Και δεύτερη περίεργη παρουσία από άγνωστη γυναίκα

  mixail-150x1501Ήρθε ένα παιδάκι στο μπακάλικο μια μέρα και με ένα μπουκάλι από λάδι στα χέρια, ζητούσε να του το γεμίσω με ξύδι. Ξέχασε προφανώς τι ήθελε ή τον μπέρδεψε κάποιος που τον είδε να περπατά με το μπουκάλι στα χέρια, γι’ αυτό και ζητούσε άλλα αντ’ άλλων ο μικρός.

   Θέλησα να ΄΄παίξω΄΄ κι εγώ μαζί του, γι’ αυτό και τον έστειλα να ρωτήσει ξανά την μητέρα του για το τί ήθελε να του βάλω στο μπουκάλι που μου έφερε. Αφού ήταν από λάδι όμως αυτό και αφού η οικονομική δυνατότητα της οικογένειας δεν μπορούσε να αντέξει το κόστος του μισού λίτρου σε λάδι, του έβαλα ένα τέταρτο από αυτό στο μπουκάλι.

  Το βαρέλι με το λάδι το είχαμε πίσω από τον πάγκο και τοποθετημένο πάνω σε ένα υπερυψωμένο μεταλλικό τρίποδα, ικανό να σηκώνει το βάρος των διακοσίων πενήντα κιλών, όταν το βαρέλι ήταν γεμάτο. Ήταν δε τόσο ψιλός εκείνος ο τρίποδας, που χωρούσε να του βάλουμε ένα μαγκάλι με αναμμένα κάρβουνα κάτω από τον πάτο του βαρελιού, στην προσπάθειά μας να ξεπαγώσουμε το λάδι, όταν τους χειμερινούς μήνες πάγωνε και δεν μπορούσε να τρέξει από την κάνουλα.

    Σκυμμένος εκεί κάτω έβαζα το λάδι στο μπουκάλι του μικρού και όταν τελείωσα, σηκώθηκα από την θέση που βρισκόμουν, σκοπεύοντας να τοποθετήσω το μπουκάλι πάνω στον πάγκο, ώστε να το πάρει έτοιμο ο μικρός επιστρέφοντας από το σπίτι τους.

   Τη στιγμή που το ακουμπούσα στο μπάγκο όμως, είδα μια γυναίκα να είναι εκεί και δίπλα μου. Απόρησα για το πως βρέθηκε αυτή τόσο κοντά μου χωρίς να ακούσω τα βήματά της, γι’ αυτό και τρόμαξα στη θέα της. Στο επόμενο δευτερόλεπτο όμως ησύχασα, γιατί ήταν μια από κείνες τις περίεργες παρουσίες και με τα ιδία χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ήταν και αυτή αμίλητη, έχοντας το χέρι της στη στάση της επαιτείας και με κοίταζε με εκείνα τα μάτια που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να έχει.

   Ήθελα να μιλήσω μαζί της, ώστε να μάθω επιτέλους τι είναι αυτό που γίνεται, ποιος είναι ο λόγος των επισκέψεών τους, ποιοί είναι αυτοί και προπαντός τι θέλουν από μένα, αλλά δεν μπορούσα να ανοίξω το στόμα μου, αλλά ούτε και μια λέξη μπορούσα να αρθρώσω.

    Αφού δεν μπορούσα να μιλήσω, πήγα αμήχανα σχεδόν μέχρι το συρτάρι και πήρα από εκεί μέσα μερικά κέρματα να της δώσω, αφού επαιτούσε με τη στάση της. Ενώ έβαζα τα κέρματα στο προτεταμένο χέρι της, απορούσα κοιτώντας την, γιατί δεν της έδωσα ολόκληρο το συρτάρι, κατανοώντας ότι δεν ήταν εκεί για να ζητήσει ελεημοσύνη. Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να της κάνω κανενός είδους ερώτηση, ήταν επόμενο ότι και κανένα από τα ερωτήματα μου δεν θα μπορούσε να απαντηθεί.  Μόλις όμως πήρε αυτό που της έδωσα, γύρισε πίσω πηγαίνοντας προς την πόρτα και αφού έστριψε δεξιά από αυτήν, έφυγε. Όσο την έβλεπα, ήμουν σαν κλειδωμένος στην θέση μου και δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω, αλλά ούτε και να κινηθώ. Τότε μόνον ελευθερώθηκα, όταν έστριψε αυτή βγαίνοντας από την πόρτα και τότε μόνον την ακολούθησα, αλλά και δεν την είδα πουθενά εκεί έξω. Εξαφανίστηκε θαρρείς!

   Έχοντας την βεβαιότητα ότι προστατεύομαι όπως και πολλές φορές σας το ανέφερα, καθόλου δεν ανησύχησα και με εκείνη την παρουσία. Επειδή όμως δεν είχε και νόημα για μένα, το να ξέρω ποια ήταν, ή αν ήταν η ίδια που μου επισκέφτηκε την προηγούμενη φορά, όντως δεν έδωσα και πολύ σημασία στη παρουσία της. Βεβαίως και ήθελα να μάθω τον πραγματικό λόγο που είχα τέτοιου είδους επισκέψεις και προπαντός, το που αυτές απέβλεπαν. Αλλά ποια απάντηση θα μπορούσα να δώσω σ’ αυτό το ερώτημα, αφού κανείς δεν μου μίλησε!;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *