Και για να μην σας λέω μόνον τέτοια, έστω κι αν λέγονται με βάση την αλήθεια όπως είπαμε, θα σας πω και μια μικρή ιστορία σήμερα παιδιά, που έχει μεν σχέση με τα παραπάνω που είπαμε, αλλά και μελέτη απαιτούν από μέρους μας για όσα συνέβησαν σ’ αυτήν, ώστε να ωφεληθούμε και κάτι από αυτήν την αληθινή κατά τα άλλα ιστορία.
Την εποχή του Αγίου Νικολάου λοιπόν συνέβη αυτή η ιστορία και τότε που αυτός ήταν δεσπότης και έκανε επισκέψεις στα χωριά της επισκοπής του, για να κρατάει με την παρουσία του και στις λειτουργίες που συμμετείχε, ζωντανή την πίστη των ανθρώπου που είχε υπό την ευθύνη του κι όχι απλώς να τους θυμίζει την επιστασία του.
Αυτός λοιπόν, ως δεσπότης δηλαδή, πήγε ένα απόγευμα Σαββάτου να συμμετάσχει στον εσπερινό ενός χωριού, που αρκετό καιρό είχε να επισκεφτεί, αλλά και την λειτουργεία να επιτελέσει μαζί με τον παπά την επομένη, μια και ήταν Κυριακή.
Άρχισε καθώς έπρεπε τον εσπερινός στην ώρα του κι όπως παρατήρησε βλέποντας προς τον ψάλτη, ο γνωστός του μπάρμπα Θόδωρος, δεν βρισκόταν στην θέση του, αν και η συνήθειά του, του επέβαλε να έρχεται στην εκκλησία πολύ πριν ακόμη κάνει την εμφάνισή του ο παπάς.
Τελείωσε όμως ο εσπερινός κι ο μπάρμπα Θόδωρος, ακόμη δεν είχε φανεί. Έκανε εντύπωση στον δεσπότη η απουσία του και τον ιερέα ρώτησε όπως έπρεπε. Ο μπάρμπα Θόδωρος παπά, δεν ήρθε στον εσπερινό σήμερα, ξέρεις γιατί;
Πού να ξέρω, απάντησε ο παπάς με αδιάφορο ύφος. Μπορεί και να είναι άρρωστος πρόσθεσε μετά. Καλά, είπε ο δεσπότης και με το δίκαιό του. Και άρρωστος να είναι βρε παπά, δεν έπρεπε να ανησυχήσεις για την απουσία του ανθρώπου;
Λίγοι άνθρωποι είστε στο χωριό σας, δεν έπρεπε να ξέρεις δηλαδή τι του συμβαίνει; Κι αφού αυτός ιδικά, πριν από εσένα έρχεται πάντα στην εκκλησία και δεν χάνει ούτε εσπερινό, πώς τώρα λείπει;
Δεν πρόσεξα την απουσία του απάντησε ο ιερέας και έφυγε σχεδόν αδιάφορος προς το σπίτι του. Τον νεωκόρο όμως κάλεσε ο δεσπότης στην συνέχεια και από αυτόν θέλησε να μάθει τί να συμβαίνει άραγε στον υπέργηρο κατά τα άλλα μπάρμπα Θόδωρο.
Είναι καιρός τώρα που δεν έρχεται στην εκκλησία απάντησε ο νεωκόρος, αλλά κι από ότι ξέρω, δεν είναι άρρωστος, αφού τον βλέπω κάθε μέρα σχεδόν στο καφενείο. Κι όταν τον ρώτησα μια μέρα να μου πει, γιατί δεν μας επισκέπτεται, έτσι μου είπε, δεν θέλω να έρθω ξανά στην εκκλησία.
Αυτή η απάντηση του μπάρμπα Θόδωρου, ακόμη ποιο πολύ παραξένεψε τον δεσπότη, οπότε, είπε στον νεωκόρο να πάει στο σπίτι του και να του πει να έρθει αμέσως, γιατί ο δεσπότης σε περιμένει κι ότι θέλει να έρθεις εξάπαντος στην εκκλησία.
Άκουσε βέβαια το μήνυμα του δεσπότη ο μπάρμπα Θόδωρος αλλά και δεν ήθελε να πάει. Τον πίεσε πολύ ο νεωκόρος λέγοντάς του, ότι δεν είναι σωστό να αγνοεί τον δεσπότη, οπότε, πήγε τελικά στην εκκλησία.
Τον πήρε με το καλό εκεί ο δεσπότης και με κάθε σεβασμό στην φωνή του, τον παρακάλεσε να του πει, γιατί όπως έμαθε, δεν πατούσε πλέον το πόδι του στην εκκλησία και μάλιστα για πολύ καιρό.
Ήθελε δεν ήθελε ο μπάρμπα Θόδωρος, του εξομολογήθηκε το πρόβλημά του. Δεν έρχομαι δέσποτα στην εκκλησία του, γιατί αυτός ο κακός παπάς, σκότωσε έναν άνθρωπο κι εγώ τον είδα να το κάνει.
Πώς λοιπόν μετά από αυτό που έκανε, να πάρω εγώ αντίδωρο από τα χέρια του και πώς να κοινωνήσω μάλιστα, από αυτά τα χέρια που σκότωσαν άνθρωπο; Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που δεν πατάω στην εκκλησία του κι αφού άλλη δεν έχουμε στο χωριό μας, τί να κάνω, μένω στο σπίτι μου.
Αν είναι αυτό μόνον, του είπε ο δεσπότης ήρεμα, αύριο το πρωί θέλω να έρθεις για χάρη μου στην εκκλησία και να καθίσεις όπως πάντα στην θέση σου. Να έρθεις μάλιστα όπως το συνήθιζες, πολύ πριν έρθει ο παπάς.
Ότι δεις να γίνεται όμως, από εκεί που θα κάθεσαι στο στασίδι σου, να μην το κάνεις κουβέντα με κανέναν κι όταν τελειώσει η λειτουργεία, να περιμένεις ώστε να το κουβεντιάσουμε μαζί. Να κοινωνήσεις όμως και να πάρεις αντίδωρο από τα χέρια του παπά.
Έτσι κι έγινε λοιπόν και όταν είδε ο μπάρμπα Θόδωρος τον παπά να μπαίνει στην εκκλησία, σηκώθηκε όρθιος κατά την συνήθειά του, προκειμένου να δείξει τον σεβασμό του προς τον ιερέα.
Αυτά που έβλεπε να γίνονται όμως, κουβέντα δεν επέτρεπαν να βγάλει από το στόμα του, έστω κι αν ήθελε να το φωνάξει. Στην πόρτα του ιερού μάλιστα όπως έβλεπε, στεκόταν όρθιος ο δεσπότης και περίμενε τον ιερέα να μπει μέσα.
Την κρατούσε δε τόσο πολύ ανοιχτή, ώστε να βλέπει καθαρά και μέσα στο ιερό ο μπάρμπα Θόδωρος κι αυτό που έβλεπε παιδιά, πράγματι δεν το χωρούσε το μυαλό του, γιατί ο ιερέας βάδιζε πηγαίνοντας προς το ιερό, έχοντας φορτωμένο στην πλάτη του, το πτώμα του ανθρώπου που σκότωσε.
Έτσι λοιπόν και με αυτόν στην πλάτη πήγαινε να μπει στο ιερό. Όταν έφτασε στην πόρτα, του έκανε χώρο ο δεσπότης να περάσει και μόλις μπήκε μέσα, τότε δυό γεροδεμένοι νεαροί έπιασαν τον νεκρό από τους ώμους και τα πόδια κι αφού τον κατέβασαν με προσοχή από τις πλάτες του παπά, πάλι με προσοχή τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα.
Χωρίς να βλέπει τίποτε από αυτά που γινόταν εκεί, έβαλε ο ιερέας τα άμφιά του κι αφού ο δεσπότης ήταν ήδη εκεί, αμέσως άρχισε τον όρθρο, όπως και τέλεσε παρουσία του και την λειτουργεία που ακολούθησε.
Κάθε φορά που εύγενε έξω όμως, στην ωραία πύλη δηλαδή προκειμένου να πει κάτι σύμφωνα με το τυπικό της λειτουργείας, ένα λαμπερό λευκό και διάφανο νεφέλωμα τον κάλυπτε. Αυτό μάλιστα και όλο το ιερό φώτιζε, όπως και όλον τον υπόλοιπο χώρο του ναού.
Όταν λοιπό ήρθε η ώρα να κοινωνήσουν τα άχραντα μυστήρια οι άνθρωποι, δίσταζε πολύ ο μπάρμπα Θόδωρος να το κάνει, αλλά πήγε και κοινώνησε τελικά, όπως και πήρε αντίδωρο στο τέλος από τα χέρια του παπά, όπως ο δεσπότης άλλωστε του είπε να κάνει.
Μετά από αυτό, πάλι πήγε και κάθισε στο στασίδι του να περιμένει τον δεσπότη όπως του είπε, για να κουβεντιάσουν μαζί αυτά που είδε κι αυτά πάλι δεν ήταν καθόλου απλά πράγματα.
Όταν ο παπάς τελείωσε τα καθήκοντά του και πήγε να βγάλει τα άμφια που φορούσε προκειμένου να φύγει, πάλι άνοιξε την πόρτα του ιερού ο δεσπότης, ώστε να βλέπει και τα υπόλοιπα ο μπάρμπα Θόδωρος.
Κι αυτό που έβλεπε, πάλι τον έκανε να μείνει άναυδος. Μόλις έβγαλε δηλαδή ο ιερέας τα άμφιά του κι ετοιμάστηκε να φύγει αφού χαιρέτησε τον δεσπότη του, οι δυό νεαροί πάλι έπιασαν τον νεκρό από την καρέκλα και πάλι τον φόρτωσαν στον παπά κι όπως ήρθε, έχοντας τον σκοτωμένο στην πλάτη του, έτσι βγήκε από την εκκλησία.
Άναυδος λοιπόν έμεινε ο μπάρμπα Θόδωρος με όσα έβλεπε κι όταν πια βγήκε έξω από το ιερό και ο δεσπότης, τότε και με το δίκαιό του βέβαια, περίμενε να του εξηγήσει αυτός, τί ήταν όλα αυτά που είδε.
Είδες τι γίνεται μπάρμπα Θόδωρε; Του έλεγε καθησυχαστικά ο δεσπότης. Αυτόν που σκότωσε, τον κουβαλάει στην πλάτη του και θα τον κουβαλάει σε όλη του την ζωή κι ας είναι ιερέας. Αλλά και με αυτόν στην πλάτη του θα παρουσιαστεί μπροστά στον δίκαιο κριτή Χριστό μας.
Ότι κι αν κάνει κανείς λοιπόν στην ζωή του, μα λέει ψέματα, μα τα ακολουθεί, μα τα μεταδίδει, μα αδικεί, μα εκμεταλλεύεται μα σκοτώνει τους ανθρώπους, με δική του ευθύνη τα κάνει και για το κακό του εαυτού του το κάνει, όμως και με αυτά θα παρουσιαστεί μπροστά στον Χριστό μας και ας κάνει καλά μετά, αν πιστεύει ενδεχομένως ότι δεν υπάρχει Θεός.
Μέσα στο ιερό όμως μπάρμπα Θόδωρε, δεν υπάρχει κανένα κακό κι όπως είδες, έβαλαν οι νεαροί τον νεκρό να καθίσει, ενώ αυτόν τον κάλυπτε το Άγιο πνεύμα ως λειτουργό και μάλιστα μέχρι να τελειώσει.
Όλα λοιπόν αγιάζονται μέσα στην εκκλησία, από το ιερό αρχίζοντας και αγιασμένα προσφέρονται τα δώρα του Χριστού μας στους ανθρώπους, από τα επίσης αγιασμένα χέρια του ιερέα όπως είδες, γιατί εκεί μέσα είναι μόνον ιερέας του Θεού ο παπάς κι όχι ένας απλός άνθρωπος.
Γι’ αυτό λοιπόν, να έρχεσαι στην εκκλησία και να μη διστάζεις άλλη φορά να πάρεις αντίδωρο, ή Θεία κοινωνία από τα αγιασμένα χέρια του ιερέα, αφού όπως σου είπα, αλλά κι από μόνος σου το είδες, όλα αγιάζονται μέσα στο ιερό, όπως και όλος ο χώρος της εκκλησίας αγιάζεται κι ας μη το βλέπουν αυτό οι άνθρωποι.
Το τί θα κάνει αυτός ο παπάς με τον σκοτωμένο που κουβαλά στην πλάτη του, εσένα δεν πρέπει να σ’ ενδιαφέρει κι από αυτό να ξέρεις πλέον, ότι ο καθένας από εμάς τα δικά του κουβαλάει στην πλάτη του και όταν έρθει η ώρα, αυτά θα δείξει κι από κανέναν δεν θα μπορεί να τα κρύψει.
Αυτό και μόνο που ακούσατε παιδιά, θα σας δώσει πολλά στοιχεία προς μελέτη, για την αλήθεια των όσων είπαμε πριν και καλό θα είναι να τα θυμάστε, γιατί η αλήθεια είναι αυτή που θα σας βοηθήσει να ξέρετε, τί βλέπετε και τί ακούτε, αλλά και τι πρέπει να κάνετε σε κάθε περίπτωση, που υποχρεωθείτε να πάρετε θέση για οτιδήποτε παρουσιαστεί στην ζωή σας.
Πολλά είπαμε όμως και δεν θέλω να σας κουράσω σήμερα περισσότερο. Όπως ακούτε, μας καλούν να πάμε στο σαλόνι για να τιμήσουμε κι εμείς το τραπέζι που ετοίμασαν, ο μπαμπάς, η μαμά και η γιαγιά μαζί με τον θείο. Πάμε να τους κάνουμε παρέα λοιπόν κι αν μας μείνει ώρα και διάθεση, θα πούμε κι άλλα μετά αν θέλετε.
Να ξέρετε όμως, ότι αυτά που λέμε εδώ, εγώ τα γράφω και τα στέλνω στο διαδίκτυο μέσα από μια σελίδα που διαθέτω, οπότε μπορείτε να διαβάσετε κι αυτά που έστειλα μέχρι στιγμής, μαζί με αυτά που είπαμε παρέα αυτές τις ημέρες, όπως κι αυτά που θα πούμε αν θέλετε μια άλλη φορά, ή και άλλες φορές.
Αν θέλετε πάλι, θα γράφω αυτά που θα ήθελα να σας πω σαν να σας έχω δίπλα μου και στην περίπτωση που δεν μπορείτε να μας κάνετε επίσκεψη για κάποιους λόγους, να μπαίνετε στην σελίδα μου και από εκεί να τα διαβάζετε.
Τα γράφω και για άλλα παιδιά βέβαια αυτά, μικρά, ή μεγάλα σαν κι εμένα ας πούμε, που πιθανών θα ήθελαν κι αυτά να μελετήσουν όσα λέμε, ώστε να ωφεληθούν όπως το ελπίζω, αν βέβαια βρουν κάτι χρήσιμο για τον εαυτό τους σ’ αυτά που γράφω.
Μιχάλης Αλταλίκης