Στο τέλος περίπου εκείνου του Σεπτέμβρη, ήρθε το απόγευμα μιας μέρας και με βρήκε ένας από τους στρατιώτες του θαλάμου μας, τον οποίο και συνόδευε ο αρχιλοχίας της πυροβολαρχίας μας.
Ούτε λίγο ούτε πολύ, μου ζητούσαν να κάνω εγώ την βραδινή υπηρεσία εκείνου του στρατιώτη, δεδομένου ότι κάτι ξαφνικό παρουσιάστηκε σ’ αυτόν και επειδή δεν έβρισκαν με ποιον άλλον θα μπορούσαν να τον αντικαταστήσουν, πλησίασαν μένα.
– Ήρθαν ξαφνικά οι γονείς μου, έλεγε αυτός, και θέλω να τους συναντήσω στην πόλη του Κιλκίς. Επειδή δεν βρίσκουμε κανένα άλλον που να είναι ελεύθερος από υπηρεσία σήμερα, σκέφτηκα να ζητήσω από εσένα την αντικατάσταση μου αν το δεχθείς.
Η υπηρεσία του ήταν η περιπολία εξωτερικά του στρατοπέδου μας και αυτήν θα την έκανα μαζί με τον δεύτερο συνυπάρχοντα στο ίδιο νούμερο και όπως μου το τόνισαν, αυτή θα γινόταν από τις δώδεκα μέχρι τις δύο, αν βέβαια μέχρι τότε δεν θα είχε επιστρέψει ο αιτών την αντικατάσταση.
Τους βεβαίωσα ότι ευχαρίστως θα έκανα αυτό που μου ζητούσαν και ότι δεν χρειαζόταν να διακόψει την έξοδο του ο στρατιώτης γι’ αυτό το λόγο.
Προλάβαινα άλλωστε να κοιμηθώ για τρεις ώρες μετά τις δύο, δεδομένου ότι η δική μου υπηρεσία με υποχρέωνε να ξυπνώ κάθε μέρα από τις πέντε το πρωί προκειμένου να φέρω όπως είπα από το Κιλκίς τους αξιωματικούς μας στην μονάδα. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που εμένα ποτέ δεν με έβαζαν υπηρεσία.
Αφού τους το υποσχέθηκα λοιπόν, εκπλήρωσα την υποχρέωση μου όταν ήρθε η ώρα, γι’ αυτό και βγήκα μαζί με τον άλλον συστρατιώτη έξω από τον θάλαμο μας και μέχρι να φτάσουμε στην πύλη του στρατοπέδου, γελούσαμε με το πάθημα εκείνων που προ ημερών έκλεβαν τα σταφύλια.
Βγήκαμε γελώντας έξω από το στρατόπεδο όπως καταλαβαίνετε και βαδίζοντας σιγά σιγά το μικρό κομμάτι της ανατολικής πλευρά του συρματοπλέγματος, αρχίσαμε την περιπολία μας.
Ακολουθώντας στην συνέχεια το μικρό δρομάκι που υπήρχε πλάι από το συρματόπλεγμα, πηγαίναμε από την ανατολική προς στην δυτική πλευρά του στρατοπέδου, βαδίζοντας την μεγάλη σχετικά βορινή πλευρά του.
Και η δυτική πλευρά ήταν μεγάλη σε απόσταση, όπως και η νότια πλευρά άλλωστε, γι’ αυτό και χρειαζόταν δύο ώρες κανείς προκειμένου να διανύσει τις τέσσερις πλευρές του στρατοπέδου.
Από συνήθεια οι στρατιώτες, πάντα από την ίδια πλευρά ξεκινούσαν την περιπολία τους, γι’ αυτό και ακολουθώντας τον συνοδοιπόρο μου, έκανα ό,τι αυτός ήξερε λόγο των συχνών του υπηρεσιών στον ίδιο χώρο.
Για να περάσει κάπως ευχάριστα όμως ο χρόνος της υπηρεσίας μας, του έλεγα μια αστεία ιστορία καθώς βαδίζαμε, προκειμένου να τον δω να γελάει λίγο αυτός, δεδομένου ότι ήταν αρκετά κλειστό άτομο και δεν ανοιγόταν εύκολα σε κανένα.
Όταν φτάσαμε στο αμπέλι με τα σταφύλια, γέλασε αρκετά και μ’ αυτά που έπαθαν οι στρατιώτες που τα έκλεβαν, γι’ αυτό και ξεθάρρεψε κάπως, πράγμα που τον υποχρέωσε να μου πει και αυτός με την σειρά του μια ιστορία, μόνον που όπως τον άκουγα να μου την διηγείται, κατάλαβα ότι ήταν ο πόνος του.
Μου ανέφερε λοιπόν, ότι αγαπούσε μια κοπέλα στο χωριό του, κάπου στη Λάρισα δηλαδή και ότι αυτήν δεν την ήθελαν οι γονείς του. Αλλά και οι γονείς της κοπέλας είχαν αντίρρηση για την σχέση τους, γι’ αυτό και δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους.
Βρισκόταν σε αδιέξοδο η αγάπη τους όπως έλεγε, γι’ αυτό και δεν ήξερε τι να κάνει.
– Δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτό το θέμα. Τον άλλο μήνα απολυόμαστε κι εγώ πρέπει να πάρω μια απόφαση μόλις φτάσω στο χωριό μου. Να συνεχίσω άραγε την σχέση μου; Ή να την διακόψω;
Στις είκοσι επτά Οκτωβρίου είπε συνεχίζοντας το σκεπτικό του και αν όλα πάνε καλά, εμείς πρέπει να απολυθούμε από τον στρατό, αφού ούτε εσύ, ούτε κι εγώ έχουμε φυλακή. Έτσι δεν είναι;
– Ναι, του είπα, έτσι είναι! και περίμενα να συνεχίσει την αφήγηση του.
Μετά από το αμπέλι βάδιζα μπροστά απ’ αυτόν εγώ, γιατί το μονοπάτι ήταν στενό εκεί και δεν μπορούσαμε να βαδίζουμε πλάι πλάι. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που συχνά γύριζα το κεφάλι μου προς τα πίσω, προκειμένου να τον βλέπω καθώς του μιλούσα.
Αργούσε όμως ο Λαρισαίος να δώσει συνέχεια στην αφήγηση του, γι’ αυτό και υποχρεώθηκα εγώ να τον επαναφέρω σ’ αυτήν, αν και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
– Και τι σκοπεύεις ρε συ να κάνεις με την κοπέλα σου; Και όταν την συναντήσεις στο χωριό σου τι θα της πεις;
Αυτός όμως και πάλι δεν απαντούσε και επειδή δεν ήθελα να επιμένω περισσότερο, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να μην θέλει να μου φανερώσει το σκεπτικό του, δεν γύριζα το κεφάλι μου προς τα πίσω, όπως έκανα πριν, προκειμένου να τον βλέπω καθώς του μιλούσα.
Αφού δεν ήθελε αυτός να μου φανερώσει το πρόβλημα του, αρκέστηκα κι εγώ στο να επεξεργάζομαι τον γύρω χώρο, δεδομένου ότι πρώτη μου φορά έκανα περιπολία εκεί γύρω από το στρατόπεδο και ως εκ τούτου, πρώτη φορά έβλεπα εκείνο τον ξερότοπο, που κάτω από το θολό φως του φεγγαριού, μου παρουσιάζονταν κάπως ωραίος εκείνη την στιγμή.
Και η ορατότητα ήταν πολύ καλή στην περιοχή που αναφέρομαι, γι’ αυτό και έβλεπα τα φώτα των αυτοκινήτων που ακολουθούσαν τις στροφές του αυτοκινητόδρομου της απέναντι πλευράς του φαραγγιού, αν και ήταν αρκετά μακριά από μας.
Κοιτούσα και το φεγγάρι όμως, γι’ αυτό και σκεπτόμουν ότι μάλλον πιο μικρό μου φαινόταν εκείνη την ώρα και επειδή αργούσε αυτός να επανέρθει στην κουβέντα του, σταμάτησα τις δικές μου σκέψεις και του επανέλαβα το ίδιο ερώτημα.
– Δεν μου είπες όμως. Τι θα κάνεις με τη κοπέλα, όταν με το καλό φτάσεις στο χωριό σου;
Επειδή και πάλι δεν πήρα απάντησε, γύρισα πίσω μου να δω τον λόγο που αυτός δεν απαντούσε. Έκπληκτος όμως διαπίστωσα, ότι, όχι μόνον μόνος μου μιλούσα, αλλά και μόνος ήμουν εκεί.
Μετά και από την απουσία του, ήταν επόμενο ότι θα τον αναζητούσα γι’ αυτό και του έλεγα κάτι αστειευόμενος.
– Τι έγινε ρε συ; Που είσαι; Κρυφτό θα παίξουμε τώρα; Όπου και να πας όμως, να ξέρεις ότι θα έρθω να σε βρω.
Αυτά του έλεγα αστειευόμενος και όπως ήταν αναμενόμενο, γύρισα προς τα πίσω προκειμένου να τον αναζητήσω οπουδήποτε και αν ήταν, αν και με πέρασε από το μυαλό το ενδεχόμενο να κάνει την ανάγκη του ο άνθρωπος κάπου εκεί πίσω.
Επέστρεφα λοιπόν προς τα πίσω και με επιφύλαξη το έκανα αυτό, μη τυχών και τον ενοχλήσω καθώς θα τον πλησίαζα. Προκειμένου να τον βρω όμως, χρειάστηκε να πάω αρκετά προς τα πίσω, όπου και τον εντόπισα.
Τον εντόπισα βέβαια, αλλά και έτσι όπως τον είδα να είναι πεσμένος στα γόνατα και να σκάβει εκεί με τα δάκτυλά του το χώμα όντως τρόμαξα. Τρόμαξα βλέποντας τον, γιατί έσκαβε έτσι όπως ακριβώς κάνουν τα ζώα με τα νύχια τους, στην προσπάθεια τους να βρουν αυτό που ψάχνουν.
Αυτός όμως δεν έσκαβε για να βρει αυτό που έθαψε, αλλά γιατί είχε πρόθεση και σκοπό να χώσει το κεφάλι του μέσα στην γη και από την δύναμη που έβαζε στα πόδια του γι’ αυτόν τον λόγο, είχε κάνει έναν μεγάλο λάκκο πίσω του.
Προσπάθησα να τον σηκώσω από εκεί κάτω, αλλά στάθηκε αδύνατον αυτό. Του μιλούσα εγώ κι αυτός έκλεινε τα αυτιά του να μην μ’ ακούει. Αφού κουράστηκα να τον τραβώ από εκεί που απεγνωσμένα προσπαθούσε να μπει και δεν το μπορούσε, τον άφησα κι εγώ ήσυχο να προσπαθεί αυτό που ήθελε να πετύχει μέχρι που να κουραστεί.
Στεκόμουν όρθιος δίπλα του λοιπόν και περίμενα να δω πότε επιτέλους θα σταματήσει το σκάψιμο του και μέχρι να γίνει αυτό, πήγα να μαζέψω το όπλο του, γιατί το είδα να είναι πεταμένο λίγο πιο πίσω από εκεί που αυτός ήταν απασχολημένος με το σκάψιμο του.
Μόλις επέστρεψα όμως κοντά του, σηκώθηκε ο Λαρισαίος από κει που έσκαβε και χωρίς να μου πει κουβέντα για όσα έκανε εκεί, άρχισε να τρέχει ακολουθώντας την δυτική πλευρά του στρατοπέδου πλέον, αφού στην γωνία με την βορινή βρισκόμασταν εκείνη την στιγμή.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω βλέποντας την αλλόκοτη συμπεριφορά του, γι’ αυτό και του φώναζα να σταματήσει.
– Που πας ρε; Στάσου ρε συ και πες μου τι συμβαίνει!
Τίποτε όμως δεν άκουγε αυτός. Έτρεχε αμίλητος και φοβισμένος από κάτι που δεν μπορούσα να υπολογίσω και από το άγχος που είχε θέλοντας να φύγει μακριά και από μένα, ούτε να τρέξει δεν μπορούσε, γι’ αυτό και συνεχώς έπεφτε.
Έτρεχα κι εγώ κατ’ ανάγκη πίσω του προκειμένου να τον φτάσω, αλλά και να καταλάβω τι έγινε, όπως και το γιατί έπρεπε να τρέχουμε, αφού βαδίζοντας κάνουμε την διαδρομή της υπηρεσίας τους τα περίπολα.
Και δεν μου έφτανε που έτρεχα, έχοντας το δικό μου όπως και το δικό του όπλο στους ώμους μου, μάζευα από το μονοπάτι και τα υπόλοιπα εξαρτήματα της περιβολής του που τα πετούσε το ένα μετά το άλλο, στην προσπάθεια του να τρέχει πιο άνετα χωρίς αυτά.
Αν και ελευθερώθηκε ο φουκαράς από τα περιττά του βάρη, εντούτοις και πάλι δυσκολευόταν να απομακρυνθεί από μένα, αφού το άγχος που είχε όπως είπα, τον εμπόδιζε περισσότερο από αυτά που πετούσε.
Εξετάζοντας λεπτομερώς λοιπόν την συμπεριφορά του έτσι όπως την έβλεπα τρέχοντας πίσω του, βεβαιώθηκα πλέον ότι όντως φοβήθηκε πολύ αυτός από κάτι που είδε και δυστυχώς για μένα δεν μπορούσα να καταλάβω το τι θα μπορούσε να ήταν αυτό, γι’ αυτό και δεν ήξερα πως να τον βοηθήσω, αφού αυτό μ’ απασχολούσε εκείνη την στιγμή.
Το παράξενο όμως ήταν, ότι φοβόταν περισσότερο από μένα μάλλον, παρά απ’ αυτό που είδε. Το έβλεπα στις γκριμάτσες του προσώπου του αυτό, αν και δυσκολευόμουν να κατανοήσω αυτό το ενδεχόμενο, γι’ αυτό και συνεχώς του ζητούσα να σταματήσει να τρέχει, προκειμένου να μου δώσει εξηγήσεις.
Πως να σταματήσει όμως αφού με φοβόταν; Έτρεχε λοιπόν αυτός στην προσπάθεια του να απομακρυνθεί από μένα, αλλά το ίδιο έκανα κι εγώ όπως καταλαβαίνετε, οπότε λίγο πιο πέρα τον πρόλαβα.
Έπεσε πάλι έτσι όπως γλιστρούσε και αφού τον πρόλαβα πεσμένο κάτω έκανα το αυτονόητο. Έπεσα πάνω του και τον ακινητοποίησα. Έκανε πολλές προσπάθειες θέλοντας να ελευθερωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε και αφού εξαντλήθηκαν όλες οι δυνάμεις του, παραδόθηκε.
Παραδόθηκε αυτός αλλά, από τον φόβο που μου είχε όπως αποδείχτηκε, δεν σταματούσε να λέει συνεχώς το ίδιο και το ίδιο.
– Τι άνθρωπος είσαι; Τι άνθρωπος είσαι;
Τι άνθρωπος είσαι έλεγε και έκλαιγε από φόβο, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά. Βρε τι μπελά βρήκα απόψε, έλεγα στον εαυτό μου, αφού δεν ήξερα πώς να ησυχάσω εκείνον τον τόσο φοβισμένο άνθρωπο, όπως και τι κάνω προκειμένου να τον απαλλάξω από το πρόβλημα που είχε, που ακόμη δεν μπορούσα να το εντοπίσω.
– Δεν θα σηκωθώ από πάνω σου, του είπα κάποια στιγμή, αν δεν μου πεις επιτέλους τι συμβαίνει.
– Σήκω από πάνω μου, έλεγε με αναφιλητά ο συνομήλικος μου και θα σου τα πω όλα. Εξαντλημένος όμως από τον φόβο και το άγχος που τον κατείχε, έπαιρνε γρήγορες αναπνοές.
Σηκώθηκα από πάνω του αφού μου το ζήτησε και όπως ήταν αναγκαίο αυτό, τον βοήθησα να κάνει και αυτός το ίδιο. Του σκούπισα στην συνέχεια τα ρούχα του, αφού φορτώθηκε πολλά χώματα έτσι όπως έσκαβε με τα χέρια του και όπως ήταν λογικό για μένα, τον έπιασα από τους ώμους και πολύ προστατευτικά του έλεγα με καλοσύνη.
– Πες μου ρε συ. Τι έγινε και γιατί τα έκανες όλα αυτά; Γιατί φοβάσαι από μένα; Τι κακό μπορώ να σου κάνω εγώ;
Άπλωσε το χέρι του τότε αυτός και χωρίς να μου μιλά, άρχισε να με ψαχουλεύει, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν ήμουν ή όχι άνθρωπος. Τον άφησα κι εγώ να κάνει την έρευνα του αβίαστα και όταν ποια τελείωσε, του είπα και πάλι.
– Τώρα που σιγουρεύτηκες ότι άνθρωπος σαν και σένα είμαι κι εγώ , δείξε μου εμπιστοσύνη και πες τα μου όλα. Το μόνο που θέλω εγώ από σένα, είναι να σε βοηθήσω. Λέγε λοιπόν και μη χασομεράς, γιατί έχουμε να κάνουμε και το υπόλοιπο της υπηρεσίας μας.
Αφού με κοίταξε για λίγο ακόμη σιωπηλός, είπε μετά κάτι που με ξάφνιασε και το είπε αυτό τόσο χαμηλόφωνα, σαν να μην ήθελε να μας ακούσουν άλλοι.
– Να σε κρατώ όμως από το χέρι; Αλλά πάμε να φύγουμε από εδώ και τότε θα σου τα πω όλα.
Με κρατούσε όντως από το χέρι ενώ απομακρυνόμασταν από την δυτική περιοχή και το έκανε αυτό μέχρι που βαδίσαμε και το μονοπάτι της νότιας πλευράς του στρατοπέδου και έτσι όπως κατέληξε το πράγμα, κάναμε την υπηρεσία της περιπολίας μας, σιωπηλή και νυχτερινή φυγή από το άγνωστο.
Έτσι βαδίζοντας λοιπόν, φτάσαμε σε κάποιο σημείο εκείνης της πλευράς που αυτός ήξερε, όπου και με νοήματα μου ζήτησε να μπούμε στο στρατόπεδο από το κάτω μέρος του συρματοπλέγματος, χρησιμοποιώντας ένα λάκκο που έσκαψαν εκεί τα σκυλιά προφανώς, προκειμένου να μπαίνουν στο στρατόπεδο για τους δικούς τους λόγους.
Μέχρι να μπούμε όμως στο εσωτερικό του στρατοπέδου και σε χώρο που αυτός αισθανόταν ότι ήταν ασφαλής, με κρατούσε συνεχώς από το χέρι και όπως είπα, ήμασταν τελείως αμίλητοι.
Σταμάτησε να βαδίζει κάποια στιγμή και αφού κάθισε κάτω μετά, έκανε νόημα και σε μένα να κάνω το ίδιο, γι’ αυτό και τον ρωτούσα να μου πει, αν μας είδε κανείς. Όχι μου είπε αυτός και μετά από αρκετή ώρα αμίλητοι άνοιξε επιτέλους τον στόμα του και έλεγε.
– Κάθισε κάτω και θα σου τα πω όλα. Να ξέρεις όμως, ότι ακόμη σε φοβάμαι.
– Μη φοβάσαι του είπα και λέγε. Είμαι όλος αυτιά.
Αφού πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε για λίγο την γύρω σκοτεινή περιοχή που εξακολουθούσε να είναι άγρια σε εκείνο το σημείο, άρχισε να μου λέει.
– Εκεί που με είδες να προσπαθώ να χωθώ μέσα στην γη, η αλήθεια είναι ότι φοβήθηκα, γιατί περνούσε από μπροστά μας ένας γάμος εκείνη την ώρα, με τον γαμπρό, την νύφη που ήταν πανύψηλη και όλο τους το σόι. Ήταν μια πομπή με κλαρίνα και βιολιά που προπορεύονταν και έπαιζαν τα τραγούδια του γάμου, για τους ανθρώπους που τους ακολουθούσαν.
Σταμάτησε αυτός την αφήγηση του για κάποιο λόγο και για να τον επαναφέρω στο θέμα μας, του είπα κάτι μόνο και μόνο για να υποβαθμίσω κάπως τούς φόβους του, αλλά και να χαλαρώσω τον συνομιλητή μου, αφού όπως είπα, αυτό που σκεπτόμουν ήταν το πως θα μπορούσα να τον βοηθήσω και τότε μάλιστα που ήδη κατάλαβα το πρόβλημα του.
– Ε και; Πού ήταν το κακό; Ας έλεγες και σε μένα τι έβλεπες, του είπα, ώστε να μπαίναμε και εμείς στην παρέα τους. Θα χορεύαμε κι εμείς μαζί τους και δόξα τω Θεό, ξέρουμε να χορεύουμε.
– Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά, έλεγε αυτός φοβισμένος. Όταν εμφανίζονται αυτά τα ζούδια, δεν κάνει να μιλάς, γιατί σου παίρνουν την μιλιά. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν σου μιλούσα.
– Αφού εγώ σου μιλούσα του είπα, γιατί δεν πήραν όπως λες και την δική μου φωνή;
– Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό, γι’ αυτό και φοβήθηκα πιο πολύ από σένα παρά από τα ζούδια. Αυτά τα ξέρω από πολλά χρόνια πριν, εσένα δεν ξέρω. Περνούσαν από μπροστά σου και εσύ απαθής, σημασία δεν τους έδινες. Πώς λοιπόν να μην σε φοβηθώ;
– Αφού είδες ότι εγώ δεν τα φοβάμαι, θα κατάλαβες ότι και δεν τα βλέπω άμα θέλω; Μπορούσες να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Γιατί δεν το έκανες;
Αυτοσχεδίαζα όπως καταλαβαίνετε, προκειμένου να αντιμετωπίσω με ασφάλεια γι’ αυτόν το πρόβλημα του, αλλά και πρώτη φορά στην ζωή μου βρέθηκα αντιμέτωπος με τέτοιου είδους περιστατικό και μάλιστα τότε που αυτό βρισκόταν σε εξέλιξη κι εγώ ήμουν τόσο, μα τόσο κοντά.
Σε χωριό μεγάλωσα κι εγώ και είχα ακούσει πολλές παρόμοιες ιστορίες από ανθρώπους που είδαν, ή έπαθαν κάτι τέτοιο από τα ζούδια, όπως τα ονόμαζε ο Λαρισαίος στρατιώτης, αλλά άλλο είναι το να ακούς κάτι και άλλο είναι το να το βλέπεις, γι’ αυτό και δικαιολογούσα τον φόβο που κατέλαβε εκείνον τον συνομήλικο μου.
Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση, ήταν ότι ανέφερε το περιστατικό ο Λαρισαίος, έτσι και όπως ακριβώς μας το διηγήθηκαν πριν από δύο χρόνια σχεδόν οι πιο παλιοί από μας στρατιώτες, οι οποίοι και μας ενημέρωσαν γι’ αυτήν την ιστορία του γάμου που επαναλαμβανόταν στο ίδιο σημείο και τον ίδιο μήνα, πράγμα που κι εγώ έκανα αναφορά στα προηγούμενα κεφάλαια, αλλά με πρωταγωνιστή άλλον στρατιώτη.
Είχα ξεχάσει αυτήν την ιστορία της πανύψηλης νύφης και ξαφνιάστηκα όταν μου την θύμισε εκείνος ο Λαρισαίος, αν και δεν σας κρύβω ότι τα χρειάστηκα κι εγώ για λίγο, όταν μου φανέρωσε το τι ακριβώς είδε και αυτός να γίνεαι εκεί.
Τα χρειάστηκα για λίγο βέβαια, αλλά και δεν τα φοβάμαι αυτά τα ζούδια, γιατί όπως πολλές φορές σας το ανέφερα αυτό, στηρίζομαι στο γεγονός ότι πράγματι είμαι και μονίμως προστατευόμενος από την Παναγία μας.
Αυτός ο φουκαράς όμως δεν είχε που να στηριχθεί και έτσι μόνος όπως ήταν, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το βαρύ πρόβλημα που είχε και τον βασάνιζε από χρόνια όπως μου έδωσε να καταλάβω.
Αφού έτυχε να βρίσκομαι κοντά του εκείνη την στιγμή και αφού εγώ ήμουν όντως προστατευμένος, προσπαθούσα να βοηθήσω τον συνομήλικο μου αυτοσχεδιάζοντας, δεδομένου ότι δεν ήξερα πως και τι να του πω ή τι να του κάνω προκειμένου να του φανώ χρήσιμος.
Δοκίμαζα πολλά και διάφορα πάνω στο σκεπτικό του, ενώ συγχρόνως παρατηρούσα με ενδιαφέρον τις αντιδράσεις του, μέσα απ’ τις οποίες ήλπιζα να βρω τον τρόπο να βοηθήσω εκείνον τον Λαρισαίο, που κινδύνευε στην λήξη της στρατιωτικής του θητείας να βρεθεί αβοήθητος στο ψυχιατρείο.
Όταν ποια ζορίστηκε πολύ από τις ερευνητικές, όσο και τις επιθετικές μου ερωτήσεις, αναγκάσθηκε στο τέλος να μου πει.
– Ναι, καλά τα λες. Εσένα όμως δεν σε δέρνουν, γι’ αυτό και τα βλέπεις όλα τόσο εύκολα. Εμένα όμως που κάθε βράδυ με δέρνουν; Ρωτάς αν μπορώ να κάνω αυτά που μου λες;
– Σιγά να μη σε δέρνουν, του είπα. Δύο κρεβάτια μακριά από μένα κοιμάσαι. Δεν θα σε άκουγα να φωνάζεις; Όποιος τρώει ξύλο πονάει και από τον πόνο του φωνάζει. Αν φώναζες εσύ μια φορά “βοήθεια παιδιά με δέρνουν”, δεν θα σηκωνόμασταν όλοι μαζί εμείς να πλακώσουμε στο ξύλο αυτά τα ζούδια ώστε να σ’ αφήσουν επιτέλους ήσυχο;
– Από μικρό παιδί ρε συ με δέρνουν και αφού οι άλλοι δεν τα βλέπουν όταν έρχονται, πως θα το κάνουν αυτό που μου λες; Τον έξυπνο μου κάνεις τώρα;
– Και πώς εμείς ρε πονηρέ ξέρουμε, αν πράγματι σε δέρνουν; Μήπως όλα αυτά είναι στην φαντασία σου;
– Στην φαντασία μου; Ήμαστε κοντά δύο χρόνια μαζί. Θυμάσαι να μου πεις, αν με είδες καμιά φορά στα λουτρά, εκεί που όλοι μαζί εσείς κάνετε το μπάνιο σας;
Προσπάθησα να θυμηθώ, αλλά πράγματι και δεν τον είδα ποτέ εκεί μαζί με τους άλλους να κάνει το μπάνιο του.
– Όχι, του είπα, ποτέ μου δεν σε είδα εκεί. Και τι μ’ αυτό;
Ξεκούμπωσε τότε το πουκάμισο του αυτός και μου έδειξε την γυμνή του πλάτη.
– Βλέπεις τις μαυρίλες που έχω στην πλάτη μου; Είναι από τις μπουνιές που μου δίνουν τα ζούδια την νύχτα και στιγμή δεν μ’ αφήνουν να κοιμηθώ. Ενώ λοιπόν όλοι εσείς κοιμάστε του καλού καιρού, μόνον εγώ τρώω ξύλο από τα ζούδια. Πως μπορώ να κοιμηθώ μετά από τόσο ξύλο;
– Και γιατί ρε συ δεν φωνάζεις να σηκωθούμε πάνω και να τους κάνουμε μπαούλο;
– Δεν τα βλέπετε εσείς αυτά, ούτε και τ’ ακούτε. Και όπως σου είπα, δεν μπορώ να φωνάξω, γιατί φοβάμαι μη μου πάρουν την φωνή, γι’ αυτό και άχνα δεν βγάζω από τον στόμα μου. Πολύ σε παρακαλώ όμως. Ό,τι λέμε εδώ, εδώ να μείνουν. Δεν θέλω να γίνω περίγελος, επειδή σου είπα τα μυστικά μου.
– Όχι ρε συ. Μη φοβάσαι και δεν θα μάθει κανείς τίποτε. Θέλω όμως να μου κάνεις μια χάρη. Θέλω ν’ αλλάξεις κρεβάτι με τον διπλανό μου και από εδώ και μετά να κοιμάσαι δίπλα μου.
Μ’ αυτή την αλλαγή, θα έχεις την δυνατότητα να με κρατάς απ’ το μανίκι όταν πέφτεις για ύπνο. Αν τυχόν και έρθουν να σε δείρουν ξανά τα ζούδια, που δεν πιστεύω ότι θα το επαναλάβουν, δεν θα χρειάζεται να μιλάς αφού φοβάσαι μη σου πάρουν την φωνή. Θα με ειδοποιείς τραβώντας με από το μανίκι. Πρέπει να ξέρεις δε, ότι εγώ κοιμάμαι πολύ ελαφρά και ότι με το παραμικρό τράβηγμα που θα μου κάνεις από το μανίκι, θα ξυπνώ αμέσως. Και τότε; Δεν θα μπορεί κανείς να σε πειράξει αφού θα είμαι ξυπνητός. Τι λες; Μπορείς να το κάνεις;
– Αστειεύεσαι ρε; Θα το κάνω! είπε αυθόρμητα το παλικάρι και άστραψαν τα μάτια του από ανακούφιση.
Όπως μου φάνηκε εκείνη την στιγμή, μάλλον βρήκε συμπαραστάτη στην αντιμετώπιση του προβλήματος του ο Λαρισαίος και αυτός ήταν τέτοιος μάλιστα και τόσο δυνατός, που όπως το διαπίστωνε εκείνο το βράδυ, τον φοβήθηκαν τα ζούδια, αυτά που τον ταλαιπωρούσαν από μικρό παιδί.
Μετά απ’ όσα συμφωνήσαμε, δεν υπήρχε λόγος να μένουμε περισσότερο πλέον εκεί, γι’ αυτό και φύγαμε από το σημείο που καθόμασταν. Μ’ όλα αυτά τα περίεργα άλλωστε, πέρασε η ώρα και έπρεπε να επιστρέψουμε στον θάλαμο μας.
Όταν φτάσαμε εκεί, ήταν περασμένες δύο και τα επόμενα περίπολα δεν έφευγαν από την πύλη του στρατοπέδου, αν δεν βεβαιωνόταν ότι εμείς επιστρέψαμε.
Αναγκάστηκα να πάω έως εκεί προκειμένου να τους καθησυχάσω και όταν επέστρεψα στον θάλαμο μας, ζήτησα από τον διπλανό μου που έτυχε να κάνει βάρδια θαλαμοφύλακα εκείνη την ώρα, να μετακομίσει από το κρεβάτι του και να κοιμάται στο εξής στο κρεβάτι του Λαρισαίου.
Ήταν καλό παιδί αυτός, γι’ αυτό και χωρίς δεύτερη κουβέντα, έκανε αμέσως την αλλαγή που του ζήτησα. Τον παραξένεψε όμως το γεγονός, γι’ αυτό και με ρωτούσε ψιθυριστά.
– Γιατί ρε τι συμβαίνει;
– Τίποτε του είπα. Απλώς, είμαστε στα πρόθυρα του να απολυθούμε, γι’ αυτό και θέλουμε να το κουβεντιάζουμε όσο είμαστε ακόμη μαζί. Δεν νομίζω να σε στεναχωρώ μ’ αυτήν την αλλαγή;
– Όχι είπε αυτός. Και να ξέρεις, από μένα ό, τι θέλεις.
Τελείωσε το θέμα εκεί και ο νέος μου συγκάτοικος δεν ήξερε πως να δείξει την ικανοποίηση του, γι’ αυτό και μόλις πέσαμε για ύπνο, μ’ άρπαξε από το μανίκι, βεβαιωμένος πια ότι μπορούσε να μ’ εμπιστεύεται.
Ασφαλής πλέον από όλους και από όλα, κοιμήθηκε για πρώτη φορά στην ζωή του ο φουκαράς και τόσο καλά μάλιστα, που δυσκολεύτηκαν το πρωί να τον ξυπνήσουν.
Από τότε και μετά όμως είχε γίνει η ουρά μου και όπως ήταν επόμενο, ζούσε εξαρτημένος από την πρόχειρη δική μου τεχνική. Του έλυσε το πρόβλημα αυτή και όπως είπα κοιμόταν ήσυχος πλέον, αφού ήταν απαλλαγμένος από τα ζούδια και τους νυχτερινούς του επισκέπτες.
Εγώ όμως έψαχνα στο εξής να βρω, με ποιόν τρόπο θα μπορούσα να τον ελευθερώσω και από μένα, γιατί που θα μ’ έβρισκε όταν και μετά από ένα μήνα περίπου θα είχαμε απολυθεί;
Περιμέναμε την ημέρα της απόλυσης μας, γι’ αυτό και ανησυχούσα όπως καταλαβαίνετε, μη τυχόν και στον ένα μήνα που μας απέμεινε πριν πάρουμε το απολυτήριο μας, δεν προλάβαινα να βρω τον τρόπο που θα τον απάλλασσε από την παρουσία μου, ώστε να φύγει ασφαλείς πλέον από το στρατό για το χωριό του.
Μιχάλης Αλταλίκης