Η γρήγορη μετακίνηση μας προς την Ουρανούπολη

  Μετά από λίγο καιρό όμως κι όταν πια μπήκαμε στο καλοκαίρι, πάλι επισπεύτηκε την πόλη μας ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες και για τους δικούς του λόγους, όπως και για τους λόγους που αφορούσαν τις υπευθυνότητες του, κάπου ήθελε να μεταφερθεί.

Όπως το συνήθιζε κι αυτό βέβαια, έβαλε τον γέροντά μας να ζητήσει από μένα την δυνατότητα να εξυπηρετηθεί, οπότε, με κάλεσε αυτός ένα απόγευμα κι από τηλεφώνου μου ζήτησε να κάνω τα απαραίτητα, ώστε να μεταφέρω τον εν λόγω μοναχό, όπου κι αν ήθελε να μεταφερθεί για τις υπηρεσιακές του ανάγκες.

Κι επειδή εκείνη την ώρα μου ζήτησε ο γέροντας να επικοινωνήσω μαζί του, ασφαλώς και τον κάλεσα, ώστε να ενημερωθώ από τον ίδιο για το τι ακριβώς ήθελε να του κάνω και προπαντός, πια ώρα θα ήθελε να τον συναντήσω, όπως και που θα τον εύρισκα το πρωί της επομένης.

Δεν το έκανα με καλή διάθεση βέβαια, για τον λόγο ότι άνετα μπορούσε να ζητήσει και μάλιστα από πολλούς γνωστούς του αυτού του είδους την εξυπηρέτηση, αλλά μονίμως την απέφευγε.

Αν και μπορούσε δηλαδή να ζητήσει από πολλούς άλλους αυτήν την συμμετοχή στο δικό του πρόβλημα, αν κι ευχαρίστως θα το έκαναν αυτοί όπως πολλές φορές μου το δήλωναν ως κοινά γνώριμοι, εντούτοις, αυτός προτιμούσε να θέλει εμένα μαζί του, έστω κι αν ήξερε ότι και το δικό μου πρόγραμμα, ήταν πολύ βεβαρημένο από τις αγορές που έπρεπε να κάνω.

Αφού τον κάλεσα όμως, μου έλεγε κι αυτός πολύ συνοπτικά εκείνη την στιγμή, ότι θα ήθελε να βρίσκομαι στις επτά και μισή το πρωί στο μετόχι μας, χωρίς να μου πει λέξη κατά την συνήθειά του, για το που συγκεκριμένα θα ήθελε να τον μεταφέρω με το φορτηγάκι μου.

Είναι αλήθεια όμως, ότι αυτού του είδους την εξυπηρέτηση, πολύ συχνά μου την ζητούσε κι αυτός ήταν ο λόγος που με αρκετή δόση δυσαρέσκεια την έκανα πάντα, αν και κάτω από υπακοή ευρισκόμενος, αφού και με την συμμετοχή ενός ΤΑΧΙ, άνετα θα μπορούσε να κάνει την δουλειά του και μάλιστα, χωρίς να βγάζει εμένα από το πρόγραμμά μου για έναν τέτοιο λόγο.

Ναι, αλλά και το ΤΑΧΙ είχε κόστος, οπότε, ήταν ποιο εύκολο να καλέσει εμένα για τον συγκεκριμένο λόγο, γιατί το δικό μου κόστος ήταν λιγότερο οικονομικά όπως υπολόγιζε, αλλά και υποχρεωμένη θεωρούσε την δική μου συμμετοχή, αφού και τις δικές του μετακινήσεις, στον δικό μου χρόνο εργασίας ήθελα να συμπεριλαμβάνονται.

Αφού το υποσχέθηκα στον γέροντά μας όμως, πράγματι πήγα στο μετόχι μας το πρωί κι όπως έπρεπε, στην ώρα μου στάθηκα έξω από την αυλόπορτα να τον περιμένω, μετά από την ενημέρωση που του έκανα βέβαια, για την εμπρόθεσμη άφιξή μου.

Άργησε να φανεί είναι αλήθεια, αλλά κι όταν μπήκε στο φορτηγάκι μου και τακτοποιήθηκε στην θέση του, τίποτε δεν μου είπε για το που ήθελε να τον μεταφέρω, πιστός πάντα στις προσωπικές του συνήθειες.

Γνωρίζοντάς τες κι εγώ όμως πολύ καλά αυτές, βεβαίως και δεν τον ρώτησα να μου πει που θα ήθελε να τον μεταφέρω, γιατί όταν το έκανα, σπάνια έπαιρνα σαφή απάντηση. Επειδή όμως δεν τον είδα να βιάζετε, με άφησε να υπολογίζω, ότι σε καμιά τράπεζα θα ήθελε να μεταφερθεί.

Βλέποντας όμως αυτός, κάποιον δισταγμό θα έλεγα στην δική μου οδική συμπεριφορά, έλεγε κάτι χωρείς να το διευκρινίζει. Προχώρα εσύ και θα σου πω που θα πάμε. Αυτό βέβαια έκανα κι εγώ προχωρώντας σιγά, σιγά και μέχρι να μου ανακοινώσει την επιθυμία του, έπρεπε να υπολογίσω από μόνος μου τον προορισμό του κι ανάλογα να έστριβα δεξιά, ή αριστερά στον δρόμο, μετά βέβαια από την διασταύρωση που σε λίγα μέτρα θα συναντούσαμε.

Τις περισσότερες φορές, έκανα πως έστριβα δεξιά, ή αριστερά κι έτσι μόνον προκαλούσα την αντίδρασή του, γιατί, ανάμεσα στα υπόλοιπα κουσούρια, είχε κι αυτό. Δεν ήθελε δηλαδή να πει σε κανέναν πού ήθελε να πάει και τι θα έκανε εκεί που θα πήγαινε, αφού σύμφωνα με τον προσωπικό του κώδικα, δεν ήταν όλα για όλους.

Κι αφού αυτός ο κώδικας τον κατεύθυνε, την τελευταία στιγμή συνήθως έλεγε στρίψε δεξιά, ή αριστερά, οπότε καταλάβαινα κι εγώ πού ήθελε να πάει. Το ίδιο έκανε λοιπόν κι εκείνο το πρωινό και βλέποντας να κρατά φακέλους στα χέρια του μαζί με τον τορβά του, όχι μόνον δεν τον ρώτησα που θα πάμε, αλλά κι όταν φτάσαμε στην διασταύρωση, έστριψα από μόνος μου αριστερά κι αφού μπήκα στον περιφερειακό, πάτησα το γκάζι αρκετά, γιατί στον Πολύγυρο υπολόγιζα να πάμε και στην εφορεία μάλλον.

Έτσι τρέχοντας λοιπόν στην συνέχεια, σε τρία τέταρτα θα ήμασταν εκεί όπως υπολόγιζα, αν βέβαια δεν είχε κίνηση ο δρόμος κι αφού δεν μου έκοψε με άλλη εντολή εν τω μεταξύ, κατά τις οκτώ και μισή θα τον άφηνα κάτω από την εφορεία.

Αφού είδε κι αυτός ότι πήραμε τον σωστό δρόμο, δεν χρειάστηκε να μου πει πού θα ήθελε να τον μεταφέρω, γι’ αυτό και πήρε στα χέρια του τον παρακλητικό κανόνα, το βιβλίο δηλαδή με τις παρακλήσεις που αυτός μου είχε δώσει να έχω στο αυτοκίνητό μου κι έτσι, άρχισε να διαβάζει τους χαιρετισμούς κατά την συνήθειά του.

Όπως τα υπολόγισα όμως, στην ώρα μας φτάσαμε έξω από την εφορεία κι όταν πια στάθμευσα πλάι στο πεζοδρόμιό της, μου έλεγε με το πάσο του, ότι δεν θα αργούσε καθόλου κι ότι σε δέκα λεπτά θα επέστρεφε.

Κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο στην συνέχεια, πήρε τον τορβά του, όπως και τους φακέλους στα χέρια του κι αμέσως κατευθύνθηκε προς την είσοδο της εφορίας. Πριν απομακρυνθεί όμως, επέστρεψε πάλι προς το αυτοκίνητο, για να μου πει κάτι ακόμη, που για πρώτη μου φορά το άκουγα.

Κι αυτό που μου έλεγε εν ολίγοις, ήταν ότι θα ήταν χρήσιμο να μάθω αν μπορούσα, ποιος ήταν ο νέος δρόμος που ανοίχθηκε. Είναι νέος δρόμος αυτός μου εξηγούσε και θα ενώνει τον Πολύγυρο με το Γομάτι μάλλον, από όπου μπορεί κανείς να φτάσει γρηγορότερα στην Ιερισσό.

Αυτά μου ανάφερε δηλαδή κι αφού με είδε να τον κοιτώ με απορία, με παρότρυνε στην συνέχεια να το κουβεντιάσω αυτό με όποιον από εκεί γύρο μπορούσε να μου πει κάτι σχετικό με αυτόν τον δρόμο και να μάθω μάλιστα ζήτησε, αν θα μπορούσα να τον χρησιμοποιήσω κάποια φορά που θα μου χρειαζόταν.

Αυτά λοιπόν μου είπε ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες κι όπως έπρεπε για τον σκοπό του, κάπως νωχελικά τον είδα να κατευθύνεται προς στα γραφεία της εφορείας. Κι αφού εγώ τουλάχιστον δεν είχα τι άλλο να κάνω εκεί, πήγα μέχρι το περίπτερο, όπου και ρωτούσα τον περιπτερά να μου πει τα σχετικά με αυτόν τον νέο δρόμο.

Απαντώντας αυτός, μου έλεγε ότι πράγματι υπήρχε ένας δρόμος εκεί που ένωνε μεν τον Πολύγυρο με το Γομάτι, αλλά ήταν παλιός και στενός. Ότι τον ετοίμαζαν ακόμη τα συνεργεία κι ότι για πάνω από δέκα χιλιόμετρα ήταν χωματόδρομος.

Δεν παρέλειψε και να μου τονίσει όμως, ότι για κανένα λόγο δεν έπρεπε τον χρησιμοποιήσω ακόμη, γιατί στην διαδρομή του χωματόδρομου δουλεύουν τα συνεργεία εκείνο το διάστημα κι ότι μάλλον θα ήταν επικίνδυνη η χρήση του.

Αν τον τελειώσουν, πρόσθεσε, βεβαίως και θα μπορέσεις να τον κάνεις χρήση. Αλλά, αφού μπορείς να πας από την Αρναία στην Ουρανούπολη, γιατί να μπεις στον κίνδυνο και να ταξιδεύεις σε έναν δρόμο που δεν τον γνωρίζεις κι ακόμη βρίσκεται υπό κατασκευή;

Δίκαιο είχε ο άνθρωπος, γι’ αυτό και τον καθησύχασα, λέγοντάς του ότι δεν είχα σκοπό να τον χρησιμοποιήσω κι ότι από περιέργεια του έκανα την σχετική ερώτηση. Όταν ολοκληρωθεί όμως του πρόσθεσα, μπορεί και να κάνω ένα ταξίδι στην Ουρανούπολη μέσω αυτού αν δεν βιάζομαι. Τώρα όμως, όπως κι εσύ το λες, ούτε θέλω, αλλά ούτε και στο πρόγραμμά μου είναι να το κάνω.

Αυτά είπαμε με τον περιπτερά κι αφού δεν είχα τι άλλο να συζητήσω μαζί του, επέστρεψα στο αυτοκίνητό μου, όπου και περίμενα τον μοναχό να επιστρέψει. Αργούσε όμως και τα δέκα λεπτά που είπε ότι θα έκανε στην εφορία, έγιναν τριάντα.

Κι επειδή οτιδήποτε θα μπορούσε να του προκαλέσει καθυστέρηση εκεί, έμεινα στην θέση μου να τον περιμένω κι όποτε ήθελε ας τελείωνε έλεγα στον εαυτό μου, αφού και τίποτε δεν με ανάγκαζε να φύγω γρήγορα από τον Πολύγυρο.

Έγινε εννιά και δέκα πια η ώρα κι απορώντας για την καθυστέρησή του, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και βιαστικός ανέβαινα τις σκάλες προς τον δεύτερο όροφο της εφορίας, αφού όπως ήξερα, εκεί πήγαινε κάθε φορά.

Όταν μπήκα μέσα λοιπόν, τον είδα να βρίσκεται τελευταίος σε μια σειρά, περιμένοντας μαζί με τους υπόλοιπους να ζητήσει λύση στο πρόβλημα που πήγε να διευθετήσει. Αυτός ειδικά, ποτέ δεν καθόταν σε σειρά. Ήταν η πρώτη φορά δηλαδή που τον έβλεπα να κάνει κάτι τέτοιο, οπότε, αυθόρμητα έγινε λόγος η σκέψη μου. Αυτήν μάλιστα, όλοι την άκουσαν και μαζί με αυτούς και οι υπάλληλοι της εφορίας, γι’ αυτό κι όλοι μαζί γύρισαν να δουν αυτόν που μιλούσε.

Κι αυτό που του έλεγα, ήταν το αυτονόητο. Από πότε βρε πάτερ περιμένεις εσύ σε σειρά; Κι αν κάνω πως υπολογίζω καλά τον χρόνο, ούτε και το μεσημέρι πρόκειται να έρθει η σειρά σου. Γιατί  μου είπες λοιπόν ότι σε δέκα λεπτά θα επέστρεφες;

Απαντώντας αυτός, έλεγε κάπως βεβιασμένα εκείνη την στιγμή, ότι όχι μόνον θα αργούσε εκεί, αλλά και το καράβι θα έχανε, γιατί όπως έλεγε, είχε σκοπό να μπει και στο Άγιο Όρος μετά από την εφορία.

Τα έχασα μαζί του όπως καταλαβαίνετε, γιατί εκείνη την ώρα άκουγα το υπόλοιπο του προγράμματός του, οπότε, πάλι αυθόρμητα εξέφραζα την απορία μου. Αφού βρε πάτερ ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν μου το ανάφερες από βραδύς, ώστε να ερχόμασταν εδώ νωρίτερα;

Η ώρα είναι εννιά και δέκα τώρα όπως βλέπεις και για να σε πάω εγώ στην Ουρανούπολη όπως μου λες και μέσω Αρναίας μάλιστα από τον Πολύγυρο, θα χρειαστώ μια ώρα κι ένα τέταρτο, αν βέβαια τρέχω σαν τρελός στον δρόμο.

Το καράβι όμως φεύγει στις δέκα παρά τέταρτο από την Ουρανούπολη. Πως νομίζεις ότι θα το προλάβεις; Αυτό ιδικά, ούτε πετώντας δεν το προλαβαίνω κι εσύ είσαι ακόμη στην σειρά και μάλιστα τελευταίος.

Ακούγοντας την αγανάκτησή μου οι υπάλληλοι, μόνοι τους κάλεσαν τον μοναχό να τον εξυπηρετήσουν, ενώ εγώ έφευγα κι έφευγα θυμωμένος με την νοοτροπία του, να μη θέλει να πει δηλαδή σε κανέναν τί θέλει να κάνει και σίγουρος καθώς ήμουν, ότι δεν θα προλάβαινε το καράβι, θύμωνα περισσότερο μαζί του.

Και δίκαια θα έλεγα θύμωνα μαζί του, γιατί έτσι όπως έγινε το πράγμα, θα με υποχρέωνε να χάσω κι άλλη μέρα από την δική μου εργασία, για να τον μεταφέρω την επομένη στην Ουρανούπολη.

Θυμωμένος καθώς ήμουν λοιπόν, με δύναμη έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου όταν κάθισα στην θέση μου και τον περίμενα να έρθει μετά από καμιά ώρα όπως υπολόγιζα. Κοιτώντας προς την πόρτα της εφορίας όμως, τον είδα να έρχεται κάποια στιγμή και να έρχεται λαχανιασμένος μάλιστα, αφού τον εξυπηρέτησαν γρήγορα τελικά οι εφοριακοί κι όταν μπήκε μέσα τίποτε δεν του είπα.

Κοίταξα μόνον το ρολόι μου όταν έβαλα μπροστά την μηχανή κι αμέσως ξεκίνησα προς το να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη, αφού για οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση, θα ήταν άδικος κόπος. Εκείνη την στιγμή όμως, τον άκουσα να με ρωτά κάπως διστακτικά, αν έμαθα πως μπορεί να πάει κανείς μέσω του νέου δρόμο στην Ουρανούπολη, γιατί πολύ μεγάλη ανάγκη υπήρχε να βρεθεί στο μοναστήρι όπως έλεγε.

Κάποιο υψηλόβαθμο πολιτικό πρόσωπο τον περίμενε εκεί πρόσθεσε κι ότι οπωσδήποτε έπρεπε να προλάβει το καράβι, γιατί δεν θα μπορούσε να τον συναντήσει στο επόμενο χρονικό διάστημα, λόγω του ότι καλοκαίρι ήταν και σε άδεια θα πήγαινε ο επισκέπτης του.

Εννιά και είκοσι είναι πάτερ, του έλεγα κάπως αυστηρά. Για να προλάβω το καράβι από αυτόν τον δρόμο που δεν ξέρω και για δέκα χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος, πάνω στον οποίο γίνονται έργα, μόνον πετώντας θα μπορέσω να σε πάω. Αν μου έλεγες στην ώρα του τι θα ήθελες να κάνεις, τώρα δεν θα μου έλεγες τέτοια περίεργα.

Κάνε όσο γρήγορα θέλεις έλεγε ατάραχος αυτός, αλλά πήγαινέ με στην Ουρανούπολη, ώστε να προλάβω το καράβι, γιατί πολύ σοβαρός λόγος με υποχρεώνει να βρίσκομαι στο μοναστήρι όπως σου είπα.

Όπως μπορείτε να καταλάβετε, πολλά θα ήθελα να του κάνω εκείνη την στιγμή, εκτός από το να τον υπακούσω. Σεβόμενος το σχήμα του όμως, όπως και τις εργασιακές του υποχρεώσεις, αποφάσισα τελικά να τον συμπαρασταθώ κι ότι ήθελε ας μας προέκυπτε ως αποτέλεσμα.

Για να καταλάβετε τώρα, τι μου ζητούσε να του κάνω τότε, σας λέω ότι μετά από αρκετό καιρό έκαναν βέβαια τα συνεργεία και σε πολλά σημεία μάλιστα διαπλατύνσεις στον προαναφερόμενο δρόμο, όπως και του έστρωσαν άσφαλτο στα σημεία που ήταν χωματόδρομος.

Κι από την στιγμή που δόθηκε σε κυκλοφορία, εγώ προσωπικά, συνεχώς και για αρκετά χρόνια τον χρησιμοποιούσα. Ποτέ όμως δεν μπόρεσα να κάνω την διαδρομή Πολύγυρου, Ουρανούπολης γρηγορότερα από μια ώρα, όσο κι αν το προσπαθούσα.

Την ημέρα και την ώρα που ο εν λόγω μοναχός μου ζήτησε να τον μεταφέρω πετώντας στην Ουρανούπολη από τον Πολύγυρο και σε είκοσι λεπτά μάλιστα, πολύ θυμωμένος του έλεγα. Εγώ πάτερ μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Το αυτοκίνητό μου μπορεί να με υπακούσει. Εσύ όμως κοίταξε πως θα μπορέσεις να μείνεις στην θέση σου, μια και βάλθηκες να ζήσεις κάτι τέτοιο. Δέσου λοιπόν καλά με την ζώνη σου και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, άχνα δεν θέλω να βγάλεις.

Αυτά του είπα μόνον κι αφού πείρα την απόφαση να κάνω κάτι τόσο γρήγορα, εκτιμώντας την δική του υποχρέωση να είναι στην ώρα του και για τον σοβαρό λόγο που μου έλεγε, πράγματι μπήκα στον δρόμο που δεν ήξερα και βάζοντας την τρίτη ταχύτητα να με υπακούει στο περισσότερο μέρος της διαδρομής, όντως την ακολουθούσα πετώντας, αφού τις ποιο πολλές στροφές, τρείς, τρείς τις περνούσα κι όχι μια, μια.

Μην αντέχοντας όμως κι αυτός το τίναγμα που δεχόταν στις στροφές, μια έπεφτε επάνω μου και μια πάνω στην πόρτα του, όπου και χτυπούσε το κεφάλι του στο τζάμι της. Τον σκούφο του δε, στα χέρια τον κρατούσε γιατί με τα χτυπήματα στο τζάμι, του έφευγε από το κεφάλι.

Περιττό είναι τώρα να σας πω, ότι μόλις είδαν οι άνθρωποι του συνεργείου αποκατάστασης οδών, να μπαίνει με φόρα το φορτηγάκι μου στον χωματόδρομο και να πλησιάζει επικίνδυνα κατά πάνω τους, έτρεχαν προς τα χωράφια να σωθούν, μη τους πάρω παραμάζωμα.

Κι επειδή είχα τον νου μου και τα μάτια μου προσηλωμένα στις στροφές του άγνωστου δρόμου, δεν είδα αν με μούντζωναν, ή όχι, με τον τρόπο που πέρασα ανάμεσα από αυτούς και τα μηχανήματά τους, αλλά και η σκόνη που άφηνα πίσω μου, τίποτε δεν μου επέτρεπε να δω.

Έχοντας δε τον νου μου και στον χρόνο που χρειαζόμουν, μόλις έφτασα στο Γομάτι, έλεγα στα γρήγορα τον μοναχό να καλέσει τον καπετάνιο και να του ζητήσει να μας περιμένει πέντε λεπτά μόνον, γιατί για πέντε λεπτά δεν θα προλάβαινα το καράβι και θα πήγαινε άκαρπη η προσφορά μου.

Αν θελήσει να μάθει κι ο καπετάνιος που βρισκόμαστε του έλεγα, ώστε να συνεκτιμήσει κι αυτός τον χρόνο που χρειαζόμασταν μέχρι να φτάσουμε στην Ουρανούπολη, του συνέστησα να μην του αναφέρει την ακριβή μας θέση, γιατί θα υπέθετε από πείρας κι αυτός, ότι όχι πέντε, αλλά είκοσι πέντε λεπτά θα χρειαζόμασταν, οπότε δεν θα μας περίμενε.

Δεν μπορώ να του πω ψέματα έλεγε ο μοναχός και τίποτε δεν έκανε. Κάλεσέ τον και πες του ότι βρισκόμαστε την Ιερισσό τουλάχιστον, αφού έως ότου απαντήσει αυτός εκεί θα βρισκόμαστε. Ούτε κι αυτό ήθελε να κάνει για τους δικούς του λόγους κι έτσι, έτρεχα με περισσότερη ταχύτητα.

Όταν πια βρεθήκαμε στην Τρυπητή κι έβλεπε ότι όντως θα χάναμε το καράβι για πέντε λεπτά, τότε μόνο κάλεσε τον καπετάνιο, τον οποίο και παρακάλεσε να μας περιμένει. Κι όταν εκείνος του ζητούσε να μάθει την θέση που βρισκόμασταν, αναγκάστηκε να του πει ότι στα ξενοδοχεία πλησιάζαμε κι αμέσως έκλεισε την γραμμή.

Στα ξενοδοχεία είστε, έλεγε κι ο καπετάνιος, όταν αυτός μας κάλεσε προκειμένου να δικαιολογήσει τον χρόνο που χρειαζόμασταν, αλλά δεν μου είπατε σε πια ξενοδοχεία. Στα πρώτα είστε; Ή σ’ αυτά που είναι κοντά στην Ουρανούπολη;

Αυτά ρωτούσε ο καπετάνιος πριν κάνει τον απόπλου του και μέχρι να ολοκληρώσει τον λόγο του, εγώ βρισκόμουν αρκετά έξω από την είσοδο της Ουρανούπολης, οπότε, ήρεμα του έλεγε κι ο μοναχός, ότι αν μας περίμενε, σε τρία λεπτά θα μας έβλεπε μπροστά του.

Πράγματι λοιπόν, σε τρία λεπτά πατούσα στην προβλήτα και με την ίδια φόρα σταμάτησα μπροστά στον καταπέλτη του καραβιού. Μόλις πάτησε κι ο μοναχός όμως πάνω σ’ αυτόν, αμέσως ξεκίνησε τον απόπλου του κι ο καπετάνιος.

Εγώ δε, αγχωμένος καθώς ήμουν, μουσκεμένος από ιδρώτα κατέβηκα από την θέση μου και την στιγμή που γύρισε να με δει ο μοναχός, όπως και να με χαιρετήσει όπως σκέφτηκε, του έλεγα να μην μου το κάνει αυτό ξανά, γιατί σίγουρα δεν θα τον υπάκουα.

Κοιτώντας το ρολόι μου στην συνέχεια, έβλεπα ότι σε είκοσι πέντε λεπτά τον έφερα από τον Πολύγυρο στην Ουρανούπολη μέσω του άγνωστου δρόμου κι ευτυχώς πρόλαβε αυτός το καράβι και δεν πήγε άδικα ο δικός μου κόπος.

Έφυγε ωστόσο το καράβι κι αφού άφησα κι εγώ το αυτοκίνητό μου στην προβλήτα, πήγα να πιω έναν καφέ στην καφετέρια μέχρι να ελευθερωθώ από το άγχος, όπου και με κάλεσε μετά από μισή ώρα ο μοναχός, προκειμένου να μάθει αν είχα καλά στην υγεία μου.

Τον διαβεβαίωσα ότι όντως ήμουν καλά, αλλά και πάλι του έλεγα ήρεμος πια, ότι δεν ήταν καθόλου σωστό αυτό που μου έκανε κι ότι δεν θα ήθελα να μου το επαναλάβει, γιατί δεν είναι εύκολο να οδηγεί κανείς κάτω από τέτοια ένταση και με κίνδυνο μάλιστα να βρεθεί σε κανένα λάκκο και να βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.

Αυτός όμως, τίποτε άλλο πέραν αυτού δεν μου είπε. Εκεί έμεινε. Στο αν ηρέμισα δηλαδή μόνον. Ο γέροντάς μας βέβαια, το απόγευμα με κάλεσε, προκειμένου να βεβαιωθεί αν έφτασα καλά στο σπίτι μου και δεόντως με ευχαριστούσε, γιατί όπως έλεγε, πράγματι ήταν σημαντική γι’ αυτούς εκείνη η συνάντηση με το πολιτικό πρόσωπο κι ότι επίσης σημαντικό ήταν, το ότι παραβρέθηκε κι ο έχωνα αυξημένες αρμοδιότητες ανάμεσά τους.

Μετά από όλα αυτά λοιπόν, ένα πολύ χρήσιμο δίδαγμα μας προκύπτει όπως καταλαβαίνετε. Αυτό μάλιστα, πολύ δυνατά μας τονίζει, ότι ο εγωισμός, είναι ασύλληπτα μεγάλο εμπόδιο στην ζωή μας, αλλά και καθόλου καλό παράδειγμα προς μίμηση είναι.

Αν δεν τον αντικαταστήσουμε το συντομότερο δυνατόν μέσα μας, με την δύναμη που εμπεριέχει η ταπείνωση, θα καταλήξουμε κι εμείς παιχνίδια στην διάθεση του πονηρού, ο οποίος, μόνον με εγωιστές καταδέχεται να συναλλάσετε.

Τους ταπεινούς είναι αλήθεια, ούτε να τους βλέπει θέλει, ούτε και να τους πλησιάσει θέλει, γιατί τους θεωρεί πολύ χαζούς για την δική του εξυπνάδα.

Τους έξυπνους όμως, τους παραδέχεται και κάνει τα πάντα γι’ αυτούς εύκολα, ώστε να έχει άξιους με αυτόν συνεργάτες. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που τους εμπλουτίζει και με μπόλικο εγωισμό, ώστε να χαίρετε μαζί τους, την δυνατότητα που έχουν όλοι μαζί να επιβάλλονται παντού και προς πάσα κατεύθυνση.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *