Όπως είπα και στο προηγούμενο θέμα, μετά το βραδινό μας φαγητό κατά της εννιά το βράδυ δηλαδή, έπιαναν το τάβλι οι φίλοι μου και μ’ αυτό στα χέρια, προκαλούσαν τον πατέρα μου να παίξει μαζί τους, ελπίζοντας ότι θα του μάθουν επιτέλους να παίζει, έστω και αν αυτοί ήταν που μονίμως έχαναν τις παρτίδες.
Του δίδασκαν τις τεχνικές του τάβλι που αυτοί ήξεραν βέβαια, αλλά δεν ξέρω πως γινόταν αυτό, αδυνατούσε αυτός να τις μάθει. Παίζοντας με τον δικό του τρόπο όμως, πάντα τους κέρδιζε.
Καθόμουν για λίγο μαζί τους μέχρι να ανάψει ο εγωισμός τους και μόλις το έβλεπα αυτό, έφευγα από κοντά τους για μια βόλτα στις καφετέριες της πόλης μας, προκειμένου να βρω εκεί την ησυχία μου.
Όταν επιτέλους επέστρεφα στο σπίτι μετά τις δώδεκα ως συνήθως, έβρισκα τους κολλητούς μου να με περιμένουν ακόμη, πότε γιατί έπαιζαν μέχρι εκείνη την ώρα το αγαπημένο τους τάβλι αντιμέτωποι με τον πατέρα μου και πότε γιατί τους έπαιρνε όλους ο ύπνος μπροστά στην τηλεόραση, περιμένοντας την δική μου επιστροφή.
Πριν ακόμη φτάσω στην πολυκατοικία μας όμως, συναντούσα εκεί έξω στον δρόμο της γειτονιάς μας, τους παλιούς χωροφύλακες, αυτούς δηλαδή που έκαναν βάρδια φύλαξης στην δική μας περιοχή.
Τους συναντούσα συχνά, πότε στην ημερήσια και πότε στην νυχτερινή τους βάρδια, γι’ αυτό και λίγο ως πολύ τους ήμουν γνώριμος, αφού κι εμένα ήξεραν πλέον και το πως ονομάζομαι ήξεραν, αλλά και το που έμενα γνώριζαν.
Το ίδιο γνωστός έγινα και με τους αστυνομικούς της μυστικής υπηρεσίας, αυτούς που δύο δύο και αυτοί, έκαναν τότε με πολιτική περιβολή έλεγχο, όποιον ύποπτο γι’ αυτούς συναντούσαν να περπατά την νύχτα ή την ημέρα στους δρόμους της γειτονιάς μας.
Σ’ αυτούς τους ελέγχους λοιπόν, όποιον και αν συναντούσαν στο διάβα τους, του ζητούσαν να τους δείξει την ταυτότητα του, για να δουν ποιος είναι, που μένει και για ποιο λόγο βρισκόταν εκείνη την ώρα στο χώρο που αυτοί προστάτευαν, από τους κάθε λογής κακοποιούς.
Όταν λοιπόν γινόταν αυτός ο έλεγχος και δεν έβρισκαν τίποτε το ύποπτο στον ελεγχόμενο, τον χαιρετούσαν ευγενικά και τον άφηναν ελεύθερο. Αν όμως ο ελεγχόμενος δεν είχε να τους δείξει την ταυτότητα του, όπως πολλές φορές το έκανα κι εγώ, τότε τον πήγαιναν στην ασφάλεια προκειμένου να κάνουν εκεί την σχετική εξακρίβωση των στοιχείων του.
Αν αυτός που ελεγχόταν δεν έμενε στην περιοχή που εντοπίστηκε να περιφέρετε έστω, έπρεπε να έχει πολύ καλή δικαιολογία για τον λόγο που τον έκανε να βρίσκετε εκείνη την ώρα εκεί, μα μέρα ήταν μα νύχτα ήταν.
Η δική μου γειτονιά όπως και οι άλλες άλλωστε, φυλαγόταν τότε πολύ καλά την νύχτα ειδικά, γι’ αυτό και δεν υπήρξε ούτε ένα βράδυ που να μη μου γίνει έλεγχος και δεν ήταν λίγες οι φορές που κι εγώ δεν είχα μαζί μου την ταυτότητα μου ώστε να τους την δείξω.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, έπρεπε να συνοδέψουν κι μένα στην ασφάλεια για την σχετική διευκρίνηση στοιχείων, αλλά λόγου του ότι ήταν εύκολο να εξακριβώσουν το ποιος είμαι και που έμενα κι εφόσον ήμουν κοντά στο σπίτι μου, μ’ άφηναν ελεύθερο.
Από τις πολλές φορές λοιπόν που έγινε αυτό, όσοι από τους αστυνομικούς έκαναν υπηρεσία στην γειτονιά μας με γνώριζαν όπως είπα. Ωστόσο όμως, πάντα μου έκαναν και την σχετική παρατήρηση.
– Εφόσον επιστρέφεις αργά στο σπίτι σου, πρέπει να έχεις την ταυτότητα σου πρόχειρα μαζί σου. Αν σε βρουν χωρίς ταυτότητα την νύχτα τίποτε καινούργιοι και δεν έχουν καλή διάθεση, τότε σίγουρα θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα μαζί τους.
– Εμένα, τους έλεγα, όλοι με ξέρουν, από ποιόν θα φοβηθώ;
– Σε ξέρουμε έλεγαν αυτοί, αλλά για το δικό σου καλό, καλύτερα είναι να έχεις μαζί σου την ταυτότητα σου. Μ’ αυτήν στα χέρια, θα αποφύγεις τις τυχόν δυσάρεστες συνέπειες. Χωρίς αυτήν το διακινδυνεύεις.
Ξεχνούσα όμως τις συμβουλές τους εγώ, γι’ αυτό και ως συνήθως, έφευγα από το σπίτι μου χωρίς να έχω μαζί μου την ταυτότητα μου.
Μαζί με τους χωροφύλακες της νυχτερινής βάρδιας όμως, έκανε την δική του βάρδια και ο μπεκρής της γειτονιάς μας. Στεκόταν στην απέναντι από την δική μας γωνιακή πολυκατοικία κάθε βράδυ και την ίδια ώρα, δώδεκα και πέντε δηλαδή, αφού στις δώδεκα έκλεινε το μικρό καφενείο που έδρευε ένα στενάκι πιο κάτω από μας και καθισμένος ύστερα στο πεζούλι του πεζοδρομίου της, τον έπιανε το παράπονο και έκλαιγε τα βάσανά του.
Μετά από λίγο σταματούσε να τα κλαίει και όπως του ήταν πιο εύκολο αυτό τα τραγουδούσε, αλλά πάντα με κάποιον πόνο στην φωνή και στην καρδιά του, εξαιτίας τού οποίου και δεν ήθελε να πάει στο σπίτι του.
Συνόδευε δηλαδή τον πόνο του, μ’ εκείνο το ομώνυμο τραγούδι που λέει. ” Δεν πάω σπίτι μου απόψε.”
Μάταια του φώναζαν από τα μπαλκόνια τους οι άνθρωποι.
– Πήγαινε ρε συ απόψε στο σπίτι σου να κοιμηθούμε εμείς και αύριο με το καλό, μη πας άμα θέλεις.
Τίποτε όμως. Αυτός δεν συμφωνούσε μ’ αυτήν την εκδοχή, γι’ αυτό και επέμενε να τραγουδάει και μάλιστα πιο δυνατά το… δεν πάω σπίτι μου απόψε.
Ο κλασικός νυχτοφύλακας μας όμως, αυτός που γύριζε την νύχτα στους δρόμους με την συντροφιά του μεγαλόσωμου σκύλου του, έπαιρνε τον μπεκρή με το καλό και αφού άκουγε υπομονετικά εκεί να του λέει εκείνος μερικά από τα χιλιοειπωμένα βάσανα του, τότε μόνον τον σήκωνε από το πεζούλι που καθόταν και τον πήγαινε στο σπίτι του.
Πολλές φορές συναντούσα τον νυχτοφύλακα μας όταν επέστρεφα τις πρώτες πρωινές ώρες στο σπίτι μας και πολλές φορές τον βοήθησα να πάει τον μπεκρή στο δικό του σπίτι, ο οποίος έμενε στην γειτονιά μας μεν, αλλά λίγο πιο πάνω από μας.
Είχα πολύ καλή σχέση με κείνο τον νυχτοφύλακα, γι’ αυτό και όταν εγώ δεν είχα ύπνο, ή όταν αυτός ήθελε να του κάνω παρέα, φέρναμε μαζί βόλτα την γειτονιά μας, ενώ τον άκουγα να μου εξιστορεί βαδίζοντας τις πολύπλευρες διαδρομές της ζωής του.
Επιστρέφοντας και πάλι ένα βράδυ στο σπίτι μας από την καθιερωμένη μου έξοδο, εκεί κατά τις μία το πρωί δηλαδή, συνάντησα στην γειτονιά μας τους δύο αστυνομικούς της ασφάλειας, οι οποίοι έκαναν εκείνη την ώρα την δική τους συνηθισμένη και προβλεπόμενη γι’ αυτούς υπηρεσία.
Αφού χαιρετήθηκα μαζί τους, συνέχισα εγώ τον δρόμο μου και αυτοί τον δικό τους. Στην επόμενη γωνιά του δρόμου όμως, σταμάτησε ξαφνικά μπροστά μου ένα διερχόμενο και μεγάλο καραβάν αγροτικό αυτοκίνητο, μέσα από το οποίο βγήκαν στα γρήγορα εννιά αγρότες όπως τους μέτρησα.
Τους μέτρησα γιατί έβγαιναν ένας-ένας και γιατί απόρησα για το πως μπόρεσαν να χωρέσουν όλοι εκείνοι οι αγρότες μέσα στο εν λόγο αυτοκίνητο, το οποίο ήτα μεν μεγάλο, αλλά και αυτοί πολλοί ήταν.
Τους ονόμασα αγρότες, γιατί αυτήν την εντύπωση μου έδωσαν. Ενίσχυε δε την άποψη μου και το γεγονός ότι, τόσο αυτοί όσο και το αυτοκίνητο τους, ήταν φορτωμένοι από λάσπες, λες και μόλις είχαν βγει από τα χωράφια τους.
Μου έκανε δε εντύπωση, ότι από εκείνο το αυτοκίνητο έλειπαν οι νόμιμες πινακίδες του, γι’ αυτό και είπα μέσα μου.
– Αγρότες είναι, ό,τι θέλουν κάνουν.
Κατέβηκαν ωστόσο αυτοί και μπλόκαραν τον δρόμο μου, ενώ ένας από αυτούς μου έκανε σήμα να σταματήσω. Στάθηκα κι εγώ, γιατί έτσι όπως τους είδα να είναι λασπωμένοι μέχρι τα γόνατα, νόμισα ότι κάτι έψαχναν, ή ότι σε κάτι ήθελαν να τους βοηθήσω.
Αφού με πλησίασε όμως αυτός που μου έκανε το σήμα, μου είπε κάπως αυστηρά και παγερά.
– Αστυνομία. Ποιος είσαι, πού μένεις και πού πας τέτοια ώρα;
Τα έχασα εγώ. Μόνον για αστυνομικούς δεν μπορούσα να τους φανταστώ εκείνους τους αγρότες, γι’ αυτό και τον αντιμετώπισα ως αστειευόμενο.
– Λες να μην ξέρω ρε μπάρμπα, το πως είναι οι αστυνομικοί;
Και επειδή ήθελα να τους δείξω ότι δεν μασώ εύκολα ότι μου σερβίρουν, τους μίλησα κάπως επιθετικά.
– Άντε στην άκρη ρε μπάρμπα. Δες πρώτα τα παπούτσια σου που είναι φορτωμένα λάσπες, δες μετά και τα ρούχα που φοράς, και ύστερα έλα να μου πεις, αν μοιάζεις ή αν είσαι εσύ αστυνομικός.
Πειράχτηκα όπως καταλαβαίνετε από την συμπεριφορά του, γι’ αυτό και έκανα να συνεχίσω τον δρόμο μου ενώ του έλεγα περισσότερα.
– Επειδή είσαι εσύ χωριάτης ρε μπάρμπα, νομίζεις ότι είμαι και εγώ; Αν εσύ είσαι αστυνομικός, τότε εγώ είμαι τρένο του είπα και αυτό πάλι το είπα έτσι, γιατί ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός εκεί κοντά και επηρεάστηκα από αυτόν.
Και δεν έφταναν αυτά που τους είπα, γι’ αυτό και με μπόλικο θράσος τους πρόσθεσα και άλλα.
– Για βγάλε ρε θείο την δική σου ταυτότητα πρώτα, να δω κι εγώ το πόσο αστυνομικός είσαι εσύ;
Την έβγαλε ωστόσο αυτός αφού του τη ζήτησα, αλλά και μου είπε με κάποια δόση ειρωνείας στην συνέχεια.
– Εγώ είμαι αστυνομικός. Να και η ταυτότητά μου.
Είδα το γνώριμο σε μένα πια σήμα της αστυνομίας αφού κάθε βράδυ το έβλεπα και κατάπια την γλώσσα μου, ενώ αυτός την έβγαζε χαιρέκακα.
– Για βγάλε τώρα και την δική σου ταυτότητα ρε φίλε, είπε κομπάζοντας, για να δούμε κι εμείς τώρα, εσύ ποιος είσαι;
– Ωχ , είπα εγώ φωναχτά, πάλι δεν έχω ταυτότητα.
– Δεν έχεις ταυτότητα;
Με το που άκουσαν αυτοί, ότι δεν είχα ταυτότητα, με περικύκλωσαν αμέσως και ο καθένας απ’ αυτούς μου έκανε και μια ερώτηση.
– Δεν έχεις ταυτότητα και κάνεις τον πονηρό;
– Για πες μας τώρα ποιος είσαι και από που κατάγεσαι;
– Πού μένεις;
– Πώς λένε τον πατέρα σου;
Ενώ εγώ απαντούσα υποχρεωτικά πλέον σε όσα αυτοί με ρωτούσαν, κοιτούσα γύρω μου απεγνωσμένα να δω, μπας και φανεί κάποιος από τους χωροφύλακες που έκαναν υπηρεσία, ή έστω ο νυχτοφύλακας, για να εγγυηθούν αυτοί την ταυτότητα μου, αφού σ’ αυτούς ήμουν γνωστός. Δυστυχώς για μένα όμως, κανείς απ’ αυτούς δεν φαινόταν.
Προσπαθούσα δε να πείσω εκείνους τους αγρότες αστυνομικούς, ότι εκεί κοντά και στην άλλη γωνία έμενα, αλλά αυτοί τίποτε δεν άκουγαν απ’ όσα τους έλεγα.
Κάπου σκεφτόταν να με πάνε για εξακρίβωση στοιχείων, επειδή όμως δεν χωρούσα κι εγώ μέσα στο αυτοκίνητο τους, με παίδευαν βγάζοντας τα απωθημένα τους, έως ότου ένας από αυτούς αποφάνθηκε.
– Αφήστε τον. Ξέρω τον πατέρα του. Είναι από ένα γειτονικό με το δικό μου χωριό. Άκουσα ότι κάπου εδώ κοντά μένει αυτός, αλλά δεν ήξερα που ακριβώς. Αφού μας λέει ο νεαρός, ότι εδώ γύρω είναι το σπίτι τους, τότε σίγουρα είναι αυτός που μας αναφέρει.
Μόλις τ’ άκουσε αυτά ο αρχηγός τους, ρώτησε αυταρχικά τον συνεργάτη του.
– Είναι κουμουνιστής;
– Όχι του απάντησε εκείνος. Δεν τον ξέρω για τέτοιον και για να βγάλει εμένα από το αδιέξοδο, πρότεινε κάτι άλλο στον αρχηγό τους.
– Λέω να πάμε δύο τρεις μαζί του μέχρι εκεί που μας λέει ότι μένει. Αν εξακριβώσουμε ότι όντως μας λέει αλήθεια, τότε να τον άφηναν ήσυχο.
Ευτυχώς για μένα, δέχτηκε την πρόταση του ο αρχηγός τους, γι’ αυτό και με την συνοδεία τριών αγροτών, πήγαμε μαζί μέχρι την πολυκατοικία μας όπου και διαπίστωσαν την αλήθεια που τους έλεγα διαβάζοντας το επίθετο μας στα κουδούνια, γι’ αυτό και με άφησαν ελεύθερο.
Δεν ξέρω τίνος ιδέα ήταν αυτή, το να βγάλουν δηλαδή την νύχτα στους δρόμους τους απλούς αγρότες να παριστάνουν τους χωροφύλακες, αλλά όποιος και αν την σκέφτηκε, δεν υπολόγισε ότι αυτό ούτε φύλαξη ήταν, ούτε εις όφελος των πολιτών της πόλης μας ήταν, αλλά ούτε και εις όφελος της πατρίδας μας ήταν, αν υπολογίσουμε βέβαια, ότι αυτήν υποτίθεται ότι προστάτευαν από τους κομουνιστές εκείνο τον καιρό, οι αγρότες που παρίσταναν τους χωροφύλακες.
Πολλοί από τους νόμιμους αστυνομικούς που ήταν εκπαιδευμένοι να προστατεύουν αδιακρίτως όλους τους πολίτες της πατρίδας μας, έκαναν ένα σωρό λάθη, όταν δεν μπορούσαν να σταθούν με διάκριση απέναντι στις υποχρεώσεις που είχαν προς στην πατρίδα που υπηρετούσαν και προς τον λαό της. Ήταν δυνατόν να διορθώσουν τα κακώς κείμενα οι αγρότες, παριστάνοντας τους αστυνομικούς;
Το έκανα κι εγώ αυτό όπως το ανέφερα, όταν με υποχρέωσαν μαζί με άλλους στρατιώτες, να κάνω περίπολο την νύχτα στην πόλη του Κιλκίς, με σκοπό να εντοπίσω αν οι κομουνιστές κινούνται επικίνδυνα για την πατρίδα μας ή όχι.
Τίποτε δεν είδαμε να γίνετε τότε και τίποτε δεν ήταν δυνατόν να δούμε, εκτός από την βλακεία της ιδέας αυτών που την πρότειναν.
Την ίδια βλακεία έβλεπα να υπηρετούν και εκείνο το βράδυ όσοι την σκέφτηκαν και έφεραν τους αγρότες να φυλάξουν την πόλη μας από τους κομουνιστές.
Τα λάθη γίνονται πάντα και παντού και δεν έφταιγε τότε που είχαμε την χούντα όπως την ονομάζει ο λαός μας, έφταιγαν και φταίνε πάντα, αυτοί που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν, αν αυτά που τους υποβάλουν οι πίσω από αυτούς υπάρχοντες, είναι ή όχι ωφέλημα, ή είναι απλός βλακείες.
Έχουν υποχρέωση να υπερασπίζονται τους πολίτες και την πατρίδα που υπηρετούν τόσο οι στρατιωτικοί, όσο και οι αστυνομικοί, όταν βέβαια αυτά τα δύο από κάπου ή από κάτι χρειάζονται υπεράσπιση.
Έχουν όμως και την υποχρέωση να ξέρουν, πότε και πως αυτά που τους διατάζουν να κάνουν, είναι όντως ωφέλημα ή όχι.
– Μπορεί βρε παιδί μου να μας φαίνονται σωστά όλα όσα σκεπτόμαστε, μπορεί όμως και να μην είναι, γι’ αυτό πριν ή τα υιοθετήσουμε και τα εφαρμόσουμε, έχουμε υποχρέωση να εξασφαλίσουμε την χρησιμότητά τους.
Αυτά μου έλεγε αργότερα ο απλός νυχτοφύλακας, όταν δεν μπορούσα να χωνέψω το ότι έβαλαν τους αγρότες να παριστάνουν τους χωροφύλακες και μετά από λίγο επέστρεψα στον δρόμο, έτσι για να βρω κάποιον από τους αστυνομικούς που έκαναν υπηρεσία, προκειμένου να τους το αναφέρω τα σχετικά μ’ εκείνους τους αγρότες.
Επειδή δεν βρήκα κανέναν απ’ αυτούς όμως, το κουβέντιαζα με τον νυχτοφύλακα.
– Και φτηνά την γλίτωσες πρόσθεσε εκείνος. Ήσουν τυχερός αφού δεν μπορούσαν να σε πάρουν μαζί τους εκεί που ήθελαν. Πρόσεχε όμως και συ βρε παιδί μου. Ήταν πολύς κόπος για σένα, το να έχεις μαζί σου την ταυτότητά σου;
– Την ξέχασα, του είπα, δεν το έκανα επίτηδες.
Την επόμενη μέρα και όταν πήγα στο μαγαζί μας, ανέφερα το γεγονός σε έναν από τους πελάτες μας που ήξερα ότι ήταν διευθυντής σε κάποιο αστυνομικό τμήμα κι αυτός μου είπε το εξής.
– Αυτούς που αναφέρεις, τους έχουμε ακουστά. Αλλά ούτε εμείς να τους ξέρουμε μπορούμε, ούτε και να τους ελέγξουμε μπορούμε αν τους συναντήσουμε και εσύ τώρα διαμαρτύρεσαι, για τον τρόπο που είδες να συμπεριφέρονται;
Ο πατέρας μου που άκουσε όσα τους διηγήθηκα και δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα όπως τα έλεγε, μου έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, αλλά και αυτός τα χρειάστηκε μια μέρα, από την συμπεριφορά ενός απόστρατου Στρατηγού και γείτονα στο μπακάλικο του.
Στεκόταν όρθιος μπροστά στην πόρτα του μαγαζιού του εκείνη την ημέρα και σιγομουρμούριζε έναν στίχο από το γνωστό τροπάριο που άκουγε στην εκκλησία, αυτό που λέει, ¨πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν¨ και αυτό πάλι το έλεγε μέχρις εδώ, γιατί το υπόλοιπο δεν το ήξερε.
Για κακή του τύχη όμως, εκείνη την στιγμή περνούσε από μπροστά του εκείνος ο απόστρατος στρατηγός, ο οποίος ήταν γνωστός στην περιοχή για την υψηλοφροσύνη του.
Θίχτηκε αυτός από τα λόγια του ψαλμού και τα έβαλε με τον πατέρα μου.
– Είναι απαράδεκτο του είπε για ένα καταστηματάρχη, να τραγουδά και να διακωμωδεί με τα τραγούδια του την αποστρατεία ενός άξιου στρατιωτικού. Είναι ντροπή σου αυτό που κάνεις και να ξέρεις ότι αυτό δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι.
– Στάσου βρε συμπέθερε, του έλεγε ο πατέρας μου, που από συνήθεια όλους έτσι τους αποκαλούσε, όταν δεν θυμόταν ή δεν ήξερε τα ονόματα τους.
Τι ήταν όμως να τον αποκαλέσει και συμπέθερο; Θύμωσε ακόμη περισσότερο ο απόστρατος και κόκκινος από θυμό του φώναζε.
– Δεν σου επιτρέπω να με αποκαλείς συμπέθερο σου. Ούτε είμαι, ούτε και θα γίνω ποτέ συμπέθερος με σένα. Θα δεις, του έλεγε κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο του, τι θα πει να προσβάλλεις έναν Στρατηγό και να τον αποκαλείς συμπέθερο.
Ήταν δε τόσο συγχυσμένος αυτός, που έφευγε από τον χώρο επαναλαμβάνοντας συνεχώς την ίδια φράση.
– Ντροπή σου, ντροπή σου.
Μάταια προσπαθούσαν να τον καθησυχάσουν οι περίοικοι, λέγοντας του ότι έτσι μας αποκαλεί όλους και ότι αυτό το τραγούδι έχει στο στόμα του από τότε που ήρθε στην περιοχή μας.
Αυτός όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν άκουγε, παρά μόνον επαναλάμβανε το ίδιο.
– Ντροπή σου. Ντροπή σου.
Ωστόσο, δεν πέρασε ποτέ ξανά από την γειτονιά μας και δεν έδωσε συνέχεια στις απειλές του, αν και ο πατέρας μου πάντα είχε τον φόβο, ότι κάτι θα του κάνει και ας μη του το φανέρωνε.
Μιχάλης Αλταλίκης