Δεύτερη Περιπέτεια Μου Στην Θάλασσα

  Μπήκαμε στο καλοκαίρι όμως εκείνης της χρονιάς, του 1982 δηλαδή κι όπως κάναμε πάντα σ’ αυτές τις περιόδους, ετοιμαστήκαμε όχι μόνον έγκαιρα, αλλά και κατάλληλα, ώστε να αντιμετωπίσουμε τις διακοπές μας όσο γινόταν πιο ευχάριστα και πιο ανέμελα για μας.

Είχαμε φορτωθεί αρκετό άγχος τους προηγούμενους μήνες, εξαιτίας της οικονομικής πολιτικής που εφάρμοζε επιλεγμένα η νέα κυβέρνηση υπέρ του δημοσίου, οπότε θέλαμε κι εμείς να χαλαρώσουμε κάπως, μέχρι να δούμε πώς θα αντιμετωπίζαμε στο εξής την καθημερινότητα μας. Κι αφού συνηθίζαμε να περνάμε τις διακοπές μας στην θάλασσα, πήγαμε και πάλι στο γνωστό πια για μας χώρο της παραλίας των Βρασνών, με την συμμετοχή βέβαια και της απαραίτητης συγγενικής μας συντροφιάς.

Εγκατασταθήκαμε λοιπόν στον μικρό μας χώρο κι όπως ήταν απαραίτητο αυτό για την περίπτωσή μας, βάλαμε το καθημερινό μας πρόγραμμα να κατευθύνει την ζωή μας και σύμφωνα με αυτό, προσάρμοσα κι εγώ το δικό μου προσωπικό πρόγραμμα να το ακολουθεί. Αυτό βέβαια δεν ήταν και πολύ κρυφό, αφού όλοι έβλεπαν να κάνω βόλτες με την ιστιοπλοϊκή μου βάρκα στα καθαρά νερά του Στριμονικού κόλπου, για τον οποίο πολλές φορές στο παρελθών έχω αναφερθεί.

Ηρεμούσε το μυαλό μου όταν έβγαινα στα ανοιχτά με την βάρκα μου κι αυτός ήταν ο λόγος που καθημερινά σχεδόν επεδίωκα να βρίσκομαι μια και δυο, ακόμη και τρείς φορές την ημέρα εκεί, όταν βέβαια μου το επέτρεπαν αυτό οι οικογενειακές μου υποχρεώσεις. Μου άρεσαν είναι αλήθεια αυτές οι βόλτες κι όπως καταλαβαίνετε, τις καθυστερούσα και λίγο πριν επιστρέψω στην βάση μου.

Όταν επέστρεφα όμως, όπως και πριν ξεκινήσω για μια τέτοια ανέμελη ιστιοπλοϊκή διαδρομή, είναι αλήθεια ότι έδινα ένα χέρι βοηθείας στην γυναίκα μου, δεδομένου ότι πολύ δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει τις δικές της οικογενειακές υποχρεώσεις. Οι φιλοξενούμενοι άλλωστε, όπως κι εσείς θα το έχετε γνωρίσει αυτό, δεν κάνουν επιπλέων πράγματα εκεί που τους καλούν, εκτός από αυτό που τους επιτρέπει να απολαύσουν την ειδυλλιακή φύση του περιβάλλοντος χώρου.

Οι δικοί μας πάντως, εκτός από το να απολαμβάνουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές, μου ζητούσαν να τους φέρνω και κανένα φρέσκο ψαράκι, αλλά και χαμογελαστοί έκαναν την παραγγελία τους.

– Φέρε μας ντε και κανένα ψαράκι.

Κι αφού μαζί με όλα τα άλλα, είχα και μια τέτοια υποχρέωση, δύο φορές την ημέρα και μάλιστα απαραιτήτως έμπαινα στην θάλασσα με την βάρκα μου, για ένα γρήγορο ψάρεμα. Πρωί και απόγευμα δηλαδή το έκανα και πάντα την ίδια ώρα. Πέντε και μισή. Πότε με τα πανιά λοιπόν και πότε χωρίς αυτά στην βάρκα, ευχαρίστως πήγαινα για το συνηθισμένο μου ψάρεμα.

Δεν σας κρύβω όμως, ότι όσο ευχάριστη κι αν ήταν η συγκεκριμένη συνήθεια για την δική μου περίπτωση, άλλο τόσο δυσάρεστη ήταν για την περίπτωση της γυναίκας μου, η οποία πολύ θύμωνε μαζί μου όταν έβλεπε να αρματώνω την βάρκα μου, γνωρίζοντας βέβαια, ότι θα έλειπα αρκετές ώρες από κοντά της, αλλά και ψάρια θα της έφερνα να καθαρίζει.

Και με το δίκαιό της το έκανε αυτό, αφού δεν είχαμε εκεί κατάλληλη υποδομή, ώστε να ανταπεξέλθει με άνεση τις υποχρεώσεις της. Πώς λοιπόν να μην θύμωνε μαζί μου; Το χειρότερο της πάντως ήταν, όταν έβλεπε να τις φέρνω ένα γεμάτο κουβά από σκουμπριά, τα οποία θα έπρεπε, όχι μόνον να καθαρίσει στην θάλασσα, αλλά και να τα τηγανίσει στην συνέχεια για όλους μας. Παρ’ όλα αυτά όμως, όλα τα κάναμε, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Το ίδιο έκανα κι εκείνο το πρωινό λοιπόν, όταν από συνήθεια κι αυτό ξύπνησα στις πέντε το πρωί κι όπως το είχα στο πρόγραμμα μου, άρχισα να ετοιμάζομαι, προκειμένου να επιχειρήσω το πρωινό μου ψάρεμα. Κοιμόμουν έξω από το σπιτάκι μας όπως σας το έχω αναφέρει, οπότε πριν κάνω οτιδήποτε άλλο, μπήκα πρώτα στην πεντακάθαρη εκείνης της ώρας θάλασσα, επιδιώκοντας να κάνω ένα δροσερό μπανάκι.

Κανέναν δεν ενοχλούσα άλλωστε, αφού μόνος μου ήμουν εκεί και με την άνεση μου το έκανα παρέα με τα δελφίνια, τα οποία συχνά συναντούσα στα ρηχά να κάνουν κι αυτά δίπλα από εμένα τα παιχνίδια τους. Αφού τελείωσα και μ’ αυτό, βγήκα από την θάλασσα κι όπως ένιωθα το αεράκι να μας φυσά από την ακτή προς το πέλαγος, αρμάτωσα την βάρκα μου έτσι στην συνέχεια, ώστε να έκανα μεν το ψάρεμά μου μαζί της, αλλά και την ιστιοπλοϊκή μου βόλτα βεβαίως.

Πήρα μαζί μου ωστόσο τα σχετικά σύνεργα για το ψάρεμα μου, το τσαπαρί μου δηλαδή, όπως και τον άδειο μου κουβά κι έτσι όπως ήμουν με το μαγιό, έσυρα την βάρκα μου μέχρι την θάλασσα κι αμέσως μετά μπήκα στο εσωτερικό της. Ξεκίνησα ευδιάθετος στην συνέχεια την ήσυχη διαδρομή μου, αλλά κι ελπίδες έτρεφα, ότι θα μπορούσα να εξασφαλίσω το μεσημεριανό μας φαγητό.

Ήταν και η θάλασσα ήσυχη εκείνη την στιγμή όπως σας είπα, την οποία ελάχιστα φυσούσε θα έλεγα ο αέρας από την ακτή προς τα ανοιχτά του Στριμονικού κόλπου κι εφ’ όσων είχα ως κύριο στόχο μου το ψάρεμα, όταν έφτασα στην αρχή της ζώνης που έθετα ως όριο χώρου να κινηθώ, έδεσα τα πανιά της βάρκας μου έτσι, ώστε να κινείται μεν αυτή με την δική τους βοήθεια όπως και την βοήθεια του αέρα, αλλά και πολύ σιγά να το κάνει αυτό, δεδομένου ότι έτσι επιτυγχάνετε αποδοτικότερο ψάρεμα.

Μάζεψα δηλαδή το μεγάλο της πανί πρώτα, το οποίο κι έδεσα πάνω στο κατάρτι της, ώστε να μην με ενοχλεί ψαρεύοντας. Το μικρό της πανί όμως το άφησα στην θέση του, προκειμένου να την σέρνει αυτό όπου κι όπως θα ήθελε, προκειμένου να πετύχω στα σίγουρα όσα επιδίωκα.

Ο χώρος του συγκεκριμένου κόλπου είναι πολύ μεγάλος βέβαια, γι’ αυτό κι έθεσα εκ των προτέρων όριο επιμέρους χώρου που έπρεπε να κινηθώ, αν και η βάρκα μου μπορούσε να ταξιδεύει εντός αυτού, όπου κι αν την οδηγούσε ο αέρας, αλλά κι εγώ είχα πλέον την ανάλογη εμπειρία, ώστε να την επιστρέψω στην βάση μου, από που κι αν καταλήγαμε.

Επειδή όμως δεν υπήρχε λόγος να κάνω την επιστροφή μου δύσκολη, είχα τον νου μου στις κινήσεις της, ώστε να μην βγει αυτή καθόλου έξω από την οριοθετημένη περιοχή, αλλά και τίποτε δεν με υπήρχε να δεχθώ κάτι τέτοιο. Σαυτό λοιπόν αποσκοπώντας, αμέσως μετά την άφιξή μου μεν, αλλά κι στην αρχή του προσδιορισμένου χώρου επιχείρησα το ψάρεμά μου, οπότε εκεί έριξα το τσαπαρί μου στην θάλασσα. Πριν προλάβει όμως αυτό να βυθιστεί κάτω από την επιφάνειά της καθώς θα έπρεπε, σταμάτησε. Μαζί με αυτό, αισθάνθηκα κι εκείνο το γνώριμο τρέμουλο που κάνει η πετονιά, όταν πιαστούν σ’ αυτήν τα σκουμπριά.

Από το είδους του τρέμουλου και μόνον, υπολόγιζα εκείνη την στιγμή λόγω πείρας, ότι τα σκουμπριά που αγκιστρώθηκαν, όχι μόνον μεγάλα ήταν αλλά και πολλά ήταν. Τραβώντας λοιπόν την πετονιά μου προς τα επάνω, έβλεπα ότι όντως έτσι ήταν το πράγμα, αφού δέκα από αυτά ήταν σκαλωμένα, αλλά και μεγάλα ήταν. Πριν προλάβω όμως να περάσω ολόκληρο το τσαπαρί στο εσωτερικό της βάρκας, είδα να ξεσκαλώνονται δύο από αυτά, τα οποία κι έπεσαν ξανά στην θάλασσα.

Γέλασα με την συμπεριφορά τους όταν τα είδα να τρέχουν, στην προσπάθειά τους να γλυτώσουν θαρρείς από αυτό που τους περίμενε, αλλά κι έλεγα στον εαυτό μου, ότι αυτά τα χαζόψαρα, αρπάζουν γρήγορα κι αδιακρίτως, οτιδήποτε κινείται μέσα στο νερό κι αυτός είναι ο λόγος που τα κάνει να καταλήγουν τόσο εύκολα κρεμασμένα από τα αγκίστρια του τσαπαρί.

Αυτά έλεγα βέβαια, αλλά κι έβαζα ένα, ένα εκείνα τα οκτώ σκουμπριά μέσα στον κουβά μου, ενώ ευχαριστημένος από την πρώτη κιόλας δοκιμή, έριχνα για δεύτερη φορά το τσαπαρί μου στην θάλασσα, υπολογίζοντας ότι όντως θα είχα γρήγορα την αποδοτική μου ψαριά.

Από συνήθεια όμως αλλά κι από αυτοπροστασία περισσότερο, σήκωσα τα μάτια μου να δω ένα γύρω τον ορίζοντα εκείνη τη στιγμή, μήπως και μου έρθει ξαφνικά κανένας δυνατός αέρας από το πουθενά πάλι και δεν προλάβω να αντιδράσω. Έκπληκτος όμως διαπίστωνα, ότι βρισκόμουν πάρα πολύ μακριά κι από το ποιο απομακρυσμένο σημείο, από αυτό δηλαδή που έθετα στον εαυτό μου ως τελευταίο όριο της διαδρομής μου.

Τρόμαξα για την ακρίβεια βλέποντας την απόσταση που διάνυσα χωρείς να το καταλάβω κι αυτό με έκανε να πω φωναχτά πια την σκέψη μου. Ωχ. Πάλι έμπλεξα. Παράτησα αμέσως το ψάρεμα και βάλθηκα να μελετώ στην συνέχεια, που βρισκόμουν και τι έπρεπε να κάνω προκειμένου να γλιτώσω.

Ήταν απίστευτο αυτό που έβλεπα, αλλά βρέθηκα στα όρια του κόλπου της Ολυμπιάδας. Είναι αρκετά μεγάλη απόσταση αυτή που σας αναφέρω κι εγώ δεν θα πήγαινα εκεί με την θέληση μου για κανένα λόγο. Απορούσα όπως καταλαβαίνετε, για το πως έγινε και βρέθηκα τόσο μακριά από την έδρα μου, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, δεδομένου ότι δεν πρέπει να πέρασαν παραπάνω από πέντε λεπτά, από την στιγμή που έριξα το τσαπαρί στην θάλασσα, μέχρι να απαγκιστρώσω οκτώ ψάρια.

Όσο κι αν το έψαχνα λοιπόν, δεν μπορούσα να δικαιολογήσω αυτό που μου συνέβαινε. Ότι, επειδή δηλαδή αφαιρέθηκα απαγκιστρώνοντας οκτώ μόνον σκουμπριά από το τσαπαρί μου, δεν κατάλαβα πόσο πολύ έτρεχε η βάρκα μου, με αποτέλεσμα να διανύσει αυτή μια τόσο μεγάλη απόσταση και να βρεθεί μέσα σε πέντε λεπτά, εκεί που μόνον με ταχύπλοο θα μπορούσε κανείς να το υποσχεθεί, αν και πολύ δύσκολα.

Ο αέρας βέβαια ήταν αρκετά δυνατός πλέον, αλλά και πάλι απορούσα με το αποτέλεσμα. Πώς δηλαδή μπορούσε, το μικρό τις πανάκι και μόνον, να σέρνει τόσο γρήγορα την βάρκα μου. Είτε συμφωνούσα λοιπόν, είτε διαφωνούσα με το αποτέλεσμα, είναι αλήθεια ότι βρισκόμουν εκεί που σας είπα και για κανένα λόγο δεν ήθελα να απομακρυνθώ περισσότερο από την έδρα μου.

Μετά από αυτήν την σκέψη, άφησα την πετονιά από τα χέρια μου κι αμέσως έπιασα το τιμόνι της βάρκας μου, προκειμένου να επιχειρήσω την άμεση επιστροφή μας. Όσες φορές κι αν το προσπάθησα όμως, δεν κατάφερα τίποτε. Η βάρκα έφευγε ακυβέρνητη κι έφευγε τόσο γρήγορα προς το ανοιχτό πέλαγος, λες κι ότι την έσερναν πολύ δυνατά υπόγεια ρεύματα.

Βλέποντας τους κόπους μου να εξανεμίζονται λοιπόν, σκέφτηκα να σηκώσω το μεγάλο της πανί και μ’ αυτό να κάνω την προσπάθειά μου, αφού μόνον με αυτό θα μπορούσα να της δώσω πορεία για όπου κι αν ήθελα να φτάσω, αλλά φοβόμουν να το κάνω.

Και το φοβόμουν αυτό, γιατί μ’ εκείνο τον αέρα που στην συγκεκριμένη περίπτωση θα πίεζε το μεγάλο πανί, δεν θα μπορούσα να κρατήσω μόνος μου το απαιτούμενο αντίβαρο κι αυτό θα γινόταν αιτία, ώστε να βρεθώ στην θάλασσα. Αυτό βέβαια, σε καμιά των περιπτώσεων δεν ήθελα να το δεχθώ, οπότε κι έκανα αρκετές ακόμη προσπάθειες μήπως και πετύχω τον σκοπό μου, αλλά τίποτε.

Όντως και δεν μπορούσα να κατευθύνω την βάρκα μου μόνον με το μικρό της πανί κι αφού έτσι ήταν, δεν ήξερα πως και τι να κάνω πλέον, ώστε να την επιστρέψω από τον δρόμο που πήρε κι όπως φαινόταν από την κατεύθυνση που είχε, ή στην Λήμνο θα με έβγαζε, ή στην Κρήτη.

Εγώ βέβαια, ούτε στην Λήμνο ήθελα να πάω, αλλά ούτε και στην Κρήτη. Να γυρίσω πίσω ήθελα, αλλά αυτό που σκεπτόμουν να κάνω, ήταν πλέον πολύ δύσκολο έως και αδύνατον να το καταφέρω μόνος μου. Όταν δε, έβλεπα να βρίσκομαι ανοιχτά κι από το ύψος του Στρατωνίσου μετά από λίγο, τότε ήταν που σκέφτηκα να παρατήσω την βάρκα μου εκεί και βουτώντας στην θάλασσα, να βρεθώ κολυμπώντας στην πλησιέστερη ακτή του, προκειμένου να αποφύγω την περαιτέρω απομάκρυνσή μου από την περιοχή.

Όπως το υπολόγιζα άλλωστε, δεν μου φαινόταν και πολύ μακρινή η απόσταση που έπρεπε να κολυμπήσω κι όταν θα έφτανα εκεί, εύκολα θα μπορούσα να επιστρέψω στην έδρα μου, είτε πεζός, είτε με οτοστόπ, έστω κι αν φορούσα μόνον το μαγιό μου. Βεβαίως και ήθελα την βάρκα μου, αλλά εκείνη την στιγμή σκεφτόμουν περισσότερο, πως θα έσωζα τον εαυτό μου κι όχι την βάρκα μου. Αυτήν, θα την άφηνα να πάει μόνη της όπου ήθελε, μιας κι εγώ δεν μπορούσα πλέον να την επιστρέψω.

Για καλή μου τύχη όπως νόμισα εκείνη την στιγμή, είδα ένα στρατιωτικό καράβι να βρίσκεται αγκυροβολημένο στα ανοιχτά, του οποίου την ύπαρξη δεν πρόσεξα ευθύς εξ αρχής, έτσι όπως ήμουν συγχυσμένος. Ήταν γνωστό σε μας εκείνο το καράβι κι από πείρας ήξερα ότι κάπου εκεί στα βαθιά βρισκόταν, πάνω στο οποίο κι έκαναν θαλάσσιες ασκήσεις οι στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων της περιοχή μας.

Ποτέ μου όμως δεν έφτασα τόσο μακριά με την βάρκα μου ώστε να το συναντήσω, αλλά ούτε κι από τα σημεία που ψαρεύαμε το είδαμε ποτέ στο βάθος του ορίζοντα μας. Προκειμένου λοιπόν να πάω κολυμπώντας μέχρι την ακτή του Σρατωνίου και να διακινδυνεύσω τα πάντα, χωρίς να ξέρω αν θα κατάφερνα να βγω ζωντανός εκεί, προτίμησα να μείνω στην βάρκα μου και να την αφήσω να με μεταφέρει αυτή μέχρι το στρατιωτικό καράβι.

Με την πορεία που είχε πάρει αυτή άλλωστε, ούτως ή άλλως εκεί θα μας έβγαζε όπως το έβλεπα. Ή από δίπλα του θα περνούσαμε δηλαδή, ή θα μας έριχνε επάνω του ο αέρας κι έτσι, θα σιγούρευα τόσο την δική μου όσο και της βάρκας μου την διάσωση.

Πλησιάζοντας λοιπό προς το καράβι, όντως και ήμουν σίγουρος ότι θα με βοηθούσαν οι στρατιωτικοί, βλέποντας με να πέφτω πάνω τους, αλλά είχα και την αγωνία, μην τυχόν και δεν μας δουν καθόλου και τότε θα ήμουν χαμένος από χέρι. Είναι αλήθεια, ότι έβαζα σε πολύ μεγάλο κίνδυνο την ζωή μου, επιλέγοντας να τους πλησιάσω, γιατί αν για οποιονδήποτε λόγο κάτι δεν πήγαινε καλά, θα απομακρυνόμουν πολύ περισσότερο από την ακτή κι ο αέρας που φυσούσε αισθητά πιο δυνατά από πριν, με τίποτε δεν θα μου επέτρεπε να επιστρέψω ασφαλής.

Πλησίασα όμως τελικά στο καράβι και πράγματι περνούσα ξυστά σχεδόν απ’ αυτό, καλώντας τους σε βοήθεια, αλλά με τους φόβους μου να με επιβεβαιώνουν, ο δυνατός αέρας δεν άφηνε την φωνή μου να φτάσει στα αυτιά των αξιωματικών, τους οποίους είδα να είναι ακουμπισμένοι στα πλευρά του καραβιού τους και να με χαιρετούν αδιαφορώντας για τον δικό μου κίνδυνο.

Κουνούσα απεγνωσμένα τα χέρια μου προκειμένου να τους δείξω ότι κινδύνευα, αλλά αυτοί στεκόταν ατάραχοι εκεί και μόνον με χαιρετούσαν ευχαριστημένοι θαρρείς από το θέαμα που έβλεπαν. Είναι ωραίο θέαμα βέβαια να βλέπεις κανείς μια βάρκα με πανιά να κάνει βόλτες στην θάλασσα, αλλά εγώ δεν έκανα βόλτες εκεί κι όπως ήταν αναμενόμενο, πανικοβλήθηκα όταν τους είδα να μην αντιλαμβάνονται την δυσκολία που είχα να ελέγξω την πορεία της βάρκας μου.

Εξαιτίας αυτής της δυσκολίας όμως, κινδύνευα όπως ήμουν πανικόβλητος να κάνω κι οτιδήποτε άλλο πλέον, νομίζοντας ότι έτσι θα έσωζα τον εαυτό μου κι αυτό θα μπορούσε να είναι αποδεδειγμένα ότι χειρότερο για μένα. Αφού με χαιρετούσαν όμως αυτοί αντί να με βοηθήσουν, δεν είχα παρά να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και να αντιμετωπίσω μόνος μου όσα μου παρουσιάστηκαν, αφού όσο καθυστερούσα να αναλάβω της ευθύνες μου, κινδύνευα όντως πολύ σοβαρά.

Αναζητώντας έστω και λίγη λογική δηλαδή μέσα στον πανικό μου, άρχισα να σκέφτομαι στην συνέχεια πώς θα μπορούσα να βοηθήσω τον εαυτό μου κι αυτά του έλεγα.

– Είμαι αρκετά έμπειρος ιστιοπλόος κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες κι όντως μπορώ να πάω όπου κι αν θέλω με την βάρκα μου χρησιμοποιώντας τα δύο πανιά της. Μου προέκυψε όμως τώρα, να έχω το μεγάλο μου πανί δεμένο στο κατάρτι και μόνον με το μικρό, δεν ξέρω πως να κουμαντάρω την βάρκα μου. Ο δυνατός αέρας που μου προέκυψε κι αυτός στα ξαφνικά, με απομάκρυνε πολύ επικίνδυνα από κάθε γνωστή και ορατή ακτή και με την ένταση που έχει, δεν μου επιτρέπει πλέον, ούτε και να σκεφτώ να ενεργοποιήσω το μεγάλο της πανί.

Και δεν φτάνει αυτήν η δυσκολία, αφού βρέθηκα συν τοις άλλοις μόνος κι αβοήθητος, πολύ ανοιχτά στην θάλασσα, να μην βλέπω καμιά ακτή από το σημείο που βρίσκομαι, τα κύματα να είναι μεγάλα και να χάσω από τον ορίζοντά μου πλέον και το στρατιωτικό καράβι. Μαζί με όλα αυτά, έχω και την βάρκα μου να τρέχει ακυβέρνητη, αλλά και σαν ταχύπλοο προς την Λήμνο, ή προς την Κρήτη.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, βεβαίως και φοβάμαι ότι θα πνιγώ σήμερα κι επειδή δεν θέλω να μου συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει να πάρω επιτέλους μια απόφαση. Ή να μείνω μέσα στην βάρκα και ας με πάει αυτή όπου θέλει, αφού ούτως ή άλλως είναι αβύθιστη, ή να σηκώσω το μεγάλο της πανί και να γυρίσω πίσω με αξιοπρέπεια.

Αυτά λοιπόν έλεγα στον εαυτό μου εκείνη την στιγμή, αποτυπώνοντας την κατάστασή μου, αλλά έτσι όπως ήμουν πανικοβλημένος, βεβαίως και δεν μπορούσα να επιλέξω τι από τα δυό να επιχειρήσω. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που με υποχρέωσε να ζητήσω την Άνωθεν βοήθεια και δεν ξέρω τώρα να σας πω, πόσες φορές ζήτησα βοήθεια επικαλούμενος τον Θεό, την Παναγία μας και τον Άγιο Νικόλαο, τον οποίο ποτέ άλλοτε δεν τον ανέφερα στην ζωή μου.

Θυμήθηκα τότε, ακόμη κι εκείνη την φωνή που με καλούσε από χρόνια να γίνω παπάς κι εγώ δεν ήθελα ούτε να την υπακούσω, αλλά και κάθε φορά που την άκουγα, την έπνιγα μέσα μου θυμωμένος μαζί της. Κυριευμένος από τον φόβο μου όμως, ακόμη κι αυτό υποσχέθηκα να κάνω επικαλούμενος την Παναγία μας.

– Σώσε με Παναγία μου. Της έλεγα. Και κάνε με παπά και ότι άλλο θέλεις. Κανόνισέ το όμως εσύ, γιατί εγώ δεν ξέρω πως να το κάνω κι από ποιον να το ζητήσω. Σώσε με όμως, γιατί μόνος μου, δεν μπορώ να σωθώ.

Αυτά Τους έλεγα λοιπόν και τα έλεγα επανειλημμένα, μια στην Παναγία μας και μια στον Άγιο Νικόλαο, αλλά επειδή δεν έβλεπα να γίνεται και κάτι, αποφάσισα τελικά να σηκώσω το μεγάλο πανί και ότι κατάφερνα. Δεν ήθελα δηλαδή να μείνω άπραγος, μόνο και μόνον επειδή φοβήθηκα. Σηκώθηκα λοιπόν από την θέση μου και πολύ γρήγορα, έλυσα το σχοινί που κρατούσε δεμένο το μεγάλο πανί στο κατάρτι. Κι αφού κράτησα την βάρκα μου σε σημείο που να με φυσά από την πλάτη ο αέρας, τράβηξα με δύναμη μετά το σχοινί που θ’ ανέβαζε το πανί στην κορυφή του καταρτιού και το τέντωσα εκεί τόσο κι όσο έπρεπε.

Δεν πρόλαβα όμως να το δέσω στην θέση του, αλλά ούτε και τα υπόλοιπα που έπρεπε να κάνω πρόλαβα, για τον λόγο ότι με πρόλαβε ο δυνατός αέρας, ο οποίος κίνησε την βάρκα μου. Κι εφόσον βρήκε αυτή το τιμόνι της ελεύθερο, έστριψε κινούμενη προς τα αριστερά. Στο επόμενο δευτερόλεπτο όμως γέμισε το πανί της με αέρα κι όταν γεμίζει αυτό με αέρα, πρέπει να διαθέτει κανείς το ανάλογο αντίβαρο από την πλευρά που φυσάει .

Αν δε και δεν το έχει, όπως δεν το είχα κι εγώ, τότε είναι πολύ δύσκολο πλέον να μείνει μέσα στην βάρκα. Με το που φούσκωσε λοιπόν το μεγάλο της πανί, δεν έστριψε μόνον, αλλά κι έγειρε τόσο πολύ προς τα δεξιά, που αμέσως βυθίστηκε η ομώνυμη κουπαστή της κι έτσι πολύ γρήγορα βρέθηκε η βάρκα μου γεμάτη από νερά, αλλά και κάτω από την επιφάνια της θάλασσας.

Μετά κι από αυτήν την κατάληξη, όντως φοβήθηκα ότι τίποτε πια δεν θα μπορούσα να κάνω για την βάρκα μου, αφού το κατάρτι της, τα πανιά της μαζί με τα σχοινιά της, βρέθηκαν όλα στην θάλασσα. Ξεχνώντας για λίγο τους φόβους μου, έκανα μια ίστατη προσπάθεια μήπως και καταφέρω να την επαναφέρω στην σωστή της θέση, σηκώνοντας το κατάρτι της με το βάρος μου πατώντας στην αριστερή της κουπαστή, αλλά τίποτε δεν κατάφερα.

Προσπάθησα πολλές φορές είναι αλήθεια να πετύχω τον στόχο μου, αλλά όπως πολύ καλά το έβλεπα, δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσω εκείνο το πρόβλημα μόνον με το δικό μου βάρος. Απογοητευμένος λοιπόν από τις προσπάθειές μου, πανικοβλημένος και φοβισμένος θα έλεγα από όσα μου συνέβαιναν, αποφάσισα τελικά ότι μάλλον έπρεπε να την εγκαταλείψω και να βουτήξω στην αγριεμένη θάλασσα, σκεπτόμενος να φτάσω οπουδήποτε κολυμπώντας, έστω κι αν δεν έβλεπα πουθενά εκεί γύρο κάποια ακτή.

Καλοκαίρι είναι. Έλεγα και πάλι στο εαυτό μου προκειμένου να τον εμψυχώσω. Και κανείς δεν με αναγκάζει να επιστρέψω σε πέντε ή σε δέκα ώρες σε κάποια ακτή. Ξέρω καλό κολύμπι και το μόνο που χρειάζομαι πλέον, είναι ψυχραιμία και υπομονή. Κάνε ότι μπορείς. Του έλεγα επιτακτικά. Και βγάλε μας σε κάποια ακτή. Από εκεί και μετά, θα βρούμε τρόπο να επιστρέψουμε ασφαλείς στην έδρα μας .

Αυτά του έλεγα λοιπόν, αν κι ανήσυχος για το αποτέλεσμα, όταν με τα χέρια μου τεντωμένα βουτούσα τελικά στα κύματα και τι λέω βουτούσα, αφού ξάπλωσα για την ακρίβεια επάνω τους έχοντας τα μάτια μου κλειστά, αλλά και τα πόδια μου ακόμη πάνω στην κουπαστή. Όταν πια ένιωσα και την μέση μου να καλύπτεται από το νερό, τότε μόνον άνοιξα τα μάτια μου, ώστε να βλέπω εκεί κάτω, πως θα μπορούσα να βρεθώ στην επιφάνεια προκειμένου να αναπνεύσω.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα όμως εκεί, ήταν ένα χοντρό σχοινί, το οποίο ήταν μεν κάθετα κρεμασμένο, αλλά και πολύ τεντωμένο μάλιστα, πράγμα που με υποχρέωσε να υποθέτω ότι την άγκυρα κάποιου μεγάλου σκάφους κρατούσε, αλλά επειδή δεν ήταν κανένα τέτοιο στην επιφάνεια, αλλά ούτε και κάποια σημαδούρα είδα να υπάρχει εκεί, έψαχνα μέσα μου να βρω, τι σχοινί ήταν και γιατί βρισκόταν εκεί. Κι επειδή καθόλου δεν κουνιόταν όπως θα έπρεπε λόγω των κυμάτων, πέρασε από το μυαλό μου μια άλλη σκέψη.

– Πω, πω. Να δεις που είδαν αυτοί από το στρατιωτικό καράβι, ότι βρέθηκα στην θάλασσα κι αυτό τους έκανε να στείλουν ελικόπτερο να με γλυτώσουν.

Δεν ξέρω γιατί έβαλα το ελικόπτερο στον νου μου, αλλά δεν άκουγα και τον θόρυβο που έπρεπε να το συνοδεύει, οπότε από περιέργεια και μόνον, σκέφτηκα να βγάλω γρήγορα το κεφάλι μου έξω προκειμένου να δω τι γίνεται. Έπιασα λοιπόν εκείνο το σχοινί κι αφού τα δάκτυλα των ποδιών μου δεν είχαν φύγει ακόμη από την κουπαστή της βάρκας, στηριγμένος σ’ αυτά και στο σχοινί που κρατούσα, γύρισα ανάσκελα κι έβγαλα το κεφάλι μου έξω από το νερό να δω το ελικόπτερο που φαντάστηκα ότι ήρθε να με σώσει, όπως και τον λόγο που αυτό δεν ακουγόταν καθόλου.

Έκπληκτος όμως έβλεπα, ότι δεν ήταν κανένα ελικόπτερο εκεί, αλλά και το σχοινί που κρατούσα και στηριζόμουν, δεν ήταν το ίδιο με αυτό που είδα μέσα στην θάλασσα. Αυτό που κρατούσα πια, ήταν το σχοινί της βάρκας μου και ήταν αυτό που δεν πρόλαβα να δέσω όταν σήκωσα το μεγάλο της πανί. Απορούσα με το γεγονός, αφού όλα τα άλλα σχοινιά όπως κι αυτό, ήταν μαζί με τα πανιά και το κατάρτι μέσα στο νερό πριν από λίγο κι ο αέρας που φυσούσε από την πλευρά που έπεσα εγώ στην θάλασσα, δεν επέτρεπε σε κανένα σχοινί να είναι πάνω στην βάρκα όπως και δεν ήταν. Το πως όμως βρέθηκε αυτό εκεί και αντίθετα από εκεί που βρισκόταν όλα τα υπόλοιπα, αυτό δεν το ξέρω.

Έτσι όπως το κρατούσα όμως με τα δύο μου χέρια, τραβούσα με το βάρος μου χωρείς το επιδιώκω, το κατάρτι της βάρκας. Αυτό με έκανε να απορώ βέβαια, δεδομένου ότι δεν μπόρεσα να κάνω το ίδιο, όταν πολλές φορές πριν το επιχείρησα. Από την στιγμή που άρχισε να σηκώνετε όμως αυτό, άδειαζαν λίγο, λίγο και τα πανιά από τα νερά που τα σκέπαζαν κι αφού είδα ότι υπήρχε η δυνατότητα να σηκωθούν πλέον αυτά, κατάρτι και πανιά, συνέχισα να τα τραβώ, ελπίζοντας ότι και θα τα κατάφερνα.

Δεν άργησε πολύ λοιπόν και είδα επιτέλους το κατάρτι της βάρκας μου να σηκώνεται υποβοηθούμενο από το δικό μου βάρος μεν, αλλά κι από μια άλλη μη αναγνωρίσιμη δύναμη βέβαια. Αυτό που δεν μπόρεσα να κάνω μόνος μου δηλαδή πριν, γινόταν από τα ανέλπιστα πολύ εύκολα εκείνη την στιγμή. Κι αφού όλα πια ήρθαν στην κανονική τους θέση, δεν χρειαζόταν πλέον να κρατώ κι εγώ αντίβαρο, κρεμασμένος έξω από την βάρκα, δεδομένου ότι αυτήν τουλάχιστον, κατάφερα να την κρατήσω στο νεκρό σημείο κι εκεί όπου δεν μπορούσε ο αέρας να φουσκώσει τα πανιά της.

Αμέσως μετά, ετοιμάστηκα να αντιμετωπίσω με θάρρος την κατάσταση κι αφού φανερά πια δεχόμουν βοήθεια, άπλωσα το δεξί μου χέρι κι έπιασα το σχοινί, αυτό δηλαδή που μαζί με το οριζόντιο κατάρτι, ελέγχουν την αυξομείωση του αέρα που ήθελα πλέον να πιέζει τα πανιά μου, το οποίο κι έβαλα στο στόμα μου να το κρατά.

Το μικρό της πανί, ούτως ή άλλως, ήταν από πριν δεμένο στην θέση του και ήδη κινούσε την βάρκα προς την κατεύθυνση που φυσούσε ο αέρας, οπότε δεν χρειάστηκε να του κάνω κάποια ρύθμιση. Στηριγμένος με το αριστερό μου χέρι μετά, από το σχοινί που κρατούσε το μεγάλο πανί στην κορυφή του καταρτιού, κρεμάστηκα πάλι έξω από την βάρκα πατώντας στην κουπαστή της. Το τιμόνι της όμως, το κρατούσα με τα δυό μου δάχτυλα του δεξιού μου χεριού, επιτρέποντας την βάρκα μου να κινείται προς τα εκεί που εγώ μπορούσα να κρατώ την βάρκα ισορροπημένη, μη τυχών και βρεθώ ξανά στην θάλασσα.

Κρεμασμένος λοιπόν από το κατάρτι και την πλάτη μου να χτυπιέται από τα κύματα, ξεκίνησα την πορεία μου κάτω από τις συνθήκες που σας περιέγραψα, οπότε και σταθεροποίησα τελικά πολύ εύκολα την πορεία της κι αφού αυτό μου προέκυψε, την ακολουθούσα χαρούμενος θα έλεγα κι όπου με έβγαζε.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *