στο σχολείο αδιάφορος είσαι και στο μαγαζί αδιάφορος. Το μυαλό σου το έχεις μόνον στα παιχνίδια.
Τι μπορούσα να πω εγώ; Άχνα δεν έβγαζα. Δεχόμουν αδιαμαρτύρητα τις επιπτώσεις, όποιες και αν ήταν αυτές. Μαζί με όλα αυτά όμως, μεγάλωναν και τα προβλήματα υγείας που είχα. Δεν ξέρω πως το έκανα αυτό, αλλά όταν ήμουν μωρό, πλευριτώθηκα. Από τότε και μετά όμως και για να με προφυλάξουν οι γονείς μου από τα χειρότερα, με φορούσαν μάλλινες φανέλες χειμώνα καλοκαίρι. Με έντυναν με πολλά ρούχα, ώστε να μη κρυώνω και δεν με άφηναν να παίζω μακριά από το σπίτι. Ο λόγος ήταν, ότι ίδρωνα παίζοντας, γι’ αυτό και έβγαζα τα περίσσεια ρούχα. Όταν τα έβγαζα όμως, κρύωνα αφού ήμουν ιδρωμένος, γι’ αυτό και γύριζα στο σπίτι με πυρετό.
Επειδή όμως και στον ύπνο μου ίδρωνα πολύ και ολόκληρος, η μητέρα μου σηκώνονταν πολλές φορές τη νύχτα και με σκέπαζε, γιατί αν έμενα ξεσκέπαστος και ιδρωμένος, ο πυρετός με ξάπλωνε για τα καλά την άλλη μέρα στο κρεβάτι. Ήμουν αδύνατος πολύ και δεν ανάρρωνα εύκολα και ο εκάστοτε περιοδεύον αγροτικός γιατρός της εποχής που με εξέταζε, ήταν ανένδοτος.
– Το παιδί πάσχει από αδυνοπάθεια. Γι’ αυτό, πρέπει να φροντίζετε πολύ την διατροφή του.
Τρελαίνονταν ο πατέρας μου όταν το άκουγε αυτό.
– Βρε γιατρέ. Τον μεγαλώνω με όλα τα καλά του κόσμου και πάσχει από αδυνοπάθεια; Τι να πουν τα φτωχά παιδιά του χωριού μας, που τρώνε σκέτο ψωμί και κρεμμύδι; Αυτά γιατί δεν έχουν αδυνοπάθεια;
Το σκεφτόταν αυτό ο γιατρός, αλλά δεν μπορούσε να του απαντήσει.
Αφού δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι γονείς μου τι γίνεται, έλεγαν τον πόνο τους στους ανθρώπους, όπου και αν βρισκόταν.
– Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε μ’ αυτό το παιδί. Όλο άρρωστο είναι.
Έβλεπαν και αυτοί αλώστε ότι ήμουν συνεχώς άρρωστος, γι’ αυτό και μια μέρα, πρότειναν στους γονείς μια άλλη λύση.
– Να πάτε το παιδί στην εκκλησία μας και να το παραδώσετε στην προστασία της Παναγίας και στην εικόνα της ζωοδόχου πηγής. Είναι θαυματουργή αυτή η εικόνα. Εμείς την φέραμε από την πατρίδα μας και την έχουμε όπως κι εκεί, προστάτιδα του χωριού μας.
Την άλλη μέρα κιόλας, με πήρε από το χέρι η μητέρα μου και με πήγε στην εκκλησία. Αφού εξήγησε στον παπά τον λόγο της επίσκεψης μας, με πήρε αυτός από το χέρι και με έφερε τρεις βόλτες μέσα στην εκκλησία, περνώντας με αντίστοιχα και τρεις φορές μέσα από το ιερό. Όση ώρα κράτησε εκείνη η διαδικασία, ο παπάς διάβαζε κάτι μέσα από ένα βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του και όταν τελείωσε αυτή, είπε αυτός στη μητέρα μου.
– Από αυτή την στιγμή και μετά, αυτό το παιδί θα είναι παραδομένο στην προστασία της Παναγίας μας και Αυτή θα τον προστατεύει από παντού και για πάντα.
Δεχθήκαμε με ανακούφιση εκείνη την υπόσχεση που μας έδωσε ο παπάς και όπως ήταν λογικό, περιμέναμε με αγωνία στη συνέχεια να δούμε, αν όντως δέχτηκε Αυτή το αίτημα μας και αν όντως θα με απάλλασσε, από όσα με βασάνιζαν και με παρουσίαζαν ασθενικό.
Μιχάλης Αλταλίκης