Η Λίλα και η καφετέριά της

   Καλοκαίριασε εν τω μεταξύ και οι νυχτερινές, όπως και οι ημερήσιες διαδρομές μου προς την Ουρανούπολη δεν έλεγαν να σταματήσουν, για τον λόγο ότι έπρεπε να καλύψω τους πατέρες και την μονή μας, από τις  προβλεπόμενες ανάγκες δύο μηνών μέσα στα όρια του Ιουλίου, αφού λόγω διακοπών, ολόκληρο τον μήνα Αύγουστο θα έλειπα από τα καθήκοντά μου.

Δεν ήταν βέβαια κάτι το πρωτόγνωρο αυτό, αφού για τους ίδιους λόγους, πολλές φορές μέσα στον χρόνο έκανα διπλές, ακόμη και τριπλές διαδρομές στα όρια της ίδιας εβδομάδας μέχρι την Ουρανούπολη, ώστε από τίποτε να μην στερούσα τους πατέρες

Κι όχι μόνον τον μοναχό με τις αυξημένες αρμοδιότητες μετέφερα εκεί τα πρωινά, βοηθώντας κι αυτόν να κάνει τις υποχρεώσεις του γρήγορα καθώς έπρεπε, αλλά και για πολλούς άλλους από τους πατέρες έκαναν το ίδιο, όπως και τους περίμενα εκεί μέχρι να βγουν από το μοναστήρι στην Ουρανούπολη για λόγους που τους αφορούσαν, οπότε, συχνά καθόμουν για λίγο και για έναν καφέ στις καφετέριες της παραλίας, όταν μου το επέτρεπε ο χρόνος της αναχώρησής τους, ή της άφιξης τους.

Σε μια από αυτές μάλιστα που της είχαν δώσει τον χαϊδευτικό τίτλο Λίλα, πολλές φορές κάθισα για τον ίδιο λόγο και το έκανα πότε μόνος και πότε με παρέα τους καπετάνιους, ή τους φίλους που με πλησίαζαν, μέχρι να γίνει ο προγραμματισμένος απόπλους, ή ο κατάπλους των καραβιών.

Τον καφέ μου πίνοντας όμως, έβλεπα να γίνετε κάτι εντυπωσιακό στην εν λόγω καφετέρια κι αυτό που με εντυπωσίαζε στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η διάθεση που είχαν μερικοί εκ των πελατών της, να περιμένουν με υπομονή, πότε θα έμεναν κενά καθίσματα, ώστε κι αυτοί να καθίσουν για ένα καφέ στης Λίλας.

Ενώ όλες οι άλλες καφετέριες ήταν άδειες σχεδόν από πελάτες, στην συγκεκριμένη γινόταν ουρά, για το ποιος θα καθίσει πρώτος, αν και σε τίποτε δεν διέφερε ο διάκοσμός της από τις υπόλοιπες.

Θεωρώντας παράλογη την συμπεριφορά αυτών που ήθελαν να πιούν εκεί ιδικά τον καφέ τους και μάλιστα περιμένοντας ουρά, άρχισα να μελετώ το θέμα και το έκανα από καθαρά επαγγελματικό ενδιαφέρον αν θέλετε, ως πρώην πωλητής στην επιχείρηση που εργαζόμουν.

Κι επειδή πολλές φορές υποχρεώθηκα να κάθομαι κι εγώ για ένα καφέ στης Λίλας, συνέπεσε να γνωριστώ πολύ καλά, τόσο με την ίδια, όσο και με τον αδελφό της βέβαια. Βλέποντας μάλιστα την θέρμη τους, όπως και την αγάπη που έδειχναν για την δουλειά τους, πολύ τους εκτιμούσα.

Και δεν τα χαιρόμουν μόνον αυτά τα δυό νέα παιδιά, αφού και πολύ συχνά τα επαινούσα, για την επιτυχημένη διαχείριση της καφετέριάς τους. Και πράγματι είχαν επιτυχία, αφού μέρα και νύχτα, πάντα γεμάτη την είχαν, τόσο από αυτούς που περίμεναν τον απόπλου των καραβιών, όσο κι από αυτούς που από τα διπλανά χωριά την κατέκλυζαν για ένα καφέ.

Αυτό λοιπόν ήταν που κέντρισε και το προσωπικό μου ενδιαφέρον κι αφού θέλησα να μελετήσω το θέμα, εσκεμμένα πήγαινα να πιώ μια μέρα τον καφέ μου στης Λίλας, αλλά και τίποτε το ιδιαίτερο δεν παρατήρησα εκεί, που να δικαιολογεί την αθρόα προσέλευση πελατών.

Ότι έκαναν δηλαδή οι σερβιτόροι στις άλλες καφετέριες, το ίδιο έκανε και η Λίλα. Μόλις άδειαζε ένα τραπέζι, αμέσως το καθάριζε από τα ποτήρια, όπως κι αμέσως διόρθωνε το στήσιμο των καρεκλών και των αξεσουάρ του τραπεζιού, ώστε να γίνει αμέσως επιθυμητά προσβάσιμο από όποιον θα ήθελε να το χρησιμοποιήσει.

Τίποτε το αξιοπερίεργο λοιπόν. Όλα ίδια δηλαδή, αλλά η καφετέρια της Λίλας ήταν συνεχώς γεμάτη. Ακόμη και τα χαράματα που βρισκόμουν εκεί για τους δικούς μου λόγους, η Λίλα ήταν εκεί και σέρβιρε καφέδες σε πολλούς πελάτες, την στιγμή που όλες οι υπόλοιπες ήταν κλειστές και όχι μόνον στην Ουρανούπολη, αλλά και στα γύρο χωριά όπως παρατηρούσα.

Αυτό λοιπόν θέλοντας να ξεδιαλύνω μια μέρα που για τους γνωστούς και πάλι λόγους βρέθηκα εκεί, πήρα μια καρέκλα από το γραφείο των εισιτηρίων κι αφού κάθισα στο πεζοδρόμιο έχοντας αρκετό χρόνο στην διάθεσή μου, ζήτησα από την Λίλα να μου φέρει εκεί τον καφέ μου.

Απαντώντας αυτή, έλεγε ότι δεν ήταν σωστό να την βγάλω έξω από τα όριά της, γιατί δεν ήθελε να ακούσει παρατηρήσεις για την επέκταση των δραστηριοτήτων της. Φέρε εσύ τον καφέ μου εδώ της έλεγα και μη σε νοιάζει, γιατί κανείς δεν θα μας κάνει παρατήρηση.

Έφερε λοιπόν τον καφέ μου η Λίλα κι όσο τον έπινα, από μακριά κατά κάποιον τρόπο παρατηρούσα τις κινήσεις των πελατών της, όπως και τις δικές της βέβαια, αφού από μακριά βλέπει κανείς πολύ καλύτερα τα πράγματα.

Κι αυτά που έβλεπα από το πεζοδρόμιο, όπως κι από κάποια απόσταση καθισμένος, ήταν τα ίδια ακριβώς με αυτά που έβλεπα να γίνονται, όταν ήμουν καθισμένος στα τραπέζια της Λίλας.

Τίποτε το διαφορετικό λοιπόν, οπότε, με το δίκαιό μου απορούσα με αυτούς που περίμεναν όρθιοι, για το πότε θα έπιναν εκεί ιδικά τον καφέ τους, αφού και στα καράβια ακόμη, υπάρχει η ανάλογη υποδομή για τον καφέ κάθε επιθυμίας.

Επιμένοντας στον σκοπό μου όμως, είδα κάποια την στιγμή την Λίλα να κάνει και κάτι άλλο εκείνη την ημέρα, που για πρώτη μου φορά το πρόσεξα. Άλλαζε δηλαδή το μπλουζάκι της κάθε δέκα λεπτά, αν και το προηγούμενο δεν προλάβαινε να το ιδρώσει μπαίνοντας, ή βγαίνοντας από την κουζίνα της.

Καθώς πήγαινε δε τους καφέδες στα τραπέζια, ή καθώς επέστρεφε από αυτά με τα άδεια ποτήρια, τις έπεφταν συνεχώς τα κουταλάκια, οι χαρτοπετσέτες, τα καλαμάκια κι οτιδήποτε άλλο καθόταν πρόχειρα πάνω στον δίσκο της.

Έσκυβε να τα πάρει από κάτω στην συνέχεια και μέχρι να γίνει αυτό, έβλεπα όλους τους πελάτες της να γέρνουν στις καρέκλες τους και να κοιτούν προς το μέρος της. Αφού είδα να επαναλαμβάνετε διό, τρεις φορές το ίδιο σχοινικό, δεν χρειάστηκε να ψάξω περισσότερο το θέμα.

Κατάλαβα, είπα μέσα μου. Αυτός είναι ο λόγος που έχει την καφετέρια γεμάτη μέρα και νύχτα, γιατί αναγκάζει κατά κάποιον τρόπο τους πελάτες της να σκύβουν, μήπως και δουν κάτι από την επίσης κι εξεπίτηδες σκυμμένη Λίλα.

Κι αφού κατάλαβα το παιχνίδι της, την κάλεσα να πληρώσω τον καφέ μου και με το θάρρος που της είχα, ελεύθερα της έλεγα πια αυτό που σκεφτόμουν. Πού τα έμαθες όλα αυτά τα κόλπα βρε Λίλα; Μα κύριε Μιχάλη, έλεγε χαρούμενη αυτή. Αφού ξέρεις, ότι έχω τελειώσει την σχολή τουριστικών επαγγελμάτων, γιατί απορείς λοιπόν;

Βρε Λίλα. Αυτό από μακριά φαίνετε. Δεν προλαβαίνει να αδειάσει ένα τραπέζι κι αμέσως το καθαρίζεις και το στολίζεις από την αρχή, για τους επόμενους που θα το χρειαστούν. Τα άλλα όμως, πού τα έμαθες;

Κύριε Μιχάλη. Απαντούσε με ύφος επιστήμονα πια η Λίλα. Αυτά δεν τα μαθαίνεις κάπου. Ή τα έχεις, ή δεν τα έχεις. Κι αφού εγώ τα έχω, να μην φροντίσω με αυτά την δουλειά μου;

Άλλωστε, αυτή είναι η δουλειά μου. Παίρνω σε χαμηλή τιμή μια πεθαμένη από δουλειά καφετέρια κι όταν πια την σηκώνω από δουλειά με τον τρόπο μου όπως κι εσύ βλέπεις, μετά την πουλώ σε υψηλή τιμή, σε όποιον ενδιαφερθεί να την αγοράσει και του φανεί κερδοφόρα.

Πω? Πω? Έλεγα κι εγώ φωναχτά πια. Αλίμονο σ’ αυτόν που θα αγοράσει την επιχείρησή σου και δεν θα ξέρει για ποιόν λόγο έχει τόση δουλειά και προπαντός, για ποιόν λόγο είναι μέρα και νύχτα γεμάτη από πελάτες.

Κύριε Μιχάλη. Έλεγε κάπως αδιάφορα πλέον η Λίλα. Τι να σου πω γι’ αυτό; Ας πρόσεχε. Όλοι την δουλειά μας κάνουμε. Εγώ την δική μου κι αυτός που θα την αγοράσει, την δική του. Αν δεν ξέρει τι αγοράζει κάποιος, πρέπει να φταίω εγώ;

Είκοσι χρονών και κάτι είσαι βρε Λίλα. Πώς έχεις ένα τέτοιο βρόμικο μυαλό; Πότε πρόλαβες να αποκτήσεις τέτοια νοοτροπία; Δεν θα σε πειράξει καθόλου δηλαδή, αν τραβάει τα μαλλιά του αύριο, αυτός που θα αγοράσει την καφετέρια και δεν θα ξέρει που ποντάρισε τα χρήματά του;

Αυτά τα είπαμε κύριε Μιχάλη. Απαντούσε με ευθύτητα πλέον η Λίλα. Εγώ που πουλώ κάτι, προσέχω τι κάνω. Αυτός που το αγοράζει, δεν πρέπει να προσέχει; Εσύ δεν ενδιαφέρθηκες να την αγοράσεις και κάθισες εδώ να δεις τι παίζει κι όλα τα είδες. Αυτός που θα την αγοράσει, δεν θα πρέπει να κάνει το ίδιο;

Μόλις την πουλήσω όμως αυτήν, σε κάποιο άλλο μέρος έχω εντοπίσει μια πεθαμένη από δουλειά καφετέρια, την οποία και παζαρεύω. Μου την ζητάει ακριβά αυτός, αλλά εγώ δεν βιάζομαι. Περιμένω να πέσει κι άλλο από δουλειά και μόλις πέσει η τιμή της, τότε θα την πάρω. Κι αφού την πάρω, πάλι θα την ανεβάσω από πελάτες με τον τρόπο μου και πάλι θα την πουλήσω. Κατάλαβες;

Κατάλαβα της είπα ενώ έφευγα από κοντά της και μέχρι να φτάσω στην έδρα μου, ένα πράγμα με απασχολούσε. Πώς, ένα νέο παιδί, είχε μέσα του τέτοιο βρόμικο σκεπτικό. Πολύ με απασχόλησε αυτό βέβαια και κάθε φορά που τα ξημερώματα τις περισσότερες φορές έβλεπα ακόμη την Λίλα να είναι εκεί, πίστευα ότι δεν θα βρεθεί αγοραστής κι ότι θα καταλάβαιναν επιτέλους οι ενδιαφερόμενοι το παιχνίδι της.

Ωστόσο όμως, απορούσα και με την τεχνική της. Έσκυβε με τέτοιον    τρόπο η Λίλα να πάρει από κάτω αυτά που της έπεφταν, που τίποτε δεν επέτρεπε να φανεί. Όλοι έγερναν καθισμένοι στις καρέκλες τους να δουν κάτι δηλαδή, αλλά τίποτε δεν έβλεπαν. Κι επειδή αυτή ήξερε τι έκανε, ή το σώμα της ήταν τέτοιο που βοηθούσε τον σκοπό της, μονίμως κρατούσε σε αναμονή τους πελάτες της, ελπίζοντας να δουν κάτι την επόμενη φορά τουλάχιστον κι από άλλη θέση ενδεχομένως.

Ακόμη κι εμένα παρέσυρε να ψάχνω μια μέρα, το πώς κατάφερνε να κάνει κάτι τέτοιο, χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Και με παρέσυρε μάλιστα, μια ημέρα που πήγα στην Ουρανούπολη τον μοναχό με τις αυξημένες υποχρεώσεις.

Κι αφού αυτό σκέφτηκα να μελετήσω, αν το σώμα της δηλαδή ήταν τέτοιο, η αν η τεχνική της ήταν εξειδικευμένη και τίποτε δεν έδειχνε σε όσους επανειλημμένα περίμεναν κάτι να δουν, πάλι κάθισα απέναντί της να πιώ τον καφέ μου.

Κι όταν έβλεπα την Λίλα να σκύβει για τους δικούς τις λόγους, έγερνα κι εγώ μαζί με τους πελάτες της να δω, πως το έκανε και τίποτε δεν έδειχνε. Κι επειδή επέμενα χωρίς αποτέλεσμα και καθόλου καλό δεν ήταν για την πνευματική κατάσταση, δέχτηκα μια κλήση στο τηλέφωνό μου εκείνη την στιγμή, που με άφησε άφωνο.

Ο γέροντάς μας για την ακρίβεια ήταν στην γραμμή και με σταθερή φωνή με ρωτούσε. Πού βρίσκεσαι Μιχάλη; Απορώντας για της στιγμής το τηλεφώνημα, στην Ουρανούπολη είμαι του απάντησα αμήχανα και πριν επιστρέψω, πίνω έναν καφέ.

Καλά, είπε αυτός, με τον δικό του ήπιο τρόπο. Πιες τον καφέ σου και φύγε γρήγορα από εκεί. Αυτό μου είπε μόνον κι έκλεισε την γραμμή του. Εγώ όμως, κατακάηκα. Πω? Πω?, έλεγα μέσα μου. Ρεζίλι έγινα. Είδε ο γέροντας με το προορατικό του, ότι παρασύρθηκα σε κάτι άσεμνο προσέχοντας και φρόντισε να διορθώσει την ανάρμοστη συμπεριφορά μου.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τρέχοντας έφυγα από τον χώρο της Λίλας και μεγάλη ντροπή ένοιωσα, για την ανακοίνωση που έγινε στον γέροντά μας. Και πολύ στεναχωρήθηκα είναι αλήθεια, για όσα εγώ τον υποχρέωσα να πληροφορηθεί, αλλά και να με επιπλήξει στην συνέχεια με τον τρόπο του.

Αυτά λοιπόν έγιναν και μ’ εμένα τότε και ποτέ ξανά δεν κοίταξα προς το μέρος της καφετέριας. Ξέχασα δηλαδή και την Λίλα και την καφετέριά της. Μετά από ένα χρόνο όμως, πάλι βρέθηκα εκεί περιμένοντας τον ίδιο μοναχό, να τον μεταφέρω επειγόντως στον Πολύγυρο εκείνη την φορά.

Την δική του έξοδο περιμένοντας δηλαδή, πήγα να πιω καφέ στην διπλανή καφετέρια από αυτήν της Λίλας, για να μην εκτεθώ ξανά στα μάτια του γέροντα. Δεν πρόλαβα να καθίσω βέβαια, γιατί όπως έκπληκτος έβλεπα εκείνη την στιγμή και της Λίλας η καφετέρια ήταν άδεια από πελάτες.

Αλλά ούτε και η ίδια μπαινόβγαινε όπως πάντα, μια στην κουζίνα της και μια στην καφετέρια. Από περιέργεια και πάλι, κάθισα απέναντι και περίμενα να την δω να περπατά, αλλά τίποτε. Από ότι φαίνετε έλεγα μέσα μου, πάλι θα διαβάσουμε σήμερα. Κι αφού καμιά κίνησή της δεν έλεγε να γίνει, σκέφτηκα να πλησιάσω τους δύο νέους ιδιοκτήτες που έβλεπα να κάθονται, ο ένα μέσα από τον πάγκο κι ο άλλος έξω από αυτόν και να πίνουν σκεφτικοί τον καφέ τους.

Τους επισκέφτηκα λοιπόν και με πολύ προσοχή τους ρώτησα να μου πουν, αν μπορούσαν να σερβίρουν και σ’ εμένα καφέ. Γι’ αυτό είμαστε εδώ έλεγαν αυτοί με ένα στόμα κι αμέσως αυτός που βρισκόταν μέσα από τον πάγκο, άρχισε να μου χτυπά τον Καφέ.

Μέχρι να μου τον σερβίρει όμως, έλεγα στους δυό σαραντάρηδες και βάλε όπως υπολόγιζα, ότι απορούσα με την απουσία πελατών, αφού όπως ήξερα, αυτή η καφετέρια πάντα γεμάτη ήταν, μέρα και νύχτα.

Κουνώντας το κεφάλι του αυτός που καθόταν από την έξω πλευρά του πάγκου, έλεγε με κάποια απορία στην φωνή του. Κι εμείς αυτό λέμε ρε θείο κάθε μέρα από τότε που την αγοράσαμε και μετά. Πού πήγαν δηλαδή όλοι αυτοί που την γέμιζαν και τώρα χάθηκαν;

Τους λυπήθηκα είναι αλήθεια, αφού πολλά θα τους κόστισε η επιπολαιότητα τους, αλλά και τί μπορούσα να τους πω εκείνη την ώρα κι εκ των υστέρων; Ωστόσο, κάτι θέλησα να τους πω και τους το είπα με ερωτήματα. Από πού είστε ρε παιδιά; Ανυποψίαστος αυτός που με μιλούσε, έλεγε χωρίς να σκέφτεται. Τι σημασία έχει ρε θείο, από πού είμαστε; Από όπου κι αν είμαστε, την πατήσαμε και τώρα δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.

Δεν μου λες ρε παλικάρι, του έλεγα κι εγώ με πειραχτικό ύφος. Άμα σκύψεις, υπάρχει περίπτωση να δούμε κάτι; Απορώντας αυτός με το ερώτημά μου, έλεγε με κάποιο νεύρο στην φωνή του. Γιατί να σκύψω, ρε θείο; Τι είναι αυτό που με ρωτάς;

Διευκρινίζοντας το σκεπτικό μου, του απαντούσα ποιο διεξοδικά. Εγώ βρε παιδί δεν σου είπα να σκύψεις. Αν σκύψεις σου είπα. Αν σκύψεις λοιπόν, υπάρχει περίπτωση να δούμε κάτι; Θυμωμένος αυτός από τις ερωτήσεις που δεν καταλάβαινε, έφυγε από κοντά μας, ενώ έλεγε μονολογώντας. Δεν μας αφήνεις ήσυχους ρε θείο;

Επεμβαίνοντας κι ο δεύτερος στην κουβέντα μας, έλεγε κι αυτός τα ίδια περίπου. Μα τι σε έπιασε τώρα κι επιμένεις με αυτά τα σκυψίματα; Δεν είδες πόσο μας στενοχωρεί αυτή η άδεια από πελάτες καφετέρια; Τι θέλεις λοιπόν τώρα και μας τσιγκλίζεις με αυτά τα σκυψίματα;

Απαντώντας και σ’ αυτόν, του έλεγα κάτι ποιο ξεκάθαρο. Επίτηδες το είπα αυτό βρε παιδιά, μήπως και καταλάβετε επιτέλους τον λόγο, που είχε πρώτα πελάτες η καφετέρια και τώρα δεν έχει. Αλλά όταν ήταν να την αγοράσετε, γιατί δεν ψάξατε τον λόγο που ήταν γεμάτη, ώστε και τα λεφτά σας να μη χάνατε και πελάτες να είχατε αν μπορούσατε να τους κρατήσετε ενεργούς;

Θυμωμένος κι αυτός μαζί μου, έλεγε μέσα από δόντια του. Άσε μας ρε θείο με τις θεωρίες σου. Αυτά είπε και βάλθηκε να πλένει τα ποτήρια του αμίλητος. Έφυγα κι εγώ βέβαια αφού έμαθα τι έγινε, αλλά κι όταν μετά από λίγο καιρό πέρασα μπροστά από την καφετέρια, κανέναν δεν βρήκα εκεί να την υπερασπίζεται εργαζόμενος.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *