Αναζητώντας Τον Φίλο Τους Στο Μετόχι

MaΣτο Βελβεντό λοιπόν βρισκόμουν ακόμη και διακοπές έκανα όπως σας είπα στο προηγούμενο και τα συνηθισμένα έκανα εκεί προκειμένου να συνυπάρχω ευχάριστα ανάμεσα στους αγαπητούς κατοίκους του, οι οποίοι και σκληρά δούλευαν, αλλά και διασκέδαζαν με τον δικό τους τρόπο, υπακούοντας στις πατρογονικές τους συνήθειες.

  Όταν όμως αυτοί ήθελαν να κάνουν την διασκέδασή τους κάπως πιο ιδιαίτερη, κρυφά και μακριά από τους υπόλοιπους, έψαχναν να βρουν τους πολύ κολλητούς τους γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού μόνον μαζί τους το ευχαριστιόταν καλύτερα.

 Αυτό πάλι έτσι το έκαναν, όπως ακριβώς το βρήκαν να υπάρχει ως συνήθεια από τους προγενέστερους, αλλά κι ακόμη έτσι το κάνουν μη θέλοντας να απομακρυνθούν, ούτε σπιθαμή από τα δεδομένα τους.

 Εγώ βέβαια ως γαμπρός του Βελβεντού υπήρχα ανάμεσά τους και καλή παρέα τους έκανα, αλλά δεν ήμουν κολλητός τους, γι’ αυτό και δεν με καλούσαν σε τέτοιες εκδηλώσεις.

 Ωστόσο, αρκετές φορές βρέθηκα έστω και κατά τύχη σε τέτοια πριβέ τσιμπούσια και κανείς από τους συμμετέχοντας δεν ξύνισε τα μούτρα του βλέποντας να τους επισκέπτομαι κι ευχαρίστως με κρατούσαν ανάμεσα τους στην συνέχεια.

 Εξαντλημένος όμως εγώ, αλλά και πολύ κουρασμένος από τα αμέτρητα τσιγάρα, τα ποτά και τα συνεχιζόμενα ξενύχτια, θέλησα να ξεκουράσω κάπως το σώμα μου όπως και το στομάχι μου ένα απόγευμα, γι’ αυτό και πήγα να κρυφτώ σε μια καφετέρια από τους μπαρμπάδες της παρέας μας.

 Δεν τα κατάφερα βέβαια, αφού ήρθαν και με βρήκαν δύο από αυτούς εκεί που καθόμουν πίνοντάς τον κρυφά και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου ζητούσαν να τους κάνω μια χάρη.

 – Μπουρίς α να μας παένς μι του θκός τ’ αυτουκίνητου μέχρι του μιτόχ’;  Παραξενεύτηκα με το αίτημά τους, αφού τίποτε δεν είχε εκεί κι αν πάλι κάτι είχε, τουλάχιστον τέσσερα από τα ΤΑΧΙ είδα πριν από λίγο να είναι σταθμευμένα στην αφετηρία τους, γι’ αυτό και καχύποπτα τους ρωτούσα.

  – Γιατί, ρε μπαρμπάδες; Τι έχει εκεί; Κι αν πάλι κάτι έχει, μήπως απεργούν τα ταξί σήμερα;

 – Όχι α. Θέλουμι όμους να μας παένς ισί ικι.

 Δεν μου έλεγαν βέβαια τον λόγο που εγώ έπρεπε να τους πάω στο μετόχι, αλλά κι επέμεναν να μου το ζητούν αυτό και μάλιστα πολύ φορτικά. Άκουγε κάποιος την κουβέντα μας και μη μπορώντας να εξηγήσει την επιμονή τους, μου έλεγε με τρόπο.

 – Πήγαινε τους ρε αφού δεν βρίσκουν ΤΑΞΙ. Μεγάλοι άνθρωποι είναι. Πώς θα πάν μέχρι εκεί πάνω με τα πόδια;

 Στο μετόχι που ήθελαν αυτοί να τους πάω, βρίσκεται και το ομώνυμο κέντρο διασκέδασης του Βελβεντού κι αυτό ήταν κι ακόμη είναι σημείο αναφοράς για όλους τους κατοίκους του, αλλά κι ολόκληρου του νομού της Κοζάνης κι όχι μόνο.

 Το ότι ήθελαν όμως εκείνοι οι δύο μπαρμπάδες να τους πάω εγώ εκεί κι όχι το ταξί, αυτό καθόλου καθαρό δεν μου φαινόταν, γι’ αυτό και δήλωνα την αντίρρηση μου.

  Μη μπορώντας όμως να γλιτώσω από την επιμονή τους, αλλά κι από την παρέμβαση του διπλανού μου, τους πήγα τελικά στο μετόχι, αλλά δεν με άφηναν να επιστρέψω όταν βγήκαν από το αυτοκίνητό μου.

  – Καλά; Θα μας αφίς ιδώ; Δεν θα μας παένς πάλι πίσου;

 Τι να έκανα αφού έμπλεξα μαζί τους; Άφησα το αυτοκίνητο μου σε μια άκρη και προχωρώντας αυτοί μπροστά, τους ακολουθούσα πηγαίνοντας προς το ομώνυμο κέντρο, αφού αυτός ήταν ο στόχος τους.

 Όταν πλησιάσαμε εκεί, βρήκαμε το κέντρο κλειστό και κανείς δεν ήταν μέσα. Βλέποντάς το αυτό, τους έλεγα και με το δίκαιό μου βέβαια.

 – Κλειστό είναι ρε μπαρμπάδες. Τι ήρθαμε να κάνουν εδώ;

  Δεν απαντούσαν αυτοί στο ερώτημά μου, γι’ αυτό και τους ανακοίνωσα ότι θα φύγω μόνος αν δεν με ακολουθήσουν. Θορυβήθηκαν αυτοί με την απόφασή μου, αλλά και πάλι έλεγαν.

 – Πιρίμινι α, κι θα δεις.

 – Τι να δω ρε μπαρμπάδες μέσα στο σκοτάδι;

 Έβαζαν αυτοί τα χέρια τους στα τζάμια των παραθύρων να δουν καλύτερα αλλά και πάλι τίποτε δεν έβλεπαν να κινείται στο εσωτερικό του κέντρου. Αφού έκαναν πολλές προσπάθειες κι έφεραν αμίλητοι κάμποσες βόλτες γύρω από το κέντρο, ήρθαν πάλι σε μένα κι αυτά έλεγαν συνωμοτικά.

 – Μέσα ίντις κι ας μη φένουντοι. Μας βλέπουν απου μέσα αφνοί, αλλά δεν μας ανοίγουν.

 Δα πιριμένουμι λίγου, κι που δα παένι; Δα βγουν όξου κι τότι δα μπούμι κι μις μέσα.

 – Μα δεν είναι κανείς εδώ. Πως σας μπήκε στο μυαλό τώρα, ότι μέσα είναι κάποιος; Σκοτάδι είναι μέσα και κανείς δεν είναι εδώ. Πάμε λοιπόν να φύγουμε.

 Τίποτε όμως. Εξακολουθούσαν αυτοί να επιμένουν στην άποψη τους.

 – Δεν ξέρς ισί. Μέσα ίντις. Τρων κι πιν κι μας κουραδέβουν. Έλα κι κάτσει ιδώ σ’ μπόρτα κι πιρίμινι κι τότι θα δεις ότι μέσα ίντις.

 Κάθισα κι εγώ έξω από την πόρτα να δω, πού θα κατέληγε εκείνη η επιδρομή στο κλειστό από ότι φαινόταν κέντρο διασκέδασης.

 Μετά από λίγο κι αφού γέμισαν οι μπαρμπάδες τις χούφτες τους με χαλίκια, άρχισαν να τα πετούν ένα, ένα, στα τζάμια των κλειστών παραθύρων.

 Ώ του θαύματος όμως, άνοιξε κάποια στιγμή η πόρτα και βγήκε μέσα από το κέντρο ο πολύ καλός, γνωστός και μη εξαιρετέος εύσωμος ταβερνιάρης, κρατώντας μια κανάτα στο χέρι του.

  Μόλις με είδε αυτός να στέκομαι μπροστά στην πόρτα του, ά, έκανε με απορία.

 – Ισί είσαι α καλό παιδί; Ισί βαρέν’ς αυτές τις πέτρις στα τζάμια;

 Όχι εγώ του είπα, αυτοί τα κάνουν αυτά και του έδειξα τους μπαρμπάδες που στεκόταν παράμερα. Σαν είδαν αυτοί να ανοίγει η πόρτα, πλησίασαν τρέχοντας προς τον ταβερνιάρη, αδιαφορόντας για όσα συνέχιζα εγώ να του εξηγώ.

 – Μου ζήτησαν να τους φέρω εδώ, αλλά δεν μου είπαν το γιατί.

 – Τι δλιά έχ’ς ισί μ’ αφνούς α. Αφνοί είνι γμάρια.

 Κι ενώ καλούσε εμένα να πάω μαζί του μέσα, ξεφώνιζε τους μπαρμπάδες.

 – Ου γμάρια? Έβαλιέτι του πιδί μπρουστά για να σας ανοίξουμι έ; Ου γμάρια. Σας είπα α. Δεν ίντους ιδώ. Να παέντι αλλού να τουν ιβρείτι.

 – Αν δεν μας αφίς να μπούμι κι να δούμι ποιοι είνι μέσα, δεν φεύγουμι απου δω ιά. Κι αν μας κλί’ς ντ’ μπόρτα, θα συ σπάσουμι τα τζάμια μι τίς πέτρις.

  Αυτά του έλεγαν οι μπαρμπάδες απειλώντας τον, αλλά κι ο ταβερνιάρης  δεν πήγαινε πίσω, συνέχιζε να τους ξεφωνίζει. Γμάρια, τους ανέβαζε γμάρια τους κατέβαζε και καλόψυχος καθώς ήταν, τους έμπασε τελικά μέσα.

 – Σιρίτι μέσα α γμάρια να δείτι, ότι δεν ίντους ιδώ.

  Μπήκαν τρέχοντας αυτοί μέσα να βρουν αυτόν που έψαχναν, κάποιον από την παρέα τους δηλαδή, τον οποίον εκεί υπολόγιζαν ότι θα τον έβρισκαν, αν κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι να γύρευε αυτός εκεί που τον έψαχναν, αφού η ταβέρνα ήταν κλειστή.

  Βλέποντας ο ταβερνιάρης να κοιτώ τους μπαρμπάδες με απορία, με κάλεσε κοντά του κι αφού μου έδωσε μια μεγάλη κούπα γεμάτη από το δικό του κρασί, έλεγε.

  – Έλα ιδώ ισί καλό πιδί κι άστις αφνούς. Αφνοί έχουν τα θ’κάτ’ς. Έλα να πάμι μέσα κι να πιούμι ικι μαζί μια κούπα απου του θ’κό μας του κρασί κι να δεις τι έχου να συ φέρου για μιζέν.

  Πήρα στα χέρια την κούπα με το κρασί που μου έδωσε κι ακολουθώντας τον, μπήκαμε με το πάσο μας στο εσωτερικό της ταβέρνας, από την πόρτα της κουζίνας, από αυτήν δηλαδή, που αυτός έβγαινε να γεμίσει την κανάτα που κρατούσε με κρασί, αφού τίποτε άλλο εκτός από αυτό δεν έπινε όλη μέρα.

  Διάλεγε για τον εαυτό του κι έπινε μόνον κρασί κι αυτό μάλιστα, ήταν από τα καλύτερα του Βελβεντού. Το είχε δε αυτό μέσα σε μια μεγάλη ξύλινη βαρέλα, χωρητικότητας επτακοσίων πενήντα λίτρων.

 Τόσες άλλωστε ήταν και οι προσωπικές του ετήσιες ανάγκες σε κρασί, γ’ αυτό και είχε την βαρέλα του έξω από την πόρτα της κουζίνας του.

 Είχε όμως και την ιδιοτροπία του, δεδομένου ότι δεν έδινε σε κανέναν από τους πελάτες του να πιεί από το δικό του κρασί όσο κι αν τον παρακαλούσαν, εκτός βέβαια από μερικούς που φανερά τους συμπαθούσε όπως έκανε και με μένα.

 Σε όποιον πάντως το προσέφερε, θ’κό μας το αποκαλούσε, γι’ αυτό και μου είπε, έλα μέσα να πιούμε μια κούπα από το δικό μας. Ήξερε ότι μου άρεσε το δικό του μαύρο κρασί, από τότε που για πρώτη μου φορά τον γνώρισα και αυθορμήτως αυτός με σύστησε στην βαρέλα του λέγοντας.

 – Απ’ αυτού, κανένας άλλους δεν πιν κρασί, ικτός απου μένα. Ισί όμους, όπουτι είσι ιδώ, θα πέρ’ς ντ’ κανάτα και θα πίν’ς όσου θέλ’ς. Δεν θα ρουτάς κανένα. Θα έρχισι ιδώ, απου μένα.

  Από τότε μου έδωσε αυτός το ελεύθερο, αλλά εγώ ποτέ μου δεν έκανα χρήση αυτού του δικαιώματος από μόνος μου. Τον συμπαθούσα κι εγώ βέβαια, γι’ αυτό κι όταν πήγαινα με την παρέα μου στο μετόχι, πρώτα πήγαινα να τον χαιρετίσω και μετά καθόμουν στο τραπέζι μας.

  Κι αυτός χαιρόταν όταν με έβλεπε, γι’ αυτό και δεν με άφηνε να φύγω από κοντά του, πριν ή πιούμε μια κούπα κρασί στα ιδιαίτερα από το δικό μας.

 Ακολουθώντας τον λοιπόν εκείνο το βράδυ με την γεμάτη από κρασί κανάτα στο χέρι, μπήκαμε στα ενδότερα της ταβέρνας κι αφού άνοιξε αυτός ακόμη μία εσωτερική πόρτα, μπήκαμε στον κυρίως χώρο της.

 Όταν βρεθήκαμε εκεί όμως, είδα να είναι στρωμένο ένα πολύ μεγάλο τραπέζι, γύρω από το οποίο καθόταν μια επίσης μεγάλη παρέα, κοντά στα είκοσι άτομα.

 Κάτω από το αμυδρό φως δύο κεριών που είχαν πάνω στο μεγάλο τραπέζι τους αυτοί, έπιναν κι έτρωγαν εκεί από νωρίς το απόγευμα και διασκέδαζαν με την συνοδεία οργάνων, απολαμβάνοντας το μυστικό και πριβέ τσιμπούσι τους.

 Δύο κλαρίνα έπαιζαν μαζί τα τοπικά τους ακούσματα και όλοι εκείνοι της μεγάλης παρέας τραγουδούσαν με την καρδιά τους κι όμως, έξω από την ταβέρνα δεν ακουγόταν τίποτε.

  Από ότι φάνηκε όμως, εκείνο το τσιμπούσι δεν ήταν και τόσο μυστικό αφού το ήξεραν οι μπαρμπάδες που συνόδευα κι αφού πίστευαν ότι συμμετείχε κι ο φίλος τους σ’ αυτό, έψαχναν να τον βρουν.

 Ήξεραν δηλαδή ότι υπήρχε τσιμπούσι εκεί, όπως ήξεραν, ότι όσο κι αν επέμεναν να φωνάζουν από έξω, κανείς από τους από μέσα δεν θα τους άνοιγε.

 Μαζί με αυτά, ήξεραν ότι εμένα με συμπαθούσε ο ταβερνιάρης κι ότι αν με έβλεπε αυτός έξω από την πόρτα του θα με έβαζε μέσα, γι’ αυτό και με ήθελαν μαζί τους.

 Όπως εκ των πραγμάτων δηλαδή απεδείχθη, με χρησιμοποίησαν οι δύο μπαρμπάδες ως δούρειο ίππο προκειμένου να μπουν στην ταβέρνα και το πέτυχαν.

 Οι της παρέας όμως, έτρωγαν κι έπιναν εκεί όπως είπα και καμιά σημασία δεν έδωσαν σε μας που τους κάναμε απρόσκλητη επίσκεψη εκείνη την ώρα.

 Ήταν όλοι τους γνωστοί μας, αλλά για τους δικούς τους λόγους, ήθελαν να διασκεδάσουν με την παρέα τους κεκλεισμένων των θυρών και φυσικά με την συμμετοχή των δύο ταβερνιάρηδων στο γλέντι τους, αφού δύο ήταν αυτοί.

 Μας δέχτηκαν εγκάρδια ωστόσο στο τραπέζι τους όταν μας είδαν κι αφού καθίσαμε ανάμεσα τους, γέμισαν τα ποτήρια των δύο μπαρμπάδων με το ποτό που έπιναν, εκτός από την δική μου κανάτα βέβαια, αφού αυτή ήταν ήδη γεμάτη από το μαύρο κρασί του εύσωμου ταβερνιάρη, ο οποίος χάθηκε αφότου με έβαλε να καθίσω στο τραπέζι της παρέας.

 Ήρθε όμως μετά από λίγο, κρατώντας μια πιατέλα στα χέρια του, η οποία ήταν γεμάτη από ζεστά κοψίδια, την οποία άφησε επιδεικτικά μπροστά μου.

  Του παραπονέθηκαν οι μπαρμπάδες, αλλά αγνοώντας τους αυτός κάθισε δίπλα μου και τους έλεγε με στόμφο.

 – Ισίς, να κοιτάτει την δ’ λιά σας. Ιμίς μ’ αυτό του πιδί ίμιστι φίλοι.

 Άιντε στην υγειά μας τους είπε κι αφού τσούγκρισε την κανάτα του με τα ποτήρια όλων μας, είπε σε μένα προστατευτικά.

 – Μι τις ακούς αφνούς α. Ισί πιες όλου του κρασί κι θα συ βάλου άλλου. Φάει κι τα κοψίδια τώρα όμους που είνι ζιστά.

 Και μόλις άρχισα εγώ να επεμβαίνω στην πιατέλα που μου έφερε, όπως και στο κρασί που μου έδωσε να πιώ, τον άκουσα να λέει προς τους δύο μπαρμπάδες.

  – Ισίς γμάρια; Ίδατι ότι δεν είνι ιδώ του άλλου γμάρ που ψάχνιτει;

 – Ίδαμι α, ότι δεν ίντους ιδώ. Αλλά πού ίντους;

 – Δεν ξέρου. Ψάξτι όμους απουκάτ στην Αγία Τριάδα. Έχουν κι αυτού γλέντι απόψι. Κατσίτι όμους ιδώ κι αφίστι τουν άλλουν ήσυχουν. Έχουμι άπ’όλα ιδώ.

  Κάθισαν οι μπαρμπάδες αφού τους το ζήτησε ο καλόψυχος κι επίσης φίλος τους ταβερνιάρης, γι’ αυτό κι αρχίσαμε να διασκεδάζουμε μαζί με τους υπόλοιπους, ως να ήμασταν από την αρχή στην παρέα τους.

 Ήταν απορροφημένοι στο γλέντι τους αυτοί άλλωστε, γι’ αυτό και καθόλου δεν τους ένοιαζε, το για ποιο λόγο βρεθήκαμε εμείς οι τρεις εκεί, όπως δεν νοιάζονταν και οι κλαριντζήδες, οι οποίο λεπτό δεν σταματούσαν να παίζουν τις παραγγελιές που τους ζητούσαν οι της παρέας κι αφού έπιναν κι αυτοί μαζί τους, σούρωσαν για τα καλά.

 Ενθουσιασμένος κάποιος από τους ήχους των κλαρίνων, έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα πεντακοσάρικο σε δραχμές τότε και το κώλησε στο μέτωπο του πιο μεγάλου σε ηλικία κλαριντζή, έτσι για να του τονώσει το ενδιαφέρον και για να συνεχίσει να παίζει τα τραγούδια που του ζητούσαν.

 Ενθουσιασμένος εκείνος με την σειρά του, από τα κόλπα που έκανε ο πιο νέος κλαριντζής, πήρε το πεντακοσάρικο από το δικό του μέτωπο και το κώλυσε στο μέτωπο του νεαρού.

 Μετά από αυτήν την κίνηση, ενθουσιάστηκαν πολύ οι δύο κλαριντζήδες, γι’ αυτό και το πεντακοσάρικο ταξίδευε για πολύ ώρα από το ένα μέτωπο στο άλλο, προς τέρψιν όλων ημών, που ακούγαμε τα γυρίσματα και τα μουσικά κόλπα των δύο πολύ καλών παραδοσιακών οργανοπαιχτών.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *