Η συμπεριφορά του αγρότη και η γυναίκα του

Donkey-Person-40x50   Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που έγινε το παραπάνω περιστατικό και ήταν τότε που ήρθε η ώρα να πληρωθούν οι άνθρωποι από τους εμπόρους, για τα καπνά τους. Συνοδεύοντας λοιπόν τον πατέρα μου, κάναμε βόλτα στα καφενεία του χωριού μας μια μέρα, προκειμένου να μάθουμε από εκεί, ποιοι και πόσοι από τους πελάτες μας πληρώθηκαν, ώστε να τους θυμίσουμε τα χρέη τους.

    Τα χρέη που αυτοί προκάλεσαν στο μπακάλη τους και ένα ολόκληρο χρόνο εμείς, περιμέναμε να μας τα εξοφλήσουν. Αναζητώντας λοιπόν στα καφενεία, τους οφειλέτες που πιθανόν είχαν πληρωθεί από τα καπνά τους, συναντήσαμε και κάποιον που μάθαμε ότι σίγουρα πληρώθηκε, γι’ αυτό και του είπε με τρόπο ο πατέρας μου.

 – Έμαθα ότι πληρώθηκες για το καπνό σου, αλλά δεν φάνηκες από το μαγαζί για την εξόφληση του χρέους σου.

 – Στείλε το παιδί αύριο το πρωί στο σπίτι μου, είπε αυτός ενοχλημένος από την ερώτηση και θα σου δώσω το χρέος μου.

    Και ενώ έλεγε αυτά, έφυγε από μπροστά μας με τον ίδιο τρόπο που μας απάντησε. Ενοχλημένος ο πατέρας μου από την συμπεριφορά του, έλεγε σε μένα.

 – Τον βλέπεις; Όταν ήθελε πίστωση, ήρθε και μας βρήκε. Τώρα που του ζητάμε να εξοφλήσει το χρέος του, μας λέει να πάμε από το σπίτι του, λες και ότι εμείς είμαστε αυτοί που τον χρωστάμε. Πήγαινε λοιπόν αύριο και ζήτησε του να σου δώσει όλο το χρέος του.

    Πήγα εγώ την επομένη το πρωί στο διπλανό χωριό που ήταν το σπίτι του και με τον ετήσιο λογαριασμό του στα χέρια μου, πήρα από αυτόν όσα μας χρωστούσε.

    Επιστρέφοντας όμως από εκεί και καθώς βάδιζα στο δρόμο, είδα να έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση, ένας αγρότης με τη γυναίκα του.

    Από όσα έβλεπα εκεί, ήταν πολύ εύκολο να καταλάβω ότι σε κάποιο χωράφι τους πήγαιναν αυτοί, αλλά το θέαμα που αντίκριζα ήταν τέτοιο, που με ανάγκασε να σταματήσω στην άκρη του δρόμου και να περιμένω να με πλησιάσουν.

    Μέχρι που να γίνει αυτό όμως, είχα την ευκαιρία να μελετήσω το θέαμα, αλλά και να τοποθετηθώ πάνω σ’ αυτό. Ο λόγος που με ανάγκασε να κάνω κάτι τέτοιο, ήταν ότι έβλεπα τον αγρότη να είναι καβάλα στον γάιδαρο του και να καπνίζει καθισμένος σταυροπόδι πάνω στο σαμάρι, ενώ είχε τη γυναίκα του να τον ακολουθεί με τα πόδια, σε μικρή απόσταση πίσω του, αφού δεν μπορούσε να ακολουθήσει επαρκώς το ρυθμό του γαϊδάρου.

    Αν και ήμουν μικρότερος από τα δέκα, καθόλου δεν μου άρεσε εκείνη η σκηνή, αφού έβλεπα τη γυναίκα του να τον ακολουθεί με τα πόδια, αλλά και να είναι φορτωμένη με ένα παιδί στη πλάτη και με ένα άλλο στην αγκαλιά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά να είχε και τις τσάπες τους φορτωμένες στον ώμο της, στα στειλιάρια των οποίων, κρεμόταν και ο συνηθισμένος μποχτσάς, το τραπεζομάντιλο δηλαδή, μέσα στο οποίο είχαν πιθανόν το μεσημεριανό τους φαγητό.

    Σταμάτησα λοιπόν στην άκρη του δρόμου και περίμενα να με πλησιάσει το αντρόγυνο, γιατί θυμήθηκα αυτά που άκουσα προ καιρού στο καφενείο του Σοχού, όταν έγινε εκείνος ο λόγος που ήθελε τους άντρες να μην μπερδεύονται με τα φουστάνια των γυναικών τους, όπως και ότι πρέπει να κρατούν μια απόσταση από τις γυναίκες τους, αν ήθελαν να ελέγχουν το μυαλό τους αντρικά.

    Εκείνος ο αγρότης βέβαια δεν ήταν εκεί τότε, γιατί ήταν από άλλο χωριό, αλλά και δεν μπορούσα να τον αφήσω να φύγει από εκεί, χωρίς να του πω, αυτά που έπρεπε να ακούσει για τους άντρες.

 Αφού με πλησίασαν λοιπόν, του είπα με νόημα.

 – Όταν έλεγαν οι παππούδες στο καφενείο, ότι πρέπει να κρατούν οι άντρες μια απόσταση από τις γυναίκες τους, σίγουρα δεν εννοούσαν αυτό. Είναι σωστό τώρα αυτό που κάνεις; Να κάθεσαι δηλαδή εσύ καβάλα στο γάιδαρο και να καπνίζεις, ενώ η γυναίκα σου είναι φορτωμένη με τα δύο παιδιά της και με όλα αυτά στον ώμο της να περπατάει με τα πόδια;

    Δεν έδωσε αυτός και πολύ σημασία στο παιδάκι που έβλεπε μπροστά του και του έκανε παρατήρηση, αλλά και πάλι, κάτι είπε για όσα άκουσε.

 – Τι σε νοιάζει εσένα ρε;

    Είπε αυτός σε μένα ότι ήθελε να πει και αφού με προσπέρασε, σταμάτησε λίγο παρακάτω και περίμενε τη γυναίκα του. Όταν τον πλησίασε αυτή, κατέβηκε αυτός από το γαϊδούρι του και ανέβασε τη γυναίκα του πάνω σ’ αυτό.

 Με ευχαρίστησε αυτή όταν περνούσε από μπροστά μου, αλλά είπε και κάπως χαμηλόφωνα.

 – Καλά του είπες.

    Επειδή δεν έφευγα εγώ από κει που στάθηκα, γύρισε αυτός με κοίταξε και είπε κάπως ειρωνικά.

 – Είσαι ευχαριστημένος τώρα;

    Του κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου εγώ και αφού ξεκίνησαν αυτοί να περπατούν, ακολούθησα κι εγώ τον δικό μου δρόμο. Ενώ βάδιζα όμως, κοίταζα πού και πού προς το μέρος τους να δω, πως τα πάει η γυναίκα και τι έκανε εκείνος ο περίεργος άντρας αγρότης.

    Βλέποντας τη γυναίκα του να είναι καβάλα στο γάιδαρο τους, υπέθετα ότι θα ξεκουραστεί αυτή μέχρι να φτάσουν στο χωράφι τους, αλλά ανησυχούσα για το πόση κούραση είχε να υποστεί εκεί.

    Είχα λόγους να το υποθέτω αυτό, γιατί έβλεπα μεν εκείνον τον αγρότη να την ακολουθεί περπατώντας πίσω της με τα πόδια, αλλά τον έβλεπα να την ακολουθεί με τα χέρια στις τσέπες, αφού είχε φορτώσει στο γαϊδούρι του τις τσάπες και το φαγητό τους.

    Παρατηρώντας τους λοιπόν, μπορούσα να υπολογίζω και το τι θα έκανε ο καθένας από εκείνους τους δύο συζύγους ξεχωριστά, όταν μετά από λίγο θα έφταναν στο χωράφι τους.

   Έχοντας πείρα από παρόμοιες συμπεριφορές αγροτών, το πρώτο πράγμα που έβλεπα να κάνει εκεί ο περίεργος αγρότης, ήταν να ξαπλώνει για λίγο κάτω από την σκιά του δέντρου, μέχρι να ξεκουραστεί κάπως από τον ποδαρόδρομο και να λέει απευθυνόμενος στην γυναίκα του.

 – Ξεκίνα εσύ το σκάψιμο μέχρι να κάνω εγώ ένα τσιγάρο καθιστός και αμέσως μετά, έρχομαι πίσω σου.

    Και μέχρι να καπνίσει αυτός το τσιγάρο του, έβλεπα τη γυναίκα του να βάζει σε μια άκρη και κάτω από το ίδιο δέντρο τα παιδιά και το φαγητό τους και αμέσως μετά να πιάνει την τσάπα στα χέρια της.

    Αυτή ποτέ δεν έχει καιρό για χάσιμο. Η δική της μέρα είναι μονίμως πολύ μεγάλη, αφού όλοι και όλα αυτήν περιμένουν. Το χωράφι τους σήμερα θέλει σκάψιμο και όχι αύριο. Θα το σκάψει λοιπόν αυτή σήμερα, έστω κι αν χρειαστεί να το κάνει μόνη της. Θα ταΐσει ή και θα θηλάσει τα παιδιά της. Θα ετοιμάσει φαγητό για τον εαυτό της και τον άντρα της και αφού σίγουρα θα σκάψει το χωράφι μόνη της, το πιο πιθανό είναι ότι θα επιστρέψει με τα πόδια στο σπίτι της και με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε από εκεί το πρωί, αφού ο κουρασμένος από την ξάπλα σύζυγός της, δεν θα μπορέσει να της παραχωρήσει το γαϊδούρι τους και κανείς δεν θα είναι εκεί να του υπενθυμίσει ότι αυτό δεν είναι καθόλου σωστό.

   Και ενώ θα επιστρέφει με τα πόδια και φορτωμένη τα παιδιά και τις τσάπες στη πλάτη της, θα σκέφτεται σ’ όλη τη διαδρομή, το πως θα αντεπεξέλθει κουρασμένη τις επιμέρους οικιακές εργασίες που τη περιμένουν στο σπίτι της.

   Και δεν θα είναι λίγες αυτές, αφού θα πρέπει να τα κάνει όλα με τα χέρια της και μαζί με αυτά, θα έχει να φροντίσει τα παιδιά της, τον κουρασμένο σύζυγό της, τους γονείς της, όπως και τα πεθερικά της.

   Και όταν επιτέλους τους βάλει όλους να κοιμηθούν, τότε, μπορεί και να της περισσέψει λίγος χρόνος, προκειμένου να κλείσει και αυτή για λίγο έστω, τα όντως κουρασμένα μάτια της. Και αύριο; Πάλι από την αρχή.

   Όσο για τον σύζυγο; Μόλις τελειώσει το πρωινό του τσιγάρο, θα πάρει έναν υπνάκο. Και όταν σηκωθεί; Θα είναι ώρα για το μεσημεριανό τους. Μετά από το φαγητό και καθώς θα είναι φουσκωμένος από αυτό, δεν θα μπορεί να εργαστεί. Και όπως είναι σίγουρο αυτό, πάλι θα πει στη γυναίκα του να συνεχίσει το σκάψιμο μόνη της, μέχρι να κάνει αυτός το επόμενο τσιγάρο.

   Όταν πάλι θα ξυπνήσει από τον μεσημεριανό του ύπνο, θα θέλει τη γυναίκα του και αφού αυτό δεν θα είναι εφικτό, θα καθίσει να καπνίζει κάτω από το δέντρο, μέχρι να τελειώσει αυτή και το υπόλοιπο σκάψιμο.

 Κουρασμένος μετά από την πολύ ξάπλα, θα λέει στη γυναίκα του.

 – Αφού τελείωσες μόνη σου το σκάψιμο και δεν άφησες τίποτε για μένα, πάμε τώρα να φύγουμε.

    Κάνοντας καβάλα στο γάιδαρό του μετά, θα πάει καπνίζοντας στο σπίτι του και σαν καλός νοικοκύρης ύστερα, θα κατευθυνθεί προς το καφενείο του χωριού του για να μάθει από εκεί τα νέα της ημέρας.

    Αυτά βέβαια δεν είναι καθόλου καλά πράγματα, αλλά μόνον για όσους αγαπούν τη δουλειά, τον εαυτό τους, την οικογένειά τους και όσους από τους ανθρώπους έχουν γύρω τους. Για όσους σέβονται τον εαυτό τους και όσους θέλουν να ζουν με αξιοπρέπεια και προπαντός, για όλους όσους αγαπούν τον Θεό.

  Για όλους τους υπόλοιπους όμως, που ζουν σαν και τον αναφερόμενο ασυνείδητο αγρότη, όλα αυτά τα στραβά και τα ανάποδα, είναι επιτρεπτά.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *