Όπως πάντα, έτσι κι εκείνη την χρονιά, ήρθαν φορτωμένοι με λεφτά οι καπνέμποροι, προκειμένου να πληρώσουν τους αγρότες, για τα καπνά που πριν από καιρό αγόρασαν από αυτούς.
Τα καφενεία του χωριού μας ήταν γεμάτα από ανθρώπους και όλοι σχεδόν μετρούσαν τα χρήματα που έπαιρναν στα χέρια τους, αν και δεν ήταν πολύ ευχαριστημένοι, για τον λόγο ότι τα χρήματα που έπαιρναν δεν ήταν ανάλογα των προσδοκιών τους.
Άλλοι λίγα και άλλοι πολλά, άλλοι χαρούμενοι και άλλοι σκυθρωποί, όλοι κάτι πήραν στα χέρια τους, γι’ αυτό και θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους αν ήθελαν, αυτά που προκάλεσαν στον ανεκτικό μπακάλη τους, προκειμένου να ζήσουν τις οικογένειες τους.
Ένα ολόκληρο χρόνο περιμέναμε κι εμείς μαζί μ’ αυτούς, την ημέρα που θα έπαιρναν στα χέρια την αμοιβή των κόπων τους, ελπίζοντας βεβαίως, ότι θα ήθελα πριν απ’ όλα, να εξοφλήσουν τα περσινά τους χρέη, ώστε με θάρρος και με ευχαρίστηση να τους πιστώναμε και πάλι, τις ανάγκες τους για τον επόμενο χρόνο.
Κάνοντας ζαβολιές όμως αυτοί, άλλαξαν τις παλιές καλές συνήθειές τους και αφού τακτοποιούσαν πρώτα όλες τις άλλες υποχρεώσεις τους, τότε ερχόταν σε μας και με όσα χρήματα τους περίσσευαν, ζητούσαν νέα συμφωνία και νέα πίστωση, στην πρόθεση τους να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες τους, για τον επόμενο χρόνο.
– Να σας δώσουμε τώρα όσα έχουμε, έλεγαν, και τα υπόλοιπα να μείνουν χρέος στην επόμενη χρονιά, μαζί με το νέο χρέος που θα μας επιτρέψετε να έχουμε.
Τους βόλευε αυτούς το να ανταποκριθούμε εμείς στα δικά τους αιτήματα και καθόλου δεν σκεφτόταν ότι με αυτό το μέτρο, θα έβαζαν εμάς σε πολύ μεγάλο κίνδυνο και τόσο μεγάλο, που θα ήταν πλέον σίγουρο, ότι δεν θα μπορούσαμε να αποφύγουμε την χρεοκοπία.
Μπροστά σ’ αυτό τον κίνδυνο, από καιρό πριν ψάχναμε να βρούμε τρόπους απεγκλωβισμού, αλλά τίποτε σίγουρο δεν βρίσκαμε. Το μόνο που μας έμενε λοιπόν, ήταν να περιορίσουμε τα ανοίγματα που κάναμε, γιατί όπως και πολύ καλά φαινόταν, τα παλιά μαζί με τα νέα χρέη έπαιρνε την μορφή της χιονοστιβάδας και ενώ εμείς στηρίζαμε οικονομικά γύρω στις χίλιες αγροτικές οικογένειες, εμάς κανένας δεν μας στήριζε έτσι που να γλιτώσουμε από την χρεοκοπία.
Ωστόσο και για να επανέλθω στα προσωπικά μου, όταν τελείωσε η σχολική περίοδος και πήρα το απολυτήριο μου από το δημοτικό, με έστειλε ο πατέρας μου στον Σοχό να προετοιμαστώ, μέχρι να έρθει ο καιρός να δώσω τις απαραίτητες εξετάσεις, προκειμένου να εισαχθώ στο γυμνάσιο όπως του το ζήτησα και ό,τι κατάφερνα.
Ήθελα να συνεχίσω ως μαθητής στο γυμνάσιο, αλλά επειδή ήξερα ότι θα με εμπόδιζε αρκετά το πρόβλημα που είχα με την ορθογραφία, φοβόμουν να το επιχειρήσω, γι’ αυτό και με ενθάρρυνε ο πατέρας μου.
– Δώσε εσύ εξετάσεις και αν περάσεις πέρασες, αλλιώς μη στεναχωριέσαι. Εμείς έχουμε δουλειά και εγώ σε χρειάζομαι. Και μη δίνεις σημασία σε ό,τι μας συμβαίνει με τα απλήρωτα χρέη των πελατών μας. Πιστεύω ότι με την βοήθεια του Θεού, θα το ξεπεράσουμε.
Εγκαταστάθηκα λοιπόν στο σπίτι της γιαγιάς μου στον Σοχό και διάβαζα εκεί έως ότου έρθει η ώρα να δώσω τις εξετάσεις μου και εφόσον είχα χρόνο στην διάθεση μου, έκανα και καμιά βόλτα μέσα στο χωριό, έτσι για να χαλαρώσω κάπως.
Κάνοντας λοιπόν την βόλτα μου ένα πρωινό στην αγορά του χωριού, βρέθηκα εκεί όπου παιδεύονταν μια ομάδα ανθρώπων της ΔΕΗ, στην προσπάθειά τους να πιάσουν με όλα τους τα σύνεργα, ένα γυμνό καλώδιο που μετέφερε ρεύμα υψηλής τάσης.
Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, αλλά από ότι έβλεπα εκεί, λύθηκε το καλώδιο από εκεί που ήταν δεμένο σε μια κολόνα του κεντρικού δρόμου και καθώς κρεμόταν από την άλλη, ήταν ξαπλωμένο πάνω στον ασφαλτόδρομο.
Όταν ερχόταν σε επαφή με την άσφαλτο όμως, πετάγονταν το καλώδιο πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά του δρόμου, αντιδρώντας δυναμικά προς την γείωση και όταν χτυπούσε την άσφαλτο, ακουγόταν αρκετά δυνατός θόρυβος και όχι μόνο, γιατί και σημάδια της άφηνε.
Έτρεχαν και πολλά νερά όμως εκεί, γι’ αυτό και όταν έπεφτε το καλώδιο πάνω στην βρεγμένη πλευρά της ασφάλτου, τότε, εκτός του ότι πεταγόταν το καλώδιο μια από εδώ και μια από εκεί, σύννεφο από σπινθήρες γέμιζαν την περιοχή στον ίδιο δρόμο.
Προσπαθούσαν να το πιάσουν οι υπάλληλοι της ΔΕΗ και γι’ αυτό τον λόγο ήταν βαριά εξοπλισμένοι, δεδομένου ότι εκείνο το καλώδιο, ήταν της κεντρικής παροχής και ως εκ τούτου, πολύ επικίνδυνο για ανθρώπους.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που περικύκλωσαν την περιοχή αυτοί και σε κανέναν δεν επέτρεπαν να τους πλησιάσει, θέλοντας να αποφύγουν κάποιο ανεπιθύμητο για όλους ατύχημα.
Με μια τεράστια πένσα στα χέρια του ένας απ’ αυτούς, έτρεχε πίσω από το καλώδιο, στην προσπάθειά του να το πιάσει, αλλά ήταν αδύνατον να το καταφέρει, αφού αυτό πετάγονταν ανεξέλεγκτα όπως είπα, πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά του δρόμου και αυτός ήταν ο λόγος που δεν το προλάβαινε τρέχοντας πίσω του.
Εγώ τυχαία περνούσα από κείνο το σημείο και καμιά διάθεση δεν είχα να έρθω αντιμέτωπος μ’ εκείνο το καλώδιο και για ποιο λόγο άλλωστε; Αφού ούτε ηλεκτρολόγος ήμουν, ούτε υπάλληλος της ΔΕΗ.
Βρέθηκα όμως εκεί και αφού βρέθηκα, στάθηκα προς στιγμή να δω τι γινόταν και αμέσως μετά, πλάι πλάι έφευγα, μη τυχόν φάω κι εγώ καμιά από κείνο το αδέσποτο και επικίνδυνο καλώδιο.
Κινήθηκα στην προσπάθεια μου να περάσω στην απέναντι πλευρά του δρόμου και από εκεί να φύγω ανενόχλητος από την περιοχή, αλλά πρόσεξε τις κινήσεις μου ο υπάλληλος της ΔΕΗ που ήταν κοντά μου, γι’ αυτό και δεν μου το επέτρεπε, λέγοντας μου ότι είναι πολύ επικίνδυνο.
Αν με άφηνε, θα το είχα κάνει ανεμπόδιστα. Αφού με σταμάτησε όμως, περίμενα ακίνητος στην θέση μου, μέχρι που να μου το επιτρέψει αυτός.
Εκείνη την στιγμή λοιπόν, χτύπησε το καλώδιο στην απέναντι πλευρά του δρόμου και αφού αναπήδησε όπως έκανε και πριν, κατευθυνόταν προς την πλευρά που βρισκόμουν εγώ, αλλά πολύ δεξιότερα από μένα.
Σαν να ήταν θυμωμένο όμως μαζί μου αυτό, αντί να πάει εκεί που έπρεπε, άλλαξε πορεία στον αέρα και με πολύ φόρα, ερχόταν κατευθείαν πάνω στο κεφάλι μου.
Αν με χτυπούσε έτσι όπως ερχόταν και με τα κιλοβάτ που μετέφερε, όχι μόνο θα μου έσπαζε το κεφάλι, αλλά και κάρβουνο θα με έκανε.
Σήκωσα λοιπόν το χέρι μου ενστικτωδώς και χωρίς καθόλου να το σκεφτώ αυτό, έπιασα εκείνο το αδέσποτο καλώδιο, αγνοώντας βέβαια την δυνατότητα των κιλοβάτ, να κάψουν ζωντανό ένα κοπάδι πρόβατα, όχι ένα παιδί σαν κι εμένα.
Αφού το έπιασα όμως και μετά, είπα με απλότητα σ’ αυτούς που το κυνηγούσαν.
– Ελάτε να το πάρετε.
Βλέποντας το καλώδιο στα χέρια μου αυτός που ήταν κοντά μου, έφυγε από εκεί τρέχοντας φοβισμένος. Οι υπόλοιποι της ΔΕΗ πάλι, φώναζαν να το αφήσω κάτω, αν και δεν το καταλάβαινα αυτό, αφού λίγο πριν έτρεχαν πίσω του να το πιάσουν.
– Πέταξε το κάτω και φύγε από εκεί έλεγαν φοβισμένοι.
Απορούσα εγώ με τις αντιδράσεις τους, όπως και μ’ αυτά τα αταίριαστα που μου έλεγαν, γι’ αυτό και ησύχασα κάπως όταν άκουσα εκείνον με την μεγάλη πένσα να μου λέει.
– Μην το πετάς, περίμενε. Αρκετή ώρα το κυνηγάμε το άτιμο. Κράτησε το και έρχομαι να το πιάσω.
Έχοντας προτεταμένη την πένσα του εκείνος, έπιασε με πολλή προσοχή το καλώδιο από το χέρι μου και έτσι όπως το κρατούσε σαν να έκαιγε πολύ και να φοβόταν να το ακουμπήσει επάνω του, το έδωσε επίσης με πολύ προσοχή σε κάποιον άλλον που ανέβαινε στην κολόνα εν τω μεταξύ, προκειμένου να το δέσει από εκεί που τους έφυγε.
Μου έκανε εντύπωση και το γεγονός, ότι κι εκείνος που ήταν στην κολόνα το έπιασε με φόβο και με πολύ προσοχή το έδενε στην θέση του, φορώντας κάτι μεγάλα και πολύ χοντρά γάντια.
Όταν όμως μετά από λίγο δέθηκε το καλώδιο στην θέση του, ήρθαν όλοι τους κοντά μου και αφού με ευχαρίστησαν για την συμμετοχή μου στο δικό τους πρόβλημα και αφού από πολύ μεγάλη ταλαιπωρία γλίτωσαν στην προσπάθεια τους να το πιάσουν, ρωτούσαν να τους πω, τι είχα επάνω μου και δεν μπόρεσε να μου κάνει κανένα κακό το ρεύμα.
– Τι να σας πω τους έλεγα. Δεν ξέρω.
Με έψαξαν αυτοί και μάλιστα πολύ καλά και αφού δεν βρήκαν τίποτε λογικό γι’ αυτούς να δικαιολογήσουν την προστασία μου, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι μάλλον τα παπούτσια που φορούσα που είχαν μισό πόντο κρεπ σόλα, ήταν η αιτία της προστασίας μου και ότι αυτά μάλλον με γλίτωσαν από το να γίνω κάρβουνο όπως έλεγαν.
Κάποιος από την ομάδα τους όμως είχε αντίρρηση για όσα άκουγε, γι’ αυτό και τους έλεγε με στόμφο.
– Εμείς έχουμε πέντε πόντους ειδικές σόλες στα παπούτσια μας και δεν τολμούσαμε να πιάσουμε το καλώδιο. Και το παιδί με την απλή σόλα κρεπ στα παπούτσια, πατώντας πάνω στα νερά, μπορούσε να έχει καλύτερη προστασία από μας; Είστε σοβαροί ρε; Εδώ κάτι άλλο παίχτηκε κι εμείς; Χαμπάρι δεν το πήραμε. Και αφού τίποτε δεν είδαμε, το φορτώνουμε τώρα, στα παπούτσια που φοράει.
Αφού δεν είχαν να πουν αυτοί τίποτε επιπλέον μεταξύ τους και αφού δεν είχα να κάνω κι εγώ κάτι άλλο εκεί, τους χαιρέτισα κι έφυγα, θέλοντας να ολοκληρώσω την βόλτα που είχα στο πρόγραμμα μου.
Μιχάλης Αλταλίκης