Η Ξανθιά κοπέλα και οι καθρέπτες του αυτοκινήτου της

Ενδεχομένως να σας φανεί υπερβολική η περιγραφή που σας έκανα στο προηγούμενο για τις μεθυσμένες νεαρές κοπέλες, αλλά αν τύχει να δείτε κι εσείς, τι πράγματι κάνουν αυτές τα ξημερώματα, όταν βγαίνουν από τα νυχτομάγαζα, τότε κι εσείς σαν κι εμένα θα δυσκολεύεστε να τα παρουσιάσετε.
Υποχρεωμένος όμως να πάρω κι εγώ θέση ως προς την συμπεριφορά των κοριτσιών μας, δεν δίστασα να σας αναφέρω τα παραπάνω, αν και χωρίς λεπτομέρειες βέβαια. Ο λόγος που το έκανα, ήταν να προκαλέσω αν θέλετε την αποφυγή του εφησυχασμού σας, δεδομένου ότι δεν είναι σωστό να αφήνουμε τα παιδιά μας ανεξέλεγκτα.
Για όλους μας είναι επικίνδυνο να εφησυχάζουμε, λέγοντας στον εαυτό μας ότι τα δικά μας παιδιά δεν κάνουν τέτοια. Συνειδητοποιήστε θα έλεγα πολύ απλά, ότι κανένα κακό δεν βρίσκεται μακριά μας. Αν το κορίτσι του γείτονα συμπεριφέρεται έτσι, μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να πάθουμε κι εμείς τα ίδια.
Το λέει και η παροιμία μας άλλωστε. Αν πάρει φωτιά το σπίτι του γείτονά σου μη χαίρεσαι, γιατί θα κάψει και το δικό σου. Βεβαίως και δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα κορίτσια κάνουν το ίδιο. Ναι, αλλά είναι σωστό να νομίζουμε ότι το δικό μας κορίτσι δεν κάνει τέτοια, αν δεν το προφυλάξουμε και μάλιστα αν δεν του βάλουμε κάποιους περιορισμούς για την δική του προστασία;
Η ξανθιά κοπέλα ωστόσο, αυτή δηλαδή που ερχόταν καθημερινά στην περιοχή που αναφέρομαι, δεν ήταν μεθυσμένη. Κάθε μέρα και στις έξη το πρωί όμως ερχόταν εκεί με το αυτοκίνητό της κι από συνήθεια θαρρείς, διάλεγε να το παρκάρει μπροστά από το δικό μου αυτοκίνητο, δεδομένου ότι ήταν μικρό αυτό κι ο χώρος της το επέτρεπε.
Της το επέτρεπε βέβαια ο χώρος, αλλά όχι και η δημοτική αστυνομία, δεδομένου ότι καθόταν επάνω στην γωνία κι έκλεινε την διέλευση των πεζών προς το πεζοδρόμιο. Όποιον έβρισκαν εκεί αυτοί τον έγραφαν κι αυτό όλοι έπρεπε να το γνωρίζουν, όπως και η ξανθιά κοπέλα.
Την πρώτη φορά που στάθηκε μπροστά μου, είπα ότι μάλλον για λίγο θα μείνει, οπότε τίποτε δεν της είπα. Όταν όμως την έβλεπα να παίρνει καφέ από την μπουγάτσα και να τον πίνει με την ησυχία της μέσα στο αυτοκινητάκι της, σκέφτηκα να της πω ότι υπάρχει κίνδυνος να αρπάξει καμιά κλήση, αλλά και πάλι δεν το έκανα.
Όπως ξαπλώνω εγώ έλεγα στον εαυτό μου, ας πίνει κι αυτή τον καφέ της και περίμενα να γίνει επτά η ώρα ένα πρωινό, προκειμένου να ασχοληθώ με τις δικές μου δουλειές. Βλέποντας την να πίνει ακόμη τον καφέ της όμως, της έλεγα προστατευτικά πια. Εδώ που κάθεσαι γράφουν και το δικό τους γράψιμο θα σου στοιχίσει αρκετά. Το ξέρω έλεγε αυτή χαμογελώντας. Τρείς φορές με έγραψαν.
Απόρησα με την απάντησή της, οπότε, πάλι της έλεγα. Αφού το ξέρεις βρε κοπέλα μου γιατί το κάνεις; Δεν λυπάσαι τα χρήματα που δίνεις; Ακόμη ποιο πολύ απόρησα όμως, με την δεύτερη απάντηση που μου έδωσε. Δεν τα πληρώνω εγώ καλέ κύριε. Ο αρραβωνιαστικός μου τα πληρώνει.
Μετά από αυτό, τί να της έλεγα; Αφού βρήκες αρραβωνιαστικό να πληρώνει αυτά που κάνεις, τότε πίνε τον καφέ σου και μη νοιάζεσαι για τίποτε. Αλλά πες μου σε παρακαλώ, γιατί έρχεσαι τόσο νωρίς εδώ, αφού δεν βλέπω να βιάζεσαι και τόσο;
Χαμογελώντας και πάλι μου έδινε την απάντησή της. Εργάζομαι κάπου στο κέντρο καλέ κύριε και δεν βρίσκω που να παρκάρω το αυτοκινητάκι μου. Πιάνω δουλειά στις οκτώ όμως, οπότε, πίνω με την ησυχία μου εδώ τον καφέ μου και μετά φεύγω, Αν με γράψουν όμως, θα τα πληρώσει ο αρραβωνιαστικός μου κι έτσι όλα καλά. Με βολεύει κι αυτή η θέση βέβαια, γιατί έτσι όπως έρχομαι, εύκολα παρκάρω μπροστά από το δικό σου αυτοκίνητο.
Αυτά μου έλεγε η ξανθιά κοπέλα, η οποία, ήταν αρκετά ωραία ομολογουμένως και κανέναν δεν ενοχλούσε με την συμπεριφορά της.
Ενοχλούσε όμως εκείνους τους πρωινούς ηλικιωμένους τύπους, οι οποίοι έπιναν τον καφέ τους στην μπουγάτσα, κουτσομπολεύοντας τους πάντες και τα πάντα και πρώτον από όλους εμένα.
Μόλις την έβλεπαν να έρχεται και να παρκάρει μπροστά μου, έβγαιναν από την μπουγάτσα και προσπαθούσαν να την πείσουν, προκειμένου να παρκάρει σε άλλο σημείο το αυτοκίνητό της. Αυτή όμως τους αγνοούσε και παρέμενε στην θέση της.
Απορώντας για την συμπεριφορά της κοπέλας, έλεγαν και σ’ εμένα όταν με έβλεπαν να περπατώ στα πεζοδρόμια. Μάγια την έκανες ρε κι έρχεται καρφωτή μπροστά σου; Αυτό το σλόγκαν μου έλεγαν συνεχώς, οπότε, δεν τους άφηνα αναπάντητους. Κοιτάτε την δουλειά σας ρε μπαρμπάδες κι αφήστε ήσυχη την κοπέλα.
Ότι κι αν τους έλεγα όμως, αυτοί δεν σταματούσαν. Μόλις την έβλεπαν να έρχεται, έτρεχαν να την βοηθήσουν, προκειμένου να παρκάρει. Το ίδιο έκαναν κι ένα πρωινό που έβρεχε. Όλοι μαζί δηλαδή βγήκαν έξω από την μπουγάτσα προκειμένου να βοηθήσουν την κοπέλα, στην προσπάθειά της να παρκάρει το αυτοκίνητό της στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεδομένου ότι ένας άλλος πρόλαβε να σταθεί μπροστά από μένα.
Αφού την παρκάρισαν και μετά όμως, της πήγαν και τον καφέ που έπινε στο αυτοκίνητό της, για να μη βραχεί αυτή βγαίνοντας στην βροχή για τον ίδιο λόγο. Μετά το πέρας της βροχής όμως, βγήκα κι εγώ από το αυτοκίνητό μου για τις συνηθισμένες αγορές, οπότε, πάλι της έλεγα.
Μα γιατί τους αφήνεις να ασχολούνται μαζί σου; Πάρκαρε μόνη σου μια φορά το αυτοκίνητό σου κι αμέσως θα σταματήσουν αυτοί να τρέχουν πίσω σου. Το σκέφτηκα έλεγε αυτή, αλλά πως θα το κάνω μόνη μου; Δεν βλέπεις ότι έρχομαι κατευθείαν μπροστά σου; Εσκεμμένα το κάνω, γιατί δεν ξέρω να κάνω όπισθεν.
Τα έχασα με την απάντησή της κι απορούσα όταν της έλεγα. Είναι δυνατόν; Μα πως πήρες το δίπλωμα; Δεν σε εξέτασαν οι αρμόδιοι; Χαμογελαστά και πάλι μου έδινε την απάντησή της. Δεν έδωσα εξετάσεις καλέ κύριε. Το δίπλωμα μου το έφερε στα χέρια ο αρραβωνιαστικός μου.
Πρόσεχε όμως μου είπε μόνον, γιατί πολλά τους έδωσα. Αυτό κάνω κι εγώ λοιπόν. Προσέχω δηλαδή γι’ αυτό και παρκάρω σε σημεία, όπως αυτό που βρίσκεται μπροστά σου.
Δεν ξέρω τι δουλειά κάνει ο αρραβωνιαστικός σου, της έλεγα, αλλά αν διαθέσει δύο, το πολύ τρείς ώρες ένα απόγευμα, εύκολα θα σε μάθει να κάνεις όπισθεν και άλλο τόσο εύκολα θα σε μάθει να παρκάρεις μόνη σου.
Καλά τα λες, έλεγε αυτή, αλλά που θα μπορέσω να κάνω αυτές τις δοκιμές μόνη μου, αφού δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί μαζί μου ο αρραβωνιαστικός μου;
Αυτό δεν είναι πρόβλημα βρε παιδί μου. Αν πας σε ένα οποιοδήποτε από τα μεγάλα καταστήματα, θα δεις να υπάρχουν πάρα πολλές θέσεις παρκαρίσματος στους χώρους τους. Εκεί λοιπόν και σ’ αυτές να προπονείσαι και σε μια εβδομάδα θα γίνεις ξεφτέρι.
Συμφώνησε για μια στιγμή αυτή, αλλά και πάλι ρωτούσε. Ναι. Θα πάω εκεί που μου λες για προπόνηση. Μπορείς όμως να μου πεις, πως θα βλέπω που πηγαίνω, αφού δεν θα είναι κανείς εκεί να με κάνει κουμάντο;
Απόρησα και πάλι με την ερώτησή της, οπότε, της έλεγα το αυτονόητο. Τί τον χρειάζεσαι τον βοηθό βρε κοπέλα μου; Θα βλέπεις από τους καθρέπτες προς τα πού κινείσαι κι έτσι θα κάνεις τα παρκαρίσματά σου από μόνη σου. Έκπληκτη αυτή, έλεγε κάτι πολύ παράλογο.
Γι’ αυτό τους έχουν τους καθρέπτες στα αυτοκίνητα; Εγώ τους γύρισα να βλέπω τον εαυτό μου κι απορούσα μάλιστα με τους κατασκευαστές. Γιατί δηλαδή έβαλαν τρεις καθρέπτες, αφού ο ένας και μόνον είναι αρκετός;
Αυτός μάλιστα που είναι τοποθετημένος μέσα στο αυτοκίνητο, πολύ με βοηθάει και να βάφομαι καθώς οδηγώ, αφού φεύγω αρκετά νωρίς από το σπίτι μου.
Μετά από αυτό που άκουγα, με το δίκαιό μου πια της έλεγα. Αυτό βρε κοπέλα μου, για ποντιακό μου φαίνεται. Αφελέστατα αυτή, έλεγε πολύ απλά. Πόντια είμαι.
Και ξανθιά και πόντια λοιπόν. Καλά βρε κοπέλα μου. Πως σου ήρθε να σκεφτείς κάτι τέτοιο; Είναι δυνατόν να βάζουν οι κατασκευαστές τους καθρέπτες στα αυτοκίνητα, για να βάφονται οι κυρίες ενώ οδηγούν;
Μετά από αυτά που ακούω να μου λες όμως, εύκολα μπορώ να υποθέσω κι εγώ, ότι δεν είσαι μόνον εσύ που έχεις τους καθρέπτες του αυτοκινήτου σου γυρισμένους να βλέπουν τον εαυτό σου. Είναι και πολλές άλλες που κάνουν το ίδιο μ’ εσένα.
Πιάνουν την αριστερή λωρίδα του δρόμου όταν οδηγούν και κινούνται με όποια ταχύτητα τις βοηθάει να βάφονται, να μιλούν στα κινητά τους, ή και να πίνουν τον καφέ τους καπνίζοντας. Κι αυτός μάλλον είναι ο λόγος που δεν βλέπουν πόσα αυτοκίνητα τις ακολουθούν υπομονετικά, πριν εκραγούν οι οδηγοί και τις στολίσουν με ένα σωρό προσβλητικά επίθετα.
Γελούσε η ξανθιά κοπέλα με αυτά που της έλεγα, αφού κι αυτή έκανε τα ίδια. Ωστόσο όμως, γύρισε επιτέλους τους καθρέπτες της να βλέπει πίσω και προφανώς έμαθε να κάνει όπισθεν εκ των υστέρων, γιατί χάθηκε πλέον από την περιοχή μας και δεν την είδαμε να μας επισκέπτεται ξανά.
Οι αργόσχολοι βέβαια, πολύ θύμωσαν μαζί μου για την εξαφάνιση της ωραίας ξανθιάς, θεωρώντας ότι εγώ την έδιωξα από την γειτονιά μας, γι’ αυτό και μου έλεγαν κάθε τόσο πικρόχολα. Τι της έκανες ρε και δεν πατάει πια το πόδι της εδώ η ξανθιά;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *