Πέρασε ο καιρός όμως κι αφού καθάρισαν πια οι δρόμοι από τα χιόνια και τους πάγους, άρχισα πάλι να πηγαίνω μια φορά την εβδομάδα και κάθε Πέμπτη πρωί για την ακρίβεια στο μοναστήρι μας, σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα που μου όρισαν να ακολουθώ οι αρμόδιοι επίτροποι.
Κι όπως έκανα τα δυό τελευταία χρόνια σχεδόν, με το φορτηγάκι μου πλέον πήγαινα στο μοναστήρι τις προμήθειες που μου ζητούσαν οι πατέρες. Αυτές μάλιστα, τις πάστωνα κατά κάποιο τρόπο μέσα στον περιορισμένο χώρο του, ώστε να χωρέσουν όλες.
Υποχρεωτικά το έκανα κι αυτό, για τον λόγο ότι τις χρειαζόταν μεν εγκαίρως οι πατέρες, αλλά κι εγώ δεν είχα αρκετό χώρο στην διάθεσή μου, ώστε να τις αποθήκευα για την επόμενη εβδομάδα.
Δεν ήταν βέβαια κάτι νέο αυτό που σας αναφέρω, αφού επτά ολόκληρα χρόνια, το ίδιο έκανα. Το νέο στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν ήταν, ότι με το που μπήκαμε στην καθημερινότητα εκείνης της περιόδου, θυμήθηκε εκείνος ο μοναχός με τις αυξημένες αρμοδιότητες, ή σκέφτηκε αν θέλετε, πως κι από πού θα μπορούσε να προκαλέσει έστω και λίγη οικονομία στο μοναστήρι, από οπουδήποτε ήταν δυνατόν, ή εύκολο αυτή να επιτευχθεί.
Ασφαλώς και δεν ήταν κακό αυτό, αφού όλοι επιβάλετε να σκεφτόμαστε κάπως έτσι. Όσο καλό κι αν είναι όμως, το να θέλουμε να ελέγξουμε τα οικονομικά μας, δεν είναι δυνατόν να το προσπαθούμε αυθαίρετα, ή πρόχειρα και προπαντός, δεν είναι αποδοτικό, το να επιβάλουμε μια τέτοια ενέργεια, εκεί που εμείς θα θέλαμε να σταθεί.
Ψάχνοντας δηλαδή κανείς τα οικονομικά του, δεν πρέπει απλώς, αλλά επιβάλετε να ξέρει, από πού πράγματι είναι εφικτό να προέλθει αυτή κι αν αξίζει μάλιστα τον κόπο να επιβληθεί σε κάποιον τομέα. Σε τέτοια εξακριβωμένη περίπτωση, ασφαλώς και πρέπει να επιχειρήσει κανείς τον περιορισμό των περιττών εξόδων, όπου κι αν υπάρχουν.
Αν δε και δεν προκύπτει κάτι αξιόλογο, ή ικανό να προκαλέσει κάποιο λογικό οικονομικό ενδιαφέρον, σε καμιά περίπτωση δεν επιβάλετε κάπου ή εκεί που εμείς θέλουμε, ή εμείς νομίζουμε ότι πρέπει, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπάρχει, να προκαλέσουμε με την προχειρότητά μας σοβαρή ζημιά, ή και περισσότερα έξοδα από εκεί που ελπίζαμε να έχουνε οικονομία.
Σε μια επιχείρηση, βεβαίως και δεν μπορεί να εφαρμόσει κανείς αυθαίρετα τις φαντασίες του, γιατί θα φανεί το λάθος του κι από μόνες τους οι επιπτώσεις που θα προκύψουν, θα τιμωρήσουν τον επιπόλαιο, τον ονειροπόλο, ή ακόμη και τον εγωιστή, που από εγωισμό προκάλεσε αναστάτωση στην επιχείρηση χωρείς σοβαρό λόγο, όπως και καθόλου χρήσιμο αποτέλεσμα.
Στο μοναστήρι όμως, δεν υπάρχουν τέτοιοι κανόνες. Αυτός που έτυχε να είναι διαχειριστής, εφαρμόζει ότι νομίζει πως είναι σωστό κι αφού οι μοναχοί δεν θέλουν, αλλά και δεν είναι δεοντολογικά λογικό να έρχονται σε αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, θέλοντας και μη ανέχονται πολλά από τον οικονομικό διαχειριστή, έστω κι αν αυτά είναι περισσότερο επιζήμια από οικονομικά.
Το ίδιο έκανε κι ο δικός μας οικονομικός διαχειριστής λοιπόν κι αφού ανεχόταν την συμπεριφορά του οι υπόλοιποι, έκανε κι αυτός ότι νόμιζε, ότι του άρεσε, η ότι του έβγαινε από εγωισμό που φορτώθηκε από την εξουσία που του δόθηκε κι έτσι, μονίμως προκαλούσε αντιδράσεις και αναστάτωση στους πατέρες, γιατί στον βωμό της επιβαλλόμενης οικονομίας που αυτός ήθελε να εφαρμόσει προς όλους κι όλα, δεν ήταν λίγες οι φορές που υποχρέωνε τους μοναχούς να τρέχουν προς τον γέροντα, αναζητώντας μέσω αυτού λύση στο πρόβλημα που τους προκαλούσε.
Και σ’ εμένα το ίδιο έκανε βέβαια κι επειδή εγώ ήμουν λαϊκός, αλλά κι εργαζόμενος στο μοναστήρι, κανείς δεν μπορούσε να του πει κάτι για την συμπεριφορά του κι ελεύθερος καθώς ήταν, όπως κι εξουσιαστής της δικής μου εργασιακής σχέσης ήταν, πάρα πολλά μου έκανε κατά διαστήματα, όπως και σας τα ανάφερα στα προηγούμενα.
Ασφαλώς και του έκανε παρατηρήσεις ο γέροντάς μας, αλλά ανένδοτος αυτός καθώς ήταν, μονίμως επιβάρυνε και την δική μου ανεκτικότητα, για λόγους που αυτός έκρινε ότι χρειαζόταν, χωρείς να λαμβάνει υπόψη του τίποτε άλλο στην μεταξύ μας σχέση, εκτός από το οικονομικό βάρος που έριχνα κι εγώ με τον πενιχρό μου μισθό άλλωστε, στο σύνολο των εξόδων της μονής που υπηρετούσα.
Ακόμη και σ’ αυτό το κόστος δηλαδή επέβαλε έλεγχο ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, αφού έπεφτε και στην δικαιοδοσία του, οπότε, ότι έκανε με τα υπόλοιπα οικονομικά που τον απασχολούσαν, το ίδιο έκανε και για την δική μου περίπτωση, αφού το μόνο που έβλεπε σ’ εμένα όπως σας είπα, ήταν ότι του προκαλούσα έξοδα.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ούτε δεκάρα δεν επέτρεπε να του φύγει από τον διαχειριστικό του βωμό κι αν έκρινε, ότι υπήρχε περίπτωση να γλυτώσει κι αυτήν ακόμη από κάπου, χωρίς κανέναν δισταγμό θα επέβαλε την στέρηση της και τίποτε άλλο πέραν αυτής δεν θα εξέταζε.
Αρκετές φορές βέβαια σας έχω αναφέρει ιστορίες και περιστατικά, που είχαν ως επίκεντρο την μίζερη οικονομική του συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας και γινόταν επιζήμιος, από εκεί που θα μπορούσε να ήταν πολύ χρήσιμος, αν βέβαια δεν τον υπερσκέλιζε ο υπέρμετρος εγωισμός του.
Αυτός επί της ουσίας ήταν και η αιτία που τον εμπόδιζε να ελέγξει ασφαλώς και εποικοδομητικά για όλους τις αρμοδιότητες που ανέλαβε για την εξυπηρέτηση της μονής μας, αλλά μη δυνάμενος να ελέγξει τον εγωισμό του, ξεσπούσε κάθε τόσο με τέτοιου είδους συμπεριφορές, τόσο προς τους υπόλοιπους μοναχούς της αδελφότητάς τους, όσο και προς το πρόσωπό μου βέβαια.
Φορτωμένες από άκρατο εγωισμό λοιπόν οι ενέργειές του, μόνον ζημία και στεναχώρια προκαλούσαν και τίποτε άλλο. Και δεν στεναχωρούσε μόνον τους πατέρες, όπως κι εμένα με αυτές, αλλά και τον γέροντα στεναχωρούσε. Αυτός βέβαια, του έκανε συστάσεις όπως σας είπα για το άκαρπο αποτέλεσμα, αλλά και υπακοή του έκανε για να μην τον στενοχωρήσει.
Όλοι μας καταλαβαίναμε, ότι ευλόγως έως ένα σημείο πάσχιζε να δαμάσει κατά κάποιον τρόπο τα γενικά έξοδα του χώρου της ευθύνης του, αλλά εγωιστικά κι αυταρχικά ενεργώντας, δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει κάτι θετικό, γι’ αυτό και το μόνο που φαινόταν ως αποτέλεσμα της προσπάθειάς του, ήταν να προκαλεί μια μόνιμη και νοσηρή δυσαρέσκεια.
Μερικοί εκ των πατέρων βέβαια, εκ συστήματος αδιαφορούσαν για την άσχημα επιβαλλόμενη συμπεριφορά του, αλλά δεν ήταν και λίγοι αυτοί, που σαν κι εμένα, συνεχώς έτρεχαν προς στον γέροντά μας όπως σας είπα, προκειμένου να βρουν μέσω αυτού ανακούφιση από την καταπίεση που τους προκαλούσε.
Κι εμένα καλμάριζε κάθε τόσο ο γέροντας, προτρέποντας μου να του κάνω όχι μόνον υπομονή, αλλά και υπακοή να του κάνω εις όφελος της πνευματικής μου καλλιέργειας όπως έλεγε, αφού ήταν χρησιμότερη αυτή για μένα, από οποιαδήποτε οικονομική απόλυα που μου προκαλούσε ο εν λόγω μοναχός.
Υπακούοντας δηλαδή στις προτροπές του γέροντά μας, του έκανα κι εγώ υπομονή μαζί με τους δυσαρεστημένους μοναχούς, αλλά και δεν μπορούσα να υπομείνω εύκολα την άδικη συμπεριφορά του, γι’ αυτό και συχνά πυκνά κατέληγα στο γραφείο του, προκειμένου να του εκθέτω την πίκρα, όπως και την στενοχώρια που με προκαλούσε.
Μια κι αναφέρομαι στην οικονομική του συμπεριφορά όμως, σας θυμίζω ότι έκανα μια δύσκολη και χρονοβόρα δουλειά για το μοναστήρι κι αυτή όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα, απαιτούσε την εικοσιτετράωρη ενασχόλησή μου με τα θέματα που το αφορούσαν, πράγμα βέβαια, που για ευνόητους οικονομικούς λόγους, ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες δεν ήθελε να παραδεχθεί.
Κι όχι μόνον δεν ήθελε να παραδεχθεί τα ευκόλως εννοούμενα, αλλά και μηδένιζε συνεχώς κι εσκεμμένα την εργασιακή μου προσφορά, για να μην υποστεί το μοναστήρι περισσότερο κόστος δήθεν, από την δίκαιη αμοιβή που όφειλε να μου αναγνωρίσει, αν βέβαια την ζητούσα.
Και για να μην υποχρεωθεί να αναγνωρίσει το λογικό οικονομικό κόστος στην εργασία μου, προτιμούσε να ονομάζει την αδικία οικονομία και μαζί με αυτό, να φορτώνει τις δικές του αδικίες στους υπόλοιπους μοναχούς της αδελφότητάς τους.
Και προτιμούσε να κάνει αυτό από νοοτροπίας, παρά να πει έστω κι ένα καλό λόγο μόνον σ’ εμένα, ως ευγνώμων κι αυτός όπως εγώ, αφού από ευγνωμοσύνη στο πρόσωπο των πατέρων, ποτέ δεν τους ζητούσα να αμείβουν την εργασία μου όσο πράγματι άξιζε.
Βλέποντας ο γέροντάς μας, την δική τους οικονομική συμπεριφορά, να είναι ελλιπείς, ως προς την δική μου εργασιακή προσφορά, συνεχώς με ευχαριστούσε και με κάθε τρόπο μάλιστα προσπαθούσε, ώστε με άλλον τρόπο να καλύψει κάπως τα οικονομικά τους κενά και πάντα κρυφά από τον έχοντα αυξημένες αρμοδιότητες.
Εσκεμμένα το έκανε κι αυτό ο γέροντας μας, ώστε να αποφευχθούν οι πιθανές ανεπιθύμητες μεταξύ τους έριδες, στην περίπτωση που μάθαινε ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, τι έκανε ο γέροντας, χωρίς την δική του συγκατάθεση.
Με στόχο την οικονομία δηλαδή εφάρμοζε την εγωιστική του συμπεριφορά και την επέβαλε όπου αυτός ήθελε, ή όπου αυτός νόμιζε ότι έπρεπε να σταθεί. Αυτό θέλοντας να πετύχει και πάλι, κάτι ακόμη σκέφτηκε να εφαρμόσει με μεγάλη δόση αδικίας στην συμπεριφορά του εκείνη την περίοδο κι εγώ ήμουν αυτός που έπρεπε να πληρώσει το κόστος της οικονομικής πολιτικής που θέλησε να παρουσιάσει στους πατέρες, ως σπατάλη εξόδων.
Για την ακρίβεια του λόγου, με πολύ κόπο έκανα την δουλειά μου κι αυτό, όλοι οι πατέρες το έβλεπαν μαζί με τον γέροντά μας, γι’ αυτό και μου έδωσαν την άδεια κάποια στιγμή, ώστε να μην ξεφορτώνω πλέον τις προμήθειες τους στο καράβι, αλλά να μπαίνω με το αυτοκίνητο σ’ αυτό κι έτσι να καταλήγω στο μοναστήρι, ώστε να με απαλλάξουν από τον κόπο της εκφόρτωσης τουλάχιστον, αφού οι εργάτες τις μονής θα την έκαναν.
Υπακούοντας λοιπόν στην εντολή τους, έτσι και με αυτόν τον τρόπο πορευόμουν τα δυό τελευταία χρόνια και με αυτήν την προσθήκη στην δουλειά μου, πολύ ανακουφίστηκαν τα χέρια μου, αφού τα κιλά που σήκωνα μέχρι να μεταφέρω τις προμήθειές τους στο μοναστήρι, ήταν όντως πολλά.
Το δέχτηκε κι ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες αυτό, αν και με πολύ μεγάλη δυσκολία βέβαια, για τον λόγο ότι του προέκυπτε ένα επιπλέων κόστος μεταφοράς. Για την ακρίβεια, η προσθήκη του αυτοκινήτου ήταν η αιτία που προκαλούσε το επιπλέον κόστος από το προϋπάρχον, όταν πήγαιναν μόνα τους τα εμπορεύματα κι ασυνόδευτα στο μοναστήρι. Αυτό όμως δεν ήταν και τόσο σημαντικό, αφού δεν ξεπερνούσε τα είκοσι ευρώ.
Πέντε χρόνια κατέβαζα τα μεταφερόμενα στο προηγούμενο καραβάκι, γιατί εκείνο δεν διέθετε χώρο για μεταφορές με αυτοκίνητο. Από την στιγμή που μπήκε στην γραμμή το καινούριο καράβι όμως και χωρούσαν έξη φορτηγάκι σαν και το δικό μου στο χώρο του, μου έδωσαν την άδεια οι πατέρες, ώστε με το φορτηγάκι μου να τους μετέφερα της προμήθειές τους στο μοναστήρι κι αυτό έκανα όπως σας είπα.
Το πρόσθετο κόστος των είκοσι ευρώ όμως μια φορά την εβδομάδα, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ανεχθεί ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, γι’ αυτό και με κάλεσε στο γραφείο του μια μέρα και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου απαγόρευσε την συνέχιση αυτής της προσθήκης στην εργασιακή μου ζωή.
Όπως μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, έξαλλος έγινα ακούγοντας την απόφασή του κι όπως έπρεπε, του εξέφραζα κι εγώ την αγανάκτησή μου, λέγοντάς του τα αυτονόητα. Είκοσι τέσσερεις ώρες την ημέρα βρισκόμουν βρε πάτερ επί ποδός και μάλιστα για όλες τις ανάγκες της μονής μας. Και το κάνω ανελλιπώς αυτό, αν και δεν αμείβομαι σύμφωνα με την αξία της προσφοράς μου.
Κι ασφαλώς δεν αμείβομαι επάξια, αφού αυτά που μου δίνετε, ούτε για τις ώρες της απασχόλησής μου είναι αρκετά, ούτε για τους κόπους μου, αφού και παραγγελιοδόχος για την μονή είμαι κι εργάτης είμαι κι οδηγός είμαι και λογιστής συγχρόνως, αφού και χρήματα διαχειρίζομαι, τα οποία λογιστικά σας αποδίδω καθημερινά.
Σας τα αποδίδω μάλιστα στο λεπτό και το κάνω αυτό εις βάρος της προσωπικής μου ζωής, ώστε να διευκολύνω κι αυτόν τον τομέα της οικονομικής διαχείρισης που εσύ επιστατείς, στην προσπάθειά μου να απαλλάξω και τον ταμεία μοναχό από κοσμικές ενέργειες.
Κι αντί να μου πεις ένα απλό ευχαριστώ μόνον, για όσα από σεβασμό στο σχήμα σας πολυπλεύρως σας προσφέρω, με κάθε τρόπο και κάθε ώρα και στιγμή, προσπαθείς να βρεις τρόπο που να με σπρώχνει προς το να αγανακτήσω μαζί σου, όπως και προς τους υπόλοιπους μοναχούς της μονής, τους οποίους συνεχώς φορτώνεις αδικίες και αχαριστίες εξαιτίας της παράλογης συμπεριφοράς σου, στην προσπάθειά σου να τους αποδείξεις ότι δήθεν προστατεύεις τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Εγώ βέβαια, πολλές φορές σου το τόνισα αυτό, ότι αυτό που κάνεις καραγκιοζλίκι είναι και τίποτε άλλο, αλλά από εγωισμό εσύ, δεν θέλεις να το δεις κι αφού αυτό μόνον ξέρεις από τα οικονομικά που διαχειρίζεσαι, χαίρεσαι όταν ανακαλύπτεις κάπου οικονομικά ψίχουλα, τα οποία αφού συνοψίσεις μαζί με άλλα δήθεν αδικαιολόγητα έξοδα, τα παρουσιάζεις ως επιτυχία, ξεχνώντας όμως, ότι με την συνεχιζόμενη αλαζονική σου συμπεριφορά, μπορεί να προκαλέσεις μεγάλη οικονομική ζημία στο μοναστήρι αντί για οικονομία.
Αυτά και τέτοια λοιπόν του έλεγα θυμωμένος πια μαζί του, αλλά άδικος κόπος. Όποιος είναι εγωιστής, δεν βλέπει πόντο μακριά από την μύτη του, αν και ούτε αυτήν είναι σε θέση να δει με ειλικρίνεια, οπότε, τίποτε από αυτά που του είπα δεν τον απασχόλησαν.
Κάνε αυτό που σου είπα μόνον μου τόνισε κι αφού δεν μπορούσα να φύγω αμαχητί από αυτό που μου προκάλεσε, πήγα πάλι στον γέροντα να του αναφέρω την καινούργια προσθήκη στην εργασία μου, στον οποίο και παρέθεσα συγχυσμένος αυτά που είπα και στον έχοντα αυξημένες υποχρεώσεις.
Με άκουσε βέβαια και μάλιστα με πολύ προσοχή ο γέροντας κι όπως έκανε πάντα, με κάθε τρόπο προσπαθούσε να με καλμάρει. Αφού βλέπεις βρε παιδί μου ότι, ούτε και την δική μου εντολή σέβεται αυτός ο μοναχός, πώς νομίζεις ότι μπορώ να τον καταργήσω;
Αφού ξέρεις ότι κι αυτός ανήκει στο θεσμικό μας όργανο, της γεροντίας δηλαδή κι ότι μέσω αυτής έχει δικαίωμα να εφαρμόζει της δικές του σκέψεις, όταν αυτές συμπεριλαμβάνονται μέσα στα καθήκοντα του, πώς νομίζεις ότι μπορώ να του τις αλλάξω;
Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που όπως πολύ καλά γνωρίζεις, όλοι του κάνουμε υπακοή όπως κι εσύ και μέσω αυτής ελπίζουμε να συνέλθει κάποια στιγμή, ώστε να είναι όντως χρήσιμος και σ’ αυτόν τον τομέα, όπως και σε άλλους που τον έχουμε παραχωρήσει υπευθυνότητες.
Κάνε λοιπόν υπακοή στο θέλημά του για το καλό της πνευματικής σου εξέλιξης κι όταν εσύ νομίζεις ότι είσαι κουρασμένος, ή ότι κάποια ανάγκη σε υποχρεώνει να το κάνεις, να μπαίνεις πάλι με το αυτοκίνητό σου στο καράβι κι έτσι να μας φέρνεις της ανάγκες μας στο μοναστήρι.
Και για να μην έρθουμε εμείς σε προστριβές μεταξύ μας, μοναχοί όντες, υπάκουσε στην εντολή του και ξεφόρτωνε τα πράγματα μέσα στο καράβι. Πιστεύω ότι θα δει στο τέλος το λάθος του και θα αναιρέσει την εντολή που σου έδωσε. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχεις το ελεύθερο από μένα να κάνεις ότι εσύ κρίνεις απαραίτητο κι εγώ θα του δώσω λόγο αντί για σένα, αν ποτέ σου πει αυτός κάτι σχετικά.
Αυτά είπαμε με τον γέροντα κι εκείνη την φορά, αλλά και καθόλου ευχαριστημένος δεν έφυγα από το γραφείο του. Καθώς έπρεπε όμως, από εκείνη την ημέρα και μετά, έκανα αυτό που μου διέταξε ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες.
Ξεφόρτωνα ξανά δηλαδή τα εμπορεύματα στο καράβι και πάντα βέβαια με την αμέριστη συμπαράσταση του καπετάνιου. Αυτός ιδικά, με κάθε τρόπο προσπαθούσε να με βοηθήσει, κατανοώντας πλήρως το μπλέξιμο που είχα αποκτήσει με τον συγκεκριμένο μοναχό.
Ωστόσο όμως, αρκετές φορές έμπαινα στο μοναστήρι, αλλά χωρίς το φορτηγάκι για να μην ερεθίζω τον έχοντα αυξημένες αρμοδιότητες και το έκανα στο τέλους κάθε μήνα ιδικά, αφού έπρεπε να του αποδώσω και το οικονομικό μου αποτέλεσμα, αυτό δηλαδή που μου προέκυπτε από τις αγορές που έκανα κι από τα χρήματα μάλιστα, που αυτός μου έδινε να διαχειρίζομαι.
Είναι αλήθεια τώρα, ότι το νέο πρόγραμμα που με υποχρέωσε να ακολουθώ, ήταν πολύ κουραστικό για μένα στο σύνολό του κι αυτός ήταν ο λόγος που καρτερικά περίμενα να αναιρέσει κάποια στιγμή την εντολή του, αλλά δεν το έκανε.
Κι επειδή υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις, από τις οποίες πολλά διακινδύνευε το μοναστήρι, αν έκανα κι εγώ πως δεν έβλεπα τον επερχόμενο κίνδυνο για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, επιτρέποντας τα να ταξιδεύουν κάτω από κακές καιρικές συνθήκες, έστω κι αν βρισκόταν μέσα στο καράβι, είχα έναν επιπλέον λόγο να ελπίζω στην λογική αναίρεση της διαταγής του, αλλά τίποτε.
Θα μπορούσα ακόμη και να εκδικηθώ την αδιαλλαξία του, αφήνοντάς τα εκτεθειμένα στην βροχή, ώστε κι εγώ να τον υποχρέωνα να αποδίδει λόγο στους υπόλοιπους μοναχούς για όσα θα πάθαιναν τα εμπορεύματα τους, αλλά ποτέ μου δεν το έκανα, αν και με κάλυπτε απόλυτα η εντολή του.
Αντιθέτως και για να μην πάθουν τίποτε αυτά, όχι μόνον τα ασφάλιζα μέσα στο καράβι, αλλά και δεν απομακρυνόμουν από την Ουρανούπολη, πριν αναχωρήσει αυτό για το μοναστήρι μας και προπαντός, ποτέ πριν με διαβεβαιώσει ο καπετάνιος, ότι θα συνέχιζε κανονικά το ταξίδι του.
Κι αφού έτσι είχε το πράγμα, έτσι συνέχισα και το επόμενο διάστημα, έστω και με μια πίκρα αχαριστίας να με δηλητηριάζει, γιατί δεν ήταν μόνον ο κόπος της εκφόρτωσης που με δυσκόλευε, αφού πάλι έπρεπε να ξεκινώ δυό ώρες νωρίτερα το ταξίδι μου από την Θεσσαλονίκη, να το κάνω άυπνος, όπως και να βρίσκομαι από τις τρεις τα ξημερώματα στην Ουρανούπολη, ώστε στις πέντε και μισή να ήμουν ξεφορτωμένος, επιτρέποντας και στους υπόλοιπους χρήστες του καραβιού να κάνουν το ίδιο μ’ εμένα.
Εκτός αυτού, πάλι έπρεπε να κοιμάμαι στους δρόμους κι όπου νύσταζα δηλαδή, μη τυχόν και βρισκόμουν σε κανένα χαντάκι κοιμισμένος κατά την διάρκεια της επιστροφής μου. Αυτήν δε, με πολύ άγχος την έκανα είναι αλήθεια, γιατί κανένα οικονομικό κόστος, δεν μπορεί να αναπληρώσει μια ανθρώπινη κουρασμένη ψυχή.
Με πίκρα το αναφέρω κι αυτό, γιατί όχι μόνον εγώ αλλά και κανείς άλλος δεν θα περίμενε μια τέτοια συμπεριφορά από μοναχό και μάλιστα προς έναν χρήσιμο συνεργάτη του. Για κανέναν βέβαια δεν θα ήταν επιτρεπτό, αλλά και καθόλου δίκαιο δεν ήταν, να με θεωρεί υποδεέστερο, από την αξία, ή από την οικονομία έστω, των είκοσι ευρώ.
Η μίζερη ψυχοσύνθεσή του όμως, του επέτρεπε να κάνει τέτοιες κινήσεις, οπότε, συνέχισε να κάνει αυτού του είδους την οικονομία, όπως συνέχισα κι εγώ να υπακούω στο θέλημά του, έστω κι αν καθόλου δεν τον δικαιολογούσα.
Και δεν υπάκουα απλώς και μίζερα στην εντολή του, αλλά με αυτοθυσία θα έλεγα το έκανα, έστω κι αν ήξερα πολύ καλά, ότι αυτός ιδικά, δεν καταλάβαινε από τέτοιες προσφορές.
Και για να μην υποχρεώσω τον γέροντά μας, να αποδίδει αυτός λόγο στον έχοντα αυξημένες υποχρεώσεις για τις δικές μου ενέργειες, ποτέ δεν έκανα χρήση της άδειας που μου έδωσε, να κάνω δηλαδή ότι εγώ θεωρούσα αναγκαίο σε κάθε περίπτωση.
Αν και θύμωνα λοιπόν με την συμπεριφορά του εν λόγω μοναχού, την στιγμή που αντιμετώπιζα το αποτέλεσμα της ιδιοτροπίας του, δεν έπαυα και να τον ευχαριστώ εσωτερικά μετέπειτα, γιατί εξαιτίας της ιδιοτροπίας του, είδα, έμαθα, σπούδασα κι έζησα τόσα πολλά, που με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα μπορούσα να το πετύχω, όσο κι αν το επεδίωκα.
Η υπομονή και η υπακοή βέβαια ήταν οι αιτίες που προκαλούσαν την διάθεση του Θεού να δείξει και σ’ εμένα, ότι με κόπο και πόνο μάλλον πρέπει να εμπεδώνουμε την συνεχή κι αδιαλείπτως παρεχόμενη σχέση που θέλει να Έχει με όλους μας ανεξαιρέτως.
Οπότε, καλά έκανε ο γέροντάς μας κι επέμενε να κάνω υπομονή και υπακοή στις ιδιοτροπίες του μοναχού που με ταλαιπωρούσε, γιατί χωρίς κόπο και πόνο, μόνον θεωρητικά θα γνώριζα τα πολυπόθητα πνευματικά και δικαίως με οδηγούσε σ’ αυτά κι ο πνευματικός μου πρωτίστως όταν έλεγε, άστα αυτά. Τα πνευματικά πρώτα και μετά όλα τα άλλα. Τα άλλα έλεγε, μάλλον δεν έχουν την σημασία που εμείς τα δίνουμε.
Μιχάλης Αλταλίκης