Στεναχωρήθηκε βέβαια ο μπάρμπα Χαράλαμπος από την άκαρπη επίσκεψή μας, αλλά αφού δεν μπορούσε να γένει διαφορετικά, ανεβήκαμε πάλι στο αυτοκίνητο μου και αμίλητοι συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τον προορισμό μας.
Έδειχνε πολύ σκεπτικός όμως και μη θέλοντας να ενοχλήσω τις σκέψεις του, τον άφησα να μου πει από μόνος του αν ήθελε, τί ήταν αυτό που τον απασχολούσε. Και μέχρι να το κάνει αυτό, στον δρόμο που ακολουθούσαμε είχα το μυαλό μου.
Φτάσαμε ωστόσο στον προορισμό μας κι αφού είχαμε να κάνουμε αρκετή δουλειά εκεί, σ’ αυτήν επικεντρωθήκαμε και με πολύ προσοχή μάλιστα κάναμε όσα έπρεπε κι όσα εγώ είχα υποχρέωση να κάνω.
Τελειώνοντας όμως, πάλι μπήκαμε στο φορτηγάκι μου κι όπως ήταν αναμενόμενο, αρκετά κουρασμένοι δρομολογήσαμε την επιστροφή μας. Και πως να μην ήμασταν κουρασμένοι δηλαδή, αφού αυτά που υποχρεωθήκαμε να μεταφέρουμε από το αυτοκίνητο στο σπίτι και πολλά ήταν και βαριά ήταν. Αλλά ούτε αυτός, ούτε κι εγώ ήμασταν πλέον είκοσι χρονών. Εγώ πλησίαζα τα εξήντα κι αυτός πέρασε τα εβδομήντα του χρόνια.
Για να μην στεναχωρηθεί περισσότερο όμως από την άτυχη επίσκεψή μας, από άλλη διαδρομή έκανα την επιστροφή μας. Το κατάλαβε βέβαια αυτός και τότε μόνον άρχισε να λέει φανερά τις σκέψεις του.
Όπως σου είπα Μιχάλη, για γονείς μου τους έχω τον κύριο Θόδωρο και την κυρία Ασημίνα. Αυτός είναι κι ο λόγος που με βλέπεις τώρα στεναχωρημένο, γιατί πολύ ανησυχώ για την υγεία τους. Το ότι τους πείρε ο μικρότερος από τα αδέλφια του όμως, καλό είναι, γιατί αυτόν τουλάχιστον τον γνώρισα και πολύ τον εμπιστεύομαι.
Ξέρεις όμως τι έχουν πάθει στα γεράματά τους οι άνθρωποι και πως βρέθηκαν στην Αγκαθιά, μετά από τόσα που έχουν κάνει στο σπίτι που διατηρούσαν στον Εύοσμο; Άκου να σου πω λοιπόν, για να φρίξεις κι εσύ, από την άδικη ανθρώπινη συμπεριφορά των ανεψιών του.
Το σπίτι τους λοιπόν, ήταν το πατρικό του κυρίου Θόδωρου κι επειδή αυτός γηροκόμησε τον πατέρα τους ως προτελευταίος γιός από τους πέντε αδελφούς του, αυτός το κληρονόμησε βάση της δίκαιης συμπεριφοράς των αδελφών του, αφού κανείς από αυτούς δεν θέλησε να διεκδικήσει κάτι από το συγκεκριμένο σπίτι.
Και τον μικρότερο αδελφό τους, ο κύριος Θόδωρος τον μεγάλωσε κι αυτός τον βοήθησε να σπουδάσει γεωπόνος όπως ξέρω. Ζει κάπου στην Πελοπόννησο όμως με την γυναίκα του και πολύ φοβάμαι, ότι εκεί μάλλον τους μετέφεραν.
Καλό είναι αυτό βέβαια, γιατί μεγάλοι άνθρωποι είναι και σίγουρα χρειάζονται την βοήθεια των συγγενών τους, αφού δικά τους παιδιά δεν έχουν. Κι εμείς τους είπαμε να έρθουν να μείνουν μαζί μας, αφού τα παιδιά μας ένα, ένα φεύγουν πιά, αλλά δεν θέλησαν να χάσουν την ελευθερία τους όπως μας είπαν.
Αυτό που σκέφτομαι τώρα λοιπόν, είναι ότι δεν θα μπορέσω να τους δω ξανά, αν τελικά τους πήγαν τόσο μακριά. Θα μάθω όμως από τον συγγενή του τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά όταν θα μπορέσω να συναντήσω κι αυτόν βέβαια.
Από τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του που λες, τα δύο έμεναν στην Αμερική με τις οικογένειές τους. Ήταν μεγαλύτεροι αυτοί από τον κύριο Θόδωρο, αλλά κι από ασθένειες χτυπημένοι και οι δυο πέθαναν πριν από αρκετά χρόνια. Τα παιδιά τους όμως, ποτέ δεν σκέφτηκαν να επισκεφτούν την πατρίδα τους, όπως και τον θείο τους.
Κι ο τρίτος που ζούσε στην Αυστραλία πέθανε, αλλά τα παιδιά του, ήρθαν πριν από λίγα χρόνια να δουν τον θείο τους όπως του είπαν, αλλά όλο και ρωτούσαν να τους πει, τίνος ήταν το σπίτι που έμενε.
Όταν τους είπε ότι δικό του ήταν, σύμφωνα με το οικογενειακό τους δίκαιο, άρχισαν να τον ρωτούν, αν έχει χαρτιά που να του το αναγνωρίζουν αυτό. Όταν τους είπε ότι δεν είχαν κάνει αποδοχή κληρονομίας από τον πατέρα τους, άρχισαν να τον ρωτούν, γιατί δεν έδωσε το σπίτι του σε εργολάβο ώστε να το κάνει πολυκατοικία, αφού όπως έβλεπαν κι αυτοί, σωρηδόν πια σηκώνονταν πολυκατοικίες στην περιοχή του Ευόσμου.
Δεν θέλω να ζω σε πολυκατοικία τους έλεγε αυτός, γιατί έμαθα να ζω απλά και μόνος με την Ασημίνα μου παρέα, αλλά και την καρότσα μου θέλω να βλέπω, από τότε που με εγκατέλειψε το άλογό μου και ζω ως συνταξιούχος τώρα.
Ότι κι αν τους έλεγε αυτός όμως, δεν σταματούσαν να τον ενοχλούν τα ανίψια του με ερωτήσεις, οπότε, πολύ ξερά του είπαν μια μέρα, ότι κι αυτοί δικαιούνται από το σπίτι του, αφού δεν έχουν κάνει την νόμιμη αποδοχή κληρονομίας από τον πεθαμένο παππού τους.
Όπως καταλαβαίνεις, κόντεψε να πάθει συμφόρηση ο κύριος Θόδωρος, με την υποψία και μόνον, ότι μάλλον κινδύνευε να χάσει το σπίτι του, από την διεκδίκηση που απροκάλυπτα του έκαναν τα ανίψια του.
Από εδώ είχαν όμως αυτά, από εκεί είχαν, κατάφεραν να πάρουν τελικά από τα υπόλοιπα ξαδέλφια τους υπογραφές μη διεκδίκησης από την πατρική τους περιουσία κι αφού ζήτησαν από συμβολαιογράφο να τους δώσει την αναλογία του σπιτιού τους, όπως και του οικοπέδου του, ξέρεις πόσο έμενε στην κατοχή του κυρίου Θόδωρου; Το ένα πέμπτο από αυτά. Τίποτε δηλαδή.
Θύμωσε μαζί τους βέβαια ο κύριος Θόδωρος, αλλά και τι μπορούσε να κάνει; Ή να πληρώνει ενοίκιο στο σπίτι που έμενε του είπε ο δικηγόρος τους, ή να δεχθεί το ποσοστό της αντιπαροχής που του πρότειναν, μετά από την συμφωνία που έκαναν με κάποιον εργολάβο, για την ανέγερση πολυκατοικίας.
Ο μικρότερος αδελφός του, του παραχώρησε το δικό του μερίδιο, ώστε να μείνει στην ίδια οικοδομή και μαζί με τα ανίψια του αν ήθελε, αλλά αυτός προτίμησε να αποχωρίσει από την περιοχή, για να μην στεναχωριέται βλέποντάς τους καθημερινά στα πόδια του.
Και μαθημένος καθώς ήταν να ζει σε μονοκατοικία με τον κήπο του και τις κοτούλες του, δεν άργησε να συμφωνήσει με την κυρία Ασημίνα, που του πρότεινε να μείνουν στην Αγκαθιά και στο σπίτι του πατέρα της, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να τους διώξει από αυτό, μια και ήταν η μοναδική κληρονόμος του.
Έτσι λοιπόν έφτασαν να ζουν στην Αγκαθιά στα γεράματά τους. Και τώρα; Μάλλον θα μείνουν μόνιμα στην Πελοπόννησο, αν τελικά έγινε αυτό που υπολογίζω, εκτός κι αν κάτι έπαθαν και τους τρέχει ο αδελφός του στα νοσοκομεία. Θα προσπαθήσω να μάθω όμως και θα δω τι θα κάνω μετά.
Είδες όμως τι του έκαναν τα ανίψια του; Μια φορά στα δέκα χρόνια έρχονται εδώ και αντί να χαίρονται από την παρουσία του θείου τους, προτίμησαν να τον διώξουν από το σπίτι του, γιατί δεν είχε τα νόμιμα χαρτιά ιδιοκτησίας όπως του είπαν.
Μα εκείνο τον καιρό, κανείς δεν έκανε χαρτιά. Όλοι στον λόγο τους υποσχόταν να κάνουν αυτά που έπρεπε και με τον λόγο τους τα στήριζαν όλα. Κανένα χαρτί δεν είχε αξία μπροστά στον λόγο κάποιου. Το πως άλλαξαν τα πράγματα όμως κι εσύ το γνωρίζεις.
Αν ζούσε ο πατέρας τους πάντως, πιστεύω ότι δεν θα τους άφηνε να κάνουν τέτοια ζημιά στον αδελφό του. Αλλά και σίγουρος δεν είμαι, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς που ξενιτεύτηκαν προκειμένου να αποκτήσουν χρήματα, τα ίδια κάνουν ακόμη και σήμερα.
Και ποιο πολύ από όλους, αυτοί που ζουν στην Αυστραλία έχουν αυτήν την ιδιότροπη συμπεριφορά, όπως πολύ συχνά ακούω να μου αναφέρουν και άλλοι που έπαθαν τα ίδια από τους δικούς τους συγγενείς. Απόδειξη δε γι’ αυτό που σου λέω, είναι ότι δεν έμειναν τελικά στην οικοδομή που ήθελαν να έχουν, γιατί πούλησαν τα δικαιώματά τους στον εργολάβο κι εξαφανίστηκαν. Κατάλαβες;
Θαρρείς και ήρθαν επίτηδες εδώ, μόνο και μόνο για να κάνουν κακό στον θείο τους. Κι εγώ σε ξένο σπίτι ζω με την Βαγγελιώ και σ’ αυτό μεγάλωσα τα πέντε μας παιδιά. Και δεν σου κρύβω, ότι συνεχώς περιμένω να μου κάνουν επίσκεψη οι κληρονόμοι του. Πάλι καλά που με άφησαν ήσυχο τόσα χρόνια και μου επέτρεψαν να μεγαλώσω τα παιδιά μου.
Αν έρθουν όμως, θα μετακομίσω όπως το μελετήσαμε με την Βαγγελιώ, σε μια άλλη μονοκατοικία. Λύγο ποιο πέρα από εδώ βρίσκεται και μέσα σε ένα λάκκο είναι χτισμένη. Όπως ξέρω όμως, εντελώς παράνομη είναι κι αυτή.
Κάποιος φίλος μου πρότεινε αυτήν την λύση, γιατί κανενός δεν είναι η συγκεκριμένη μονοκατοικία. Αυτός την χρησιμοποιούσε και μάλιστα για πολλά χρόνια με την γυναίκα του, αφού και η κόρη του εκεί μεγάλωσε.
Από τότε όμως που τους έβαλε να ζουν σε ένα γηροκομείο αυτή, γιατί η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μονοκατοικία του.
Πήγα μαζί του όμως μια μέρα και την είδα. Μου έδειξε που έβαζε τα κλειδιά του κι έτσι, όταν έρθει η ώρα, αν έρθει, εκεί θα πάω. Θα σου την δείξω κι εσένα κάποια μέρα, ώστε να ξέρεις που θα με βρεις, αν μου προκύψει κάτι ανάλογο με τον κύριο Θόδωρο.
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, ούτε κι εγώ θέλω να γίνω βάρος στα παιδιά μου. Όσο μπορώ και τα καταφέρνω, θα μένω μόνος μου με την Βαγγελιώ μου και ήσυχα θα περιμένουμε τον Κύριο των πάντων να μας καλέσει στους κόλπους του.
Μέχρι να γίνει κι αυτό όμως, θα συνεχίσουμε να ζούμε εδώ που είμαστε σήμερα κι ότι μας προκύψει, με θάρρος θα το αντιμετωπίσουμε κι αυτό, όπως συνηθίσαμε να κάνουμε άλλωστε τόσα χρόνια.
Ίσως πάλι, να μπορέσει κάποιο από τα παιδιά μας να μας πάρει μαζί του, σαν τον κύριο Θόδωρο, οπότε, θα ευχόμαστε να του έρθουν όλα βολικά, ώστε να μην το κουράσουμε πολύ, μέχρι να τους χαιρετίσουμε όλους διά παντός από αυτήν την ζωή.
Πολλά σου είπα και σήμερα όμως Μιχάλη κι όπως βλέπω, στο σπίτι μου με έφερες μέχρι να τελειώσω από την πολυλογία μου. Θέλεις όμως να μείνεις μαζί μας για ένα τσίπουρο;
Όχι μπάρμπα Χαράλαμπε, του είπα, γιατί Σάββατο είναι σήμερα και είναι η μόνη μέρα που μπορώ να μείνω ήσυχος κι εγώ στο σπίτι μου, παρέα με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Το τσίπουρο πάντως, μαζί τους θα το πιώ, αφού έτσι το έχουμε καθιερωμένο κι εμείς.
Μιχάλης Αλταλίκης