Πέρασαν οι μέρες όμως και πάλι ένα πρωινό βρέθηκα στην αγορά της πόλης μας για τα συνηθισμένα ψώνια. Μπαίνοντας όμως στο πρώτο από τα καταστήματα της λίστας μου, έβλεπα να λείπει ο καταστηματάρχης και στην θέση του να κάθετε η γυναίκα του μάλλον αφού δεν την γνώριζα, αλλά και πρώτη μου φορά την έβλεπα εκεί.
Την καλημέρισα βέβαια κι όπως έπρεπε, της ζήτησα να μου πει που βρισκόταν ο κύριος Αλέκος. Λείπε έλεγε αυτή ενώ σηκωνόταν από την θέση της να με εξυπηρετήσει και πριν της πω οτιδήποτε άλλο, μου πρότεινε να περιμένω την επιστροφή του αν ήθελα, αφού για λίγο βγήκε αυτός από το κατάστημά του.
Μέχρι να αποφασίσω τι να κάνω λοιπόν, ήρθε ο κύριος Αλέκος, οπότε και με χαιρέτισε ενώ με σύστηνε στην γυναίκα του. Πρώτη φορά την βλέπεις εδώ μου έλεγε, γιατί στο σπίτι είναι κλισμένη από τότε που τα ξαδέλφια μου μας προκάλεσαν την ανεπανόρθωτη εργασιακή και οικονομική ζημιά που ξέρεις.
Όπως σου είπα και προχθές, κλείσαμε την παλιά κοινή μας επιχείρηση και τώρα πια μόνος μου επιχειρώ εδώ και στην νέα μας διεύθυνση την δική μας και καθαρά οικογενειακή προσπάθεια, γι’ αυτό και ήρθε σήμερα εδώ η γυναίκα μου να με βοηθήσει.
Από εδώ και μετά όμως, συχνά θα την βλέπεις να με αντικαθιστά και μη διστάσεις να της ζητήσεις πράγματα από το κατάστημά μας, γιατί αυτή γνωρίζει το θέμα καλύτερα κι από μένα. Δεν την έβλεπες μέχρι τώρα, γιατί έπαιρνε μέρος σε εκθέσεις του εξωτερικού.
Αν ήμασταν μόνοι στην προηγούμενη επιχείρηση, θα ήμασταν καλύτερα βέβαια, αλλά δυστυχώς για την οικογένειά μου, έτυχε να έχουμε συγγενείς για συνεταίρους σ’ αυτήν και τέτοιους μάλιστα, που δεν ήθελαν να κάνουν τίποτε άλλο για να δικαιολογήσουν την συμμετοχή τους, εκτός από το να διαχειρίζονται το κοινό μας ταμείο κατά βούληση.
Και να το κάνουν έτσι μάλιστα αυτό ήθελαν, που να μην είναι υποχρεωμένοι να δώσουν εξηγήσεις σε κανέναν, για το που πήγαν τα χρήματα όλων μας και χάθηκαν όπως αποδείχτηκε. Αυτό που λες έγινε σ’ εμάς, οπότε δεν ήταν δυνατόν να περιμέναμε καλά αποτελέσματα.
Αυτό που ακούς πάθαμε Μιχάλη και δεν θέλω να σου πω περισσότερο για το συγκεκριμένο θέμα, αφού και μόνο που το συζητώ, πολύ πληγώνομαι. Εξαιτίας αυτού πάντως, έπαθαν και τα νεύρα της γυναίκας μου και τώρα βρίσκεται με τα ανάλογα προβλήματα υγεία στο σπίτι κλεισμένη και λεπτό δεν θέλει να βγει έξω από αυτό.
Ο ψυχίατρος που την παρακολουθεί πια, επιμένει ότι πρέπει να βγαίνει έξω αν θέλει να γίνει καλά κι αυτή είναι η πρώτη φορά που το κάνει, ελπίζοντας να μην είναι και η τελευταία, γιατί στο σπίτι κλεισμένη και μόνη όπως μας λέει, ένας Θεός ξέρει τι μπορεί να κάνει.
Κατάλαβες Μιχάλη τι πάθαμε; Δεν χάσαμε μόνον τα χρήματά μας εξαιτίας της αδιαλλαξίας τους, αφού και την υγεία μας χάσαμε και τώρα προσπαθούμε να την βρούμε και δεν ξέρω αν την βρούμε ξανά. Έχει ο Θεός όμως και σ’ Αυτόν ελπίζουμε.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μας εγκατέλειψε, αλλά να, δεν μπορώ να χωνέψω την ζημιά που μας έκαναν τα αδέλφια του πατέρα μου μαζί με τα παιδιά τους, ο οποίος, δεν ήθελε να αποσπαστεί από κοντά τους, γιατί ο δικός του πατέρας του το ζήτησε.
Δεν πειράζει του είπε αν αδικείσαι από τα αδέλφια σου. Κάνε υπομονή μαζί τους κι ο Θεός δεν θα σε αφήσει έτσι. Θα σου τα ανταποδώσει. Μη χωρίσεις όμως από τα αδέλφια σου, γιατί από μόνοι τους αυτοί, μάλλον θα καταστραφούν.
Την εντολή του πατέρα του ακολουθούσε που λες και τίποτε δεν έλεγε για όσα ζούσε μαζί τους κι έκανε πως δεν τα βλέπει. Το ίδιο είπε και σ’ εμένα όμως ο πατέρας μου και χωρίς να πω τίποτε σχετικά στην γυναίκα μου, την έστελνα στο εξωτερικό να κάνει αγορές και πωλήσεις, για να μη βλέπει τι μας έκαναν τα ξαδέλφια μου.
Αν ήξερε αυτή, τι βρόμικο σχέδιο είχε αφημένο πίσω της, δεν θα έκανε υπομονή και καλά θα έκανε αν τα διέλυε τότε που έπρεπε. Να όμως που εγώ φταίω για όσα μας προέκυψαν υπακούοντας στην εντολή του πατέρα μου και χωρίς να το υπολογίζω ως ενδεχόμενο, κατέστρεψα την οικονομική μας κατάσταση.
Ας είναι καλά όμως και πάλι ο πατέρας μου, γιατί φρόντισε να μου αφήσει μια καλή ακίνητη περιουσία και σ’ αυτήν βασιζόμενος τώρα, επιχειρώ κάτι νέο εδώ που μας βρίσκεις κι αν δεν σου είναι πρόβλημα, θα σε παρακαλούσα να μας βοηθήσεις, όταν κι εφόσον βέβαια έχουμε εμείς αυτά που το μοναστήρι σας χρειάζεται.
Ότι άκουσες όμως να σου λέω σήμερα, να ξέρεις ότι από πόνο ψυχής σου τα είπα και δεν θέλω να το κάνεις κουβέντα με κανέναν εδώ γύρο. Από εμπιστοσύνη στο πρόσωπό σου το έκανα και για να τα πω σε κάποιο ήθελα, προκειμένου να ξεθυμάνω βέβαια, γιατί σε κανέναν άλλον δεν θα ήθελα να πω αυτά που μας συνέβησαν.
Αυτά είπε εν βρασμό ψυχής ο άνθρωπος και σώπασε για λύγο, οπότε, βρήκα κι εγώ χρόνο να του πω μια αλήθεια που δεν ήξερε και μάλλον δεν υπολόγιζε, αφού όπως ήξερα, δεν ήταν ο μόνος στην αγορά της πόλης μας που αντιμετώπιζε κάτι παρόμοιο.
Αυτά σκεπτόμενος εκείνη την ώρα, αμέσως του έλεγα. Όσα μου είπες σήμερα Αλέκο, ούτε νέα είναι, ούτε μυστικά είναι. Και μη φοβάσαι την ανακοίνωσή τους, γιατί δεν είσαι ο μόνος στην πόλη μας που υποφέρει από την συμπεριφορά του συγγενικού του περιβάλλοντος.
Ξέρεις πόσες παρόμοιες τέτοιες ιστορίες έχω ακούσει στην μέχρι τώρα ζωή μου; Πάρα πολλές πρέπει να σου πω κι όλες έχουν την ίδια ρίζα, όπως και την ίδια ακριβώς κατάληξη.
Κι εδώ που εδρεύεις εσύ και νομίζεις ότι μόνον εσύ υποφέρεις από τις αδικίες των συγγενών σου, έχω να σου πω ότι τα ηδεία ακριβώς έπαθαν κι ακόμη παθαίνουν αρκετοί άλλοι από τους καταστηματάρχες της γειτονίας σου.
Και δεν το υπολογίζεις αυτό που σου αναφέρω τώρα, γιατί τους βλέπεις όλους να χαμογελούν όταν τους καλημερίζεις. Και το κάνουν για τους ίδιους με τους δικούς σου λόγους πρέπει να σου πω, για να μην σου δείξουν τον δικό τους πόνο.
Κι αυτά που μου είπες πριν εν βρασμό ψυχής και νομίζεις ότι είναι μυστικά, ευθέως σου το λέω, ότι όλοι εδώ γύρο τα ξέρουν έστω και στο περίπου, έστω και χωρίς τις λεπτομέρειες που εσύ μου ανάφερες.
Αν τους ανοίξω εγώ κουβέντα λοιπόν για το δικό σου πάθημα, ξέρεις τι είναι εκείνο που θα κάνουν; Θα χαμογελάσουν ως γνώστες του θέματος, αλλά κι ως εξίσου ομοιοπαθείς.
Να σου θυμίσω όμως και μια γνωστή παροιμία, την οποία σίγουρα έχεις ακούσει πολλές φορές, αλλά μάλλον την ξέχασες, ώστε να σου φύγει κάπως κι ο δικαιολογημένος άλλωστε πόνος της αδικίας που νιώθεις μέσα σου;
Με συγγενή λέει αυτή, φάε και πιες και αλισβερίσι μην έχεις γιατί πολλά θα σου συμβούν και δεν θα μπορείς να τα ελέγξεις. Την θυμήθηκες τώρα; Ναι, είπε μόνον αυτός και κουνούσε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά.
Και για να μην αισθάνεσαι ιδιαίτερα και ως μόνος αδικημένος σ’ αυτήν την πόλη και πληγώνεις τον εαυτό σου περισσότερο από όσο πρέπει, θα σου πω τί έπαθα εγώ, όταν πριν από χρόνια εργαζόμουν σε μια εταιρεία και είδα να κλέβει ο αδελφός τον αδελφό, όχι μεγάλης αξίας ποσά και σαν αυτά που πιθανόν έχεις υποστεί εσύ, αλλά τόσα λύγα, που να εξευτελίζουν εντελώς πια αυτά, αυτόν που ήθελε να τα κλέβει.
Μια προσφορά του έδωσα λοιπόν ως πωλητής, για μια μεταφορά συνεχείας που έκαναν τα δυο αδέλφια από την Ιταλία για την κοινή τους εισαγωγική επιχείρηση. Μαζί με την προσφορά που του έδωσα λοιπόν, του είπα ότι θα του χρεώναμε και πενήντα δραχμές τότε, για τα έξοδα που θα κάναμε εμείς, μέχρι να του παραδώσουμε τα χαρτιά παραλαβής τους, από το τελωνείο του λιμένος.
Δεν τα δέχτηκε αυτός βέβαια και για να μην τους χάσουμε γι’ αυτόν τον λόγο από πελάτες, τους απάλλαξα από αυτήν την υποχρέωση. Μου έδωσε την δουλειά αυτός αφού απαλλάχτηκε από το μικροποσό, αλλά κι ως διαχειριστής της επιχείρησής τους μου ζήτησε να του κάνω κάτι αδιανόητο.
Να τους χρεώνουνε μεν τις πενήντα δραχμές μου πρότεινε, αλλά να μην τις πληρώνουν. Μα αφού δεν θα τις πληρώνετε, του έλεγα κι εγώ με απορία, τί νόημα θα έχει η χρέωσή τους; Εσείς να τις χρεώνεται έλεγε αυτός και καθόλου να μη σε νοιάζει εσένα, γιατί κάνω εγώ αυτό που σου φαίνεται κάπως.
Μα, αν κάνουμε αυτό που μας ζητάς, του έλεγα πάλι εγώ, θα φαίνεται κάθε φορά στα τιμολόγια, ότι πληρώνεις αυτό το ασήμαντο ποσό κι από ότι καταλαβαίνω, θα το επιβαρύνεται ο αδελφός σου στην μεταξύ σας οικονομική σχέση, αφού δεν θα ξέρει την κρυφή συμφωνία μας. Ξέρεις τι μου απάντησε Αλέκο;
Και τί σε νοιάζει εσένα ρε νεαρέ, γιατί νεαρός ήμουν τότε, τί θα κάνω εγώ με τον αδελφό μου; Κάνε αυτό που σου λέω λοιπόν και μη μπαίνεις στα χωράφια μας αν θέλεις την δουλειά. Ήθελα την δουλειά τους βέβαια, αλλά άναψαν τα λαμπάκια μου με αυτά που άκουγα να μου ζητά.
Την θέλω την δουλειά σου του είπα, γιατί πρέπει κι εγώ ως πωλητής να παρουσιάσω κάποιο έργο στην εταιρεία που εργάζομαι. Αυτά που μου ζητάς να κάνω όμως, ούτε λίγο, ούτε πολύ, με καθιστούν συνένοχο στην κλεψιά που σκέφτεσαι να κάνεις κατά του αδελφού σου.
Μαζί με αυτό δε, θέλεις να υποχρεώσεις και μια ολόκληρη εταιρεία να δείχνει επίσημα στην εφορεία ότι εισπράττει κάποιο ποσό, για το οποίο και θα φορολογηθεί μάλιστα, το οποίο όμως, θέλεις να σου το αποδίδουμε μαύρα, για να το κρύψεις νόμιμα από τον αδελφό σου. Ναι, έλεγε αυτός χωρίς ντροπή.
Όχι λοιπόν, του είπα. Δεν θέλω μια τέτοια δουλειά. Μα χωρίς ντροπή, να θέλεις να κλέψεις από τον αδελφό σου αυτό το μικρό ποσό, που ετήσια δεν θα ξεπερνά τα δέκα χιλιάρικα;
Είχαν πολλές αποστολές τον χρόνο αυτοί και κάπου τόσα ήθελε να κλέβει από τον αδελφό του όπως άκουσες να σου λέω. Κι επειδή ο μεγάλος κλέφτης από τον μικρό σε τίποτε δεν διαφέρει, όχι μόνον η ξεφτίλα του ποσού, αλλά και της πράξης του ήταν αυτή που με εξόργισε στην προκειμένη περίπτωση.
Αυτά που λες Αλέκο είπα τότε στον άνθρωπο κι αφού δεν συμφωνήσαμε, δεν μου έδωσε τελικά την δουλειά τους. Αν σου αναφέρω όμως τώρα το όνομά του, γιατί πολύ γνωστός της αγοράς μας είναι, από μόνος σου θα πεις, ότι από αυτόν τουλάχιστον, ποτέ δεν θα περίμενες να κάνει κάτι τέτοιο.
Είδες τι γίνεται Αλέκο; Κι εσύ νομίζεις ότι μόνον σ’ εσένα συμβαίνουν τέτοια. Αυτά λοιπόν είπα στον συνομήλικο Αλέκο και για να του μαλακώσω τον πόνο που είχε στην καρδιά του και μερικά άλλα του ανάφερα στα γρήγορα. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να χωνέψει το δικό του πάθημα, γι’ αυτό κι έλεγε με το δίκαιό του.
Αυτός που μου ανάφερες Μιχάλη, ξεφτίλας ήταν. Εμένα όμως μου έφαγαν πολλά λεφτά αυτοί και μαζί με αυτά, τρέχει τώρα και η γυναίκα μου με κατάθλιψη στους γιατρούς.
Στην προσπάθειά μου να τον παρηγορήσω και πάλι, του έλεγα το αυτονόητο. Από την ζημία Αλέκο, όποιας βαθμίδας κι αν είναι, κανένα καλό αποτέλεσμα δεν βγαίνει. Πριν καταλήξεις κι εσύ μαζί με την γυναίκα σου στον ψυχίατρο, καλά θα κάνεις να ξεχάσεις το κακό που σου έγινε και με την βοήθεια του Θεού που πριν λίγο ανάφερες, προσπάθησε να ορθοποδήσεις αυτό που τώρα ξεκινάς. Και για να το κάνεις αυτό, σου χρειάζεται δύναμη.
Αν δεν την έχεις όμως, ξοδεύοντάς την άσκοπα στην προσπάθειά σου να βρεις απάντηση, στα επίσης άσκοπα και ψυχοφθόρα γιατί που κατακλύζουν το μυαλό σου, μάλλον μεγαλύτερη ζημιά θα πάθεις.
Ξεκίνα λοιπόν με καθαρό μυαλό αυτό που επιχειρείς, γιατί αυτό σας χρειάζεται τώρα. Δείτε το νέο θέμα αισιόδοξα και ξεχάστε εντελώς το παλιό. Αν το κάνετε, γρήγορα θα δείτε το αποτέλεσμα να σας δικαιώνει.
Αυτό θα κάνουμε είπαν και οι δυο μαζί στο τέλος, γιατί και μόνοι μας που το κουβεντιάσαμε, εδώ καταλήξαμε. Να συνεχίσουμε δηλαδή με την βοήθεια του Θεού κι όπως από τώρα κιόλας μας δείχνουν τα πράγματα, όλα προς το καλό θα μας πάνε.
Μιχάλης Αλταλίκης