Επέστρεψε στο σπίτι του ο νεαρός μετά από την συνάντηση που είχε μαζί μου εκείνη την ημέρα κι όπως του το υποσχέθηκαν οι δικοί του, βρήκε να τον περιμένει στο πεζοδρόμιο κι έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας τους μάλιστα, ένα καινούριο αυτοκίνητο.
Ο παππούς του καθόταν μέσα για την ακρίβεια κι όπως του είπε βλέποντας να τον πλησιάζει ο νεαρός, τον περίμενε εκεί προκειμένου να του δείξει το αυτοκίνητο, αλλά και πως λειτουργεί αυτό.
Χάρηκε ο νεαρός με το απόκτημά του, γιατί ένα αυτοκίνητο στην ηλικία του δεν ήταν και μικρό δώρο, αλλά κι από μόνος του δεν θα μπορούσε να το έχει, αφού φοιτητής ήταν και μάλιστα, όλους δι όλου οικονομικά εξαρτώμενος από τον παππού του.
Μπήκε μέσα λοιπόν κι όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος στην ηλικία του, δεν μπορούσε να τιθασεύσει την χαρά του. Το χάιδεψε από μέσα κι από έξω κι όταν κάθισε στην θέση του οδηγού και το αισθάνθηκε δικό του, χίλια ευχαριστώ έλεγε στον παππού του για το δώρο που του έκανε.
Κι όπως ήταν επόμενοι, ξέχασε τους πάντες και τα πάντα εκείνη την στιγμή. Την μητέρα του δηλαδή, τον μικρό αδελφό του, την γιαγιά του, όπως και την θεία του που τους προκαλούσε προβλήματα κι αφού έβαλε μπροστά την μηχανή του, ζήτησε από τον παππού του να το κάνει μια βόλτα γύρο από το τετράγωνο της περιοχής τους πρώτα και μετά να ανέβει στο σπίτι τους.
Το έκανε λοιπόν ο νεαρός κι αφού επέστρεψε ικανοποιημένος, δεν ευχαριστούσε μόνον τον παππού του και την γιαγιά του, γιατί και την θεία του κάλεσε στο τηλέφωνο να την ευχαριστήσει, αφού καταλάβαινε ότι αυτή έβαλε το χεράκι της προκειμένου να του κάνει ο παππούς του ένα τέτοιο δώρο.
Χάρηκε λοιπόν για το δώρο που δέχτηκε κι όλο το απόγευμα το πέρασε οδηγώντας το αυτοκίνητό του στις παραλίες της περιοχής που βρισκόταν το ξενοδοχείο που έμενε. Κοιμήθηκε ευχαριστημένος όταν ήρθε η ώρα και το πρωί ξύπνησε ευδιάθετος θα λέγαμε.
Με το που άρχισε να περπατά η μέρα όμως, ένοιωθε να ενοχλείται και αρκετά έντονα μάλιστα, από μια πληγή τύψεων που άνοιξε στο μυαλό του και δεν έλεγε να τον εγκαταλείψει. Δεχόταν επίθεση λογισμών θα λέγαμε, για το δώρο που δέχτηκε ως δούρειο ίππο και απειλούσε με την παρουσία του την αξιοπρέπεια της μητέρας του, της δικής του, όπως και του απροστάτευτου μικρού αδελφού του.
Ανεξέλεγκτα κινούμενοι και οι λογισμοί μέσα του στην συνέχεια, τον υποχρέωσαν να γεμίσει με μίσος το μυαλό του πλέον και το γέμισε κατά της θείας του βέβαια, αφού αυτήν θεωρούσε ούτως ή άλλως ηθική αυτουργό για όσα συνέβαιναν στην οικογένειά τους και περισσότερο κατά της μητέρας του όπως πολύ καλά το θυμόταν.
Με μίσος φορτωμένος όμως, τίποτε καλό δεν μπορούσε να σκεφτεί, οπότε, μπαίνοντας στο καινούριο αυτοκίνητό του λίγο μετά το μεσημέρι, με γρήγορες κινήσεις έτρεχε προς το πανόραμα, αποφασισμένος να σκοτώσει την θεία του, με την ελπίδα να γλυτώσει την μητέρα του από τα βασανιστήρια που της προκαλούσε.
Έτσι όπως οδηγούσε όμως, δεν είχε την δυνατότητα, αλλά και πείρα ανάλογη δεν είχε προκειμένου να ελέγξει τις κινήσεις του αυτοκινήτου του. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που του έφυγε από τα χέρια για καλή του τύχη και αντί να πέσει με αυτό πάνω στην θεία του όπως υπολόγιζε να κάνει, πήγε κι έπεσε πάνω σε ένα μεγάλο δένδρο, με αποτέλεσμα να γένει εντελώς αγνώριστο.
Χτύπησε κι αυτός βέβαια και αρκετά μάλιστα. Ευτυχώς για το νεαρό της ηλικίας του όμως, όχι πολύ σοβαρά. Με κάποιους μώλωπες μόνον την γλύτωσε και με μια απλή διάσειση που τον υποχρέωσε να μείνει για λίγες μέρες σε κάποια κλινική της περιοχής.
Τα έξοδα της νοσηλείας του βέβαια ο παππούς του τα πλήρωσε και για να τον ησυχάσει βλέποντάς τον αρκετά στεναχωρημένο, του υποσχόταν να του αγοράσει άλλο αυτοκίνητο, γιατί αυτό διαλύθηκε όπως του έλεγε και δεν άξιζε τον κόπο να διορθωθεί.
Τόσο ο παππούς του όμως, όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, υποψιάστηκαν ότι κάτι κακό έβαλε στον νου του ο νεαρός, αλλά μη μπορώντας να το στηρίξουν κάπου σαν ενδεχόμενο, δέχτηκαν κατ’ ανάγκη τελικά, αυτά που ο νεαρός τους δήλωνε κατά την διάρκεια της νοσηλείας του.
Και στην τροχαία που πήγε να του πάρει κατάθεση, το ίδιο τους είπε, ότι ζαλίστηκε για κάποιον λόγο δηλαδή και δεν κατάλαβε πως βρέθηκε πάνω στο δένδρο με τόση ταχύτητα, που διέλυσε το αυτοκίνητό του. Κι αφού αυτό επέμενε να λέει προς όλους, υποχρεώθηκαν να του κάνουν πολλές εξετάσεις μέχρι να βρουν την αιτία της δηλωμένης ζαλάδας του.
Τίποτε δεν βρήκαν όμως, οπότε, του επέτρεψαν την εξαγωγή από την κλινική μετά από δυο εβδομάδες παραμονής κι όπως ήταν αναμενόμενο, τον κράτησαν στο σπίτι του παππού του μέχρι να σιγουρευτούν ότι όλα έβαιναν καλώς.
Εκεί λοιπόν μένοντας, έβγαινε που και που για μια βόλτα στην γειτονιά τους και παίρνοντας θάρρος σιγά, σιγά και σ’ εμένα σκέφτηκε να κάνει επίσκεψη στην συνέχεια. Έχοντας δεμένο το τραυματισμένο δεξί του χέρι δηλαδή ήρθε να με βρει για δεύτερη φορά και με τα χίλια ζόρια εκεί μου εξιστόρησε το ατύχημά του.
Από τις πολλές ερωτήσεις που του έκανα όμως, υποχρεώθηκε θα έλεγα να μου φανερώσει και τον κακό σκοπό που είχε βάλει στο μυαλό του. Το να επιτεθεί κατά της θεία του δηλαδή.
Ασφαλώς και τον μάλωσα για όσα σκέφτηκε, αλλά πολύ περισσότερο και γι’ αυτά που επιχείρησε να κάνει. Κι όπως έπρεπε, τον συμβούλεψα να μην επαναλάβει για δεύτερη φορά ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί κανένας δεν έχει δικαίωμα να εκδικείται κάποιον, ότι κι αν του έχει κάνει.
Καλά που έκανες το ατύχημα λοιπόν, του έλεγα, γιατί από πάρα πολλά γλίτωσες τον εαυτό σου κι από τέτοια μάλιστα που δεν βάζει ο νους σου. Με άκουγε με προσοχή ο νεαρός πρέπει να πω κι από όσα μου έλεγε, μάλλον δήλωνε ότι μετάνιωσε για όσα έκανε, αν και δεν έβγαζε από το μυαλό του, την εμπλοκή της θείας του στα προβλήματά τους.
Μορφωμένος άνθρωπος είσαι, του έλεγα, ψάξε και θα βρεις με ποιόν καλό τρόπο θα μπορέσεις φέρεις οριστική λύση στο πρόβλημά σας. Το να συμπεριφέρεσαι όμως σαν αγράμματος και άξεστος, είδες τι προβλήματα κινδύνεψες να προκαλέσεις στον εαυτό σου πριν απ’ όλα.
Του είπα πολλά τέτοια είναι αλήθεια κι όταν ήρθε η ώρα του, τον είδα να φεύγει ευχαριστημένος από κοντά μου. Μετά από λίγες μέρες μάλιστα μου έκανε κι ένα τηλεφώνημα, με σκοπό να μ’ ευχαριστήσει και πάλι όπως έλεγε για όσα τον συμβούλεψα.
Από τότε και μετά όμως τον έχασα θα έλεγα, αφού ούτε τον άκουσα ξανά, αλλά ούτε και τον είδα να μου επισκέπτεται. Δεν είχαμε να πούμε και πολλά μαζί βέβαια, εκτός από αυτά που μεσολάβησαν, οπότε, υπέθετα ότι μάλλον έβαλε τάξη στα πράγματά τους, ότι μάλλον τα έλυσε δηλαδή κι έτσι, δεν με απασχολούσε πλέον η απουσία του.
Υποθέτοντας μάλιστα ότι μπορεί και να έφυγε για την Αγγλία, εντελώς τον ξέχασα, αλλά και λόγους δεν είχα ώστε να τον ψάχνω. Ο Παναγιώτης μου το θύμισε μια μέρα, λέγοντάς μου από το τηλέφωνο, ότι κλείστηκε στο ξενοδοχείο που πήγε να μείνει πάλι κι ότι ο παππούς του φρόντισε να τον επιστρέψει στο σπίτι τους.
Μετά από αυτό που άκουσα, άρχισα να σκέφτομαι πια ότι μπορεί και να κουβαλούσε κάποια κληρονομική ψυχολογική ασθένεια από τον πατέρα του προερχόμενη, ή από την μητέρα του κι αυτή μάλιστα να ήταν η αιτία που του έβγαλε μια κατάθλιψη όπως την υπολόγισα.
Έξυπνος ο νεαρός βέβαια, αλλά τα ψυχολογικά δεν διαλέγουν πως να φύγουν μακριά από αυτούς. Αν τους πλησιάσουν για κάποιον λόγο, δεν τους εγκαταλείπουν εύκολα και μάλιστα, όταν αυτά είναι κληρονομικά.
Αυτός ιδικά κι από τον πατέρα του είχα να πάρει και από την μητέρα του είχε να εμπλουτίσει τον εαυτό του από τέτοιου είδους προβλήματα, οπότε, πολύ δικαιολογημένο μου φάνηκε το ότι τα φορτώθηκε.
Είπα ωστόσο στον Παναγιώτη να του θυμίσει την ύπαρξή μου, μήπως και θελήσει να μου μιλήσει, αλλά τίποτε τέτοιο δεν προέκυψε. Κι αφού δεν έδωσε αυτός συνέχεια, πάλι τον ξέχασα. Δεν το έκανα δηλαδή από αδιαφορία για τον άνθρωπο, αλλά μην επιχειρώντας αυτός μια νέα προσέγγιση, δεν μπορούσα να τον πλησιάσω από μόνος μου.
Μιχάλης Αλταλίκης