Ο παππούς με τα σκουφιά του

  Πέρασε όμως ο καιρός και βαδίζοντας τους μήνες γρήγορα θα έλεγα, βρεθήκαμε στον Νοέμβριο μήνα, όπως και σύμφωνα με το Αγιορείτικο εορτολόγιο, στις ημέρες που το μοναστήρι μας τιμούσε την Αγία Αναστασία την Ρωμαία πανηγυρικά όπως πάντα.

Κι επειδή περιμέναμε πολλούς επισκέπτες και πάλι, όχι μόνον κάλυψα τις ανάγκες των πατέρων, της μονής και των επισκεπτών της, αλλά κα κουρασμένος καθώς ήμουν, ζήτησα από τον γέροντά μας την ευλογία να παραβρεθώ κι εγώ ανάμεσά τους ως προσκυνητής και μάλιστα από την προπαραμονή της πανήγυρής μας.

Ο γέροντάς μας βέβαια, ευχαρίστως μου το επέτρεψε, οπότε πήγα να βρω τον Αρχοντάρη, προκειμένου να του δηλώσω την επιθυμία μου, όπως και να του ζητήσω κατάλυμα καθώς επιβάλλεται.

Έχω να τακτοποιήσω πολλούς επισκέπτες έλεγε αυτός κι επειδή εσύ είσαι δικός μας, σήμερα θα σε βάλω να ξεκουραστείς μαζί με κάποιον γνωστό μας καθηγητή, αλλά την επομένη, θα δω πού αλλού θα σε βολέψω. Έλα όμως λίγο αργότερα να σου πω που θα μείνετε, γιατί δεν έχουμε ετοιμάσει ακόμη τα κρεβάτια, από αυτούς που από εχθές τα χρησιμοποίησαν.

Υπάκουσα στην εντολή του βέβαια, αλλά κι όταν έκανε αυτός τελικά την τακτοποίηση που σκόπευε, έστειλε κάποιον από τους δόκιμους να με βρει, προκειμένου να μου πει ότι στο δωμάτιο με το νούμερο εικοσιένα μπορούσα να βολευτώ όπως μου το δήλωσε.

Ευχαρίστησα τον δόκιμο ωστόσο για την ενημέρωση που μου έκανε, αλλά επειδή δεν είχα τελειώσει ακόμη με τις οικονομικού ενδιαφέροντος υποχρεώσεις μου, του είπα ότι θα πήγαινα αργότερα. Αργότερα όμως πήγαμε στην εκκλησία και μετά από αυτήν για φαγητό, από όπου με οδήγησαν σε κάποιο διακόνημα οι πατέρες, προκειμένου να μου δείξουν τις ανάγκες τους και μετά από αυτούς, πήγα στον επίτροπο προκειμένου να του αναφέρω αυτά που οι μοναχοί μου ζητούσαν.

Θέλοντας κι αυτός να έχει την έγκριση του γέροντα σε όσα έπρεπε να συναινέσει, υποχρεώθηκα να καθυστερήσω πολύ την εγκατάστασή μου στο δωμάτιο κι επειδή μεσολαβούσε το απόδειπνο στην συνέχεια, βράδιασε πια όταν πήγα να ξεκουραστώ.

Μπήκα στο δωμάτιο που μου υπέδειξαν να μείνω κι αφού δεν ήταν εκεί ο συγκάτοικός μου, ξάπλωσα να ξεκουραστώ χωρίς να ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι, αφού καθόλου δεν τον είδα. Αλλά κι αν τον έβλεπα τί θα μπορούσα να του πω, αφού και δεν τον ήξερα;

Έκανε όμως τελικά την εμφάνισή του αυτός μετά από λίγο κι επειδή δεν έβλεπε, άναψε το φως. Γύρισα κι εγώ να δω ποίος ήταν και βλέποντάς τον, με παρέπεμπε σε κάποιον γνωστό μου η φυσιογνωμία του, αλλά και για σύμπτωση την υπολόγισα.

Με καλησπέρισε βέβαια ο άνθρωπος όταν είδε να είμαι ξυπνητός ακόμη και αμέσως μετά άρχισε να ξεντύνετε, προκειμένου να βάλει τις πιτζάμες του όπως υπολόγισα, τις οποίες βέβαια, είδα να είναι τακτοποιημένα ριγμένες πάνω στο κρεβάτι του.

Κι ενώ βρισκόταν σ’ αυτήν την διαδικασία, ρωτούσε συγχρόνως να του πω από πού ήρθα, όπως και πόσες μέρες θα έμενα εκεί, γιατί αυτός θα έφευγε την επομένη όπως έλεγε, λόγω κάποιων εργασιών που του προέκυψαν ξαφνικά στο πανεπιστήμιο της έδρας του κι έπρεπε να τις διευθετήσει.

Συνομιλώντας μαζί του όμως, αναγκαστικά πια παρατηρούσα τις κινήσεις του, γι’ αυτό και ήλπιζα να σταματήσει κάποια στιγμή το γδύσιμό του, γιατί με την φόρα που το έκανε και το σώβρακό του έβγαλε στην συνέχεια χωρίς ντροπή.

Βλέποντας να γίνετε κι αυτό όμως, με το δίκαιό μου πια του έλεγα. Μα τί κάνεις κύριε καθηγητά; Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι και ξεβρακώνεσαι; Ά? Έλεγε αυτός, σαν να έκανε κάτι πολύ φυσιολογικό. Εμάς η μαμά μας, μας έμαθε να κοιμόμαστε γυμνοί. Οπότε, το ίδιο κάνω όπου κι αν βρίσκομαι.

Απόρησα βέβαια με την δήλωσή του, αλλά και στον ποντοπόρο καπετάνιο φύλο μου με παρέπεμπε αυτό που άκουσα, γι’ αυτό και ρωτούσα τον καθηγητή να μου πει αν έχει αδελφό κι αν τον έλεγαν Μπίλη. Βεβαίως κι έχω έλεγε αυτός, αφού ο Μπίλης είναι ο δίδυμος αδελφός μου. Εσύ όμως πως κι από πού τον ξέρεις;

Φίλος μου είναι, του έλεγα. Είναι αλήθεια όμως, ότι μου είπε κάποια στιγμή, ότι έχει δίδυμο αδελφό κι ότι είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Παρ’ όλα αυτά βέβαια, ποτέ δεν έτυχε να σε συναντήσω στο σπίτι του. Σε βρήκα εδώ όμως κι από ότι διαπιστώνω τώρα, οι ίδιες συνήθειες κατευθύνουν κι εσένα.

Το να βγάζει όμως κανείς το βρακί του κύριε καθηγητά και να φορά την φόρμα του προκειμένου να κοιμηθεί, πόσο φυσιολογικό μπορεί να σας φαίνεται, γιατί όπως πολύ καλά το ξέρω κι ο Μπίλης το ίδιο μας λέει ότι κάνει πριν κοιμηθεί.

Χαμογελώντας ωστόσο, αλλά μου έδωσε γρήγορα την απάντησή του ο κύριος καθηγητής και με καμάρι μάλιστα την διατύπωνε. Άκου να σου πω φίλε μου. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ή όχι, με αυτό που είδες να κάνω πριν από λίγο, εμείς κάνουμε ότι μας έμαθε η μαμά μας. Κι αφού αυτό μας έμαθε, δεν έχουμε σκοπό να ξεχάσουν την συμβουλή της. Οπότε, όπου κι αν βρισκόμαστε, κάνουμε ακριβώς το ίδιο πριν πέσουμε στο κρεβάτι για ύπνο. Κατάλαβες;

Αυτά λέγοντας ο κύριος καθηγητής, ξάπλωσε να κοιμηθεί ήσυχος, ενώ εγώ για αρκετή ώρα σκεπτόμουν, ότι πολύ δύσκολα απαλλάσσεται ο άνθρωπος από τις συνήθειές του, έστω κι αν ξεπεράσει τα εξήντα του χρόνια, όπως ο κύριος καθηγητής, όπως κι ο δίδυμος αδελφός του άλλωστε φίλος μου Μπίλης.

Κοιμηθήκαμε ωστόσο κι όταν ήρθε η ώρα να πάμε στην εκκλησία κατά τις τρείς και μισή τα ξημερώματα δηλαδή, εγώ έφυγα πρώτος από το δωμάτιο μας κι έτσι, δεν είδα για δεύτερη φορά τον κύριο καθηγητή να ξεβρακώνετε. Αλλά και μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, έφυγε αυτός από το μοναστήρι, οπότε, δεν τον συνάντησα ξανά.

Εγώ όμως έμεινα εκεί κι επειδή δεν βρήκε που να με βάλει ο Αρχοντάρης να ξεκουραστώ, πάλι με έστειλε να κοιμηθώ σε δωμάτιο με δυό κρεβάτια και να μείνω εκεί μάλιστα, μαζί με κάποιον παππού όπως μου είπε, γιατί δεν έβρισκε, ποιόν άλλον θα μπορούσε να κοιμίσει δίπλα του.

Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να πάρουμε μέρος στο πανηγυρικό πρόγραμμα και να μπούμε στην εκκλησία για την αγρυπνία που ακολουθούσε, πήγα στα γρήγορα στο δωμάτιο μου, όπου κι άφησα την τσάντα μου πάνω στο κρεβάτι που βρήκα στρωμένο, αφού στο διπλανό, υπήρχαν τα ρούχα του παππού όπως έβλεπα.

Η αγρυπνία όμως πήγε σερί όπως το λέμε και κανένα διάλειμμα χρόνου δεν προαναγγέλθηκε, δεδομένου ότι ο Δεσπότης που συλλειτουργούσε μαζί με τους ιερομόναχους της μονής μας ήταν νέος κι ως εκ τούτου άντεχε την σχετική ταλαιπωρία.

Τελειώνοντας η αγρυπνία όμως, μπήκαμε στην τράπεζα για φαγητό και μετά από αυτό, κάπου με κάλεσαν πάλι για διευκρινήσεις κι έτσι καθόλου δεν πήγα να ξεκουραστώ στο δωμάτιο που μου έδωσε ο Αρχοντάρης, αν και η ώρα ήταν μετά τις δέκα το πρωί.

Κι επειδή κάποιος από τους πατέρες της μονής μας ήθελε να βγει έξω και στην Θεσσαλονίκη για κάποιο λόγο κι εξαιτίας της αγρυπνίας που μεσολάβησε, δεν προλάβαινε να ετοιμαστεί, ζήτησε ο γέροντάς μας να μείνω ακόμη μια μέρα μαζί τους, προκειμένου να μεταφέρω τον μοναχό με το φορτηγάκι μου, όπου κι αν έπρεπε να παραβρεθεί.

Έμεινα λοιπόν κι εκείνη την μέρα στο μοναστήρι κι αφού είχα δωμάτιο, πήγα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου όπως καταλαβαίνετε. Δεδομένου δε, ότι ήμουν αρκετά ταλαιπωρημένος, έπρεπε να ξεκουραστώ επίσης αρκετά.

Ξάπλωσα βέβαια όταν έφτασα στο κρεβάτι μου κι επειδή δεν ήταν εκεί ο συγκάτοικός μου, έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα να με πάρει ο ύπνος. Δεν πρόλαβα να κοιμηθώ όμως κι έκανε τελικά την εμφάνισή του ο παππούς. Έκανε βέβαια αυτός την εμφάνισή του, αλλά επειδή εγώ δεν είχα καμιά διάθεση για κουβέντες, έκανα πως κοιμόμουν.

Από την στιγμή που μπήκε όμως αυτός στο δωμάτιο μας, τον άκουγα να ξεφυσά συνεχώς και να το κάνει μάλιστα με τέτοιο θόρυβο, που όντως δεν μπορούσα να το ξεπεράσω. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αναγκάστηκα να του μιλήσω πια κι όπως ήταν λογικό, με τρόπο το έκανα, μη τυχόν και του πρόσθετα κι εγώ άγχος, πάνω σ’ αυτό που ήδη τον ταλαιπωρούσε.

Για την ακρίβεια, γύρισα προς το μέρος του μετά από λίγο κι αφού ανασηκώθηκα κάπως ώστε να με βλέπει κι αυτός, του ζήτησα να μου πει γιατί ξεφυσούσε τόσο πολύ κι αν μπορούσα να του φανώ εγώ κάπου χρήσιμος.

Σημασία βέβαια δεν μου έδωσε ο παππούς, αλλά επειδή το ερώτημα μου ήταν ανοικτό, μετά από πολύ εσωτερική καταπίεση όπως μου άφησε να καταλάβω, έλεγε τελικά τον πόνο του, ή τον λογισμό του καλύτερα κι αυτό πάλι, με αγανάκτηση θα έλεγα ότι το έκανε.

Άκου να σου πω φίλε μου, έλεγε. Αυτοί εδώ οι μοναχοί, είναι πολλοί κακοί άνθρωποι. Αυτό μόνον είπε ο άνθρωπος και σταμάτησε τον λόγο του. Θέλοντας να τον ελευθερώσω στην συνέχεια και μάλιστα από τον δικό του αγχωμένο λογισμό, αφού από μόνος του δεν ήθελε, ή δεν μπορούσε να το κάνει, τον τσίγκλησα λίγο προκειμένου να πετύχω τον σκοπό μου, αν και δεν ήξερα ακόμη, τι ήταν τελικά αυτό που τον έκανε να αγχωθεί.

Κι αυτό που σκέφτηκα να κάνω στα γρήγορα, ήταν να τον πίσω τουλάχιστον, ότι όχι μόνον τον καταλάβαινα, αλλά και μαζί του ήμουν, γι’ αυτό και απροκατάληπτα πήρα το μέρος του. Τώρα που ακούω κι εσένα να λες τέτοια λόγια, για τους μοναχούς αυτής της μονής, μάλλον πρέπει να συμφωνήσω μαζί σου και να σου πω μάλιστα τόσα πολλά εναντίων τους, που ούτε κι εσύ θα μπορέσεις να τα αντέξεις.

Ακούγοντας ο παππούς την τοποθέτησή μου, αμέσως γύρισε να με δει κι όπως τον έβλεπα, περίμενε να συνεχίσω. Κι αφού τον είδα διαθέσιμο, τους πρόσθεσα περισσότερα. Χρόνια τώρα τους κάνω αναρίθμητες εξυπηρετήσεις κι όμως, ούτε ένα απλό ευχαριστώ δεν άκουσα να βγαίνει από το στόμα τους. Αντί αυτού μάλιστα, εξακολουθούν να είναι σκληρά αχάριστοι απέναντι μου.

Δεν ξέρω βέβαια τι έκαναν σ’ εσένα, αλλά κι αυτά που έκαναν σ’ εμένα αν σου περιγράψω, σίγουρα θα δικαιολογήσεις την δυσαρέσκεια μου. Αυτά μόνον πρόλαβα να του πω κι αμέσως άνοιξε τα φυλλοκάρδια του ο παππούς, ο οποίος, με πολύ παράπονο άρχισε να εξιστορεί τα δικά του.

Άκουσε να σου πω φίλε μου. Εκατό και πλέον σκουφιά έφτιαξε η γυναίκα μου γι’ αυτούς τους αχάριστους μοναχούς κι όλα αυτά τα έφερα σήμερα εδώ να τους τα δώσω. Στον πρώτο από τους μοναχούς που τα έδειξα, με έστειλε να βρω τον αρμόδιο γι’ αυτά τα θέματα μοναχό όπως μου είπε και σ’ αυτόν πήγα να τα παρουσιάσω πριν από λίγο.

Αφού μου έδειξαν το γραφείο του δηλαδή, πήγε να τον βρω κι όπως έπρεπε, του παρέδωσα τα σκουφιά που τους έκανε η γυναίκα μου, πιστεύοντας παράλληλα, ότι τους έκανα και πολύ μεγάλη ευλογία, δεδομένου ότι δεν θα χρειαζόταν πια να προμηθεύονται τέτοια σκουφιά από την αγορά.

Βλέποντας όμως αυτός τα σκουφιά μου, τα απέρριψε αυτολεξεί ως ακατάλληλα να φορεθούν από μοναχούς όπως έλεγε και μάλιστα, μου τα πέταξε πολύ υποτιμητικά μέσα στον σάκο που τα είχα. Καθόλου δεν μου άρεσε αυτό όπως καταλαβαίνεις, γι’ αυτό και πήρα τα σκουφιά μου από μπροστά του και θυμωμένος καθώς ήμουν με την συμπεριφορά του, έκλεισα με δύναμη την πόρτα του πίσω μου.

Κι όπως έπρεπε, μετά από αυτό που μου έκανε δηλαδή, ήρθα φουσκωμένος στο δωμάτιο, με σκοπό να μαζέψω τα πράγματά μου κι αφού φύγω από εδώ, τώρα κιόλας, να μην επιστρέψω ποτέ ξανά σ’ αυτό το μοναστήρι.

Αυτά λέγοντας ο πληγωμένος άνθρωπος, από την άγουρη συμπεριφορά του μοναχού που αναγνώρισα βέβαια κι ενώ μου έδειχνε την τσάντα του, συνέχισε να λέει άσχημα λόγια για την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μοναχού και μαζί με αυτόν, έβαλε στο στόμα του στην συνέχεια και τους υπόλοιπους μοναχούς της μονής μας, ως να ήταν συλλογικά υπεύθυνοι για ανάρμοστη συμπεριφορά.

Γνωρίζοντας λοιπόν, σε ποιόν κακότροπο μοναχό απευθύνθηκε, θα έλεγα ότι δικαιολόγησα και την συμπεριφορά του παππού, αλλά επειδή δεν ήθελα να τον αφήσω να φύγει από εκεί, πληγωμένος καθώς ήταν από τους λογισμούς που έκανε κι αφού δεν είχα δει ακόμη κάποιο από τα σκουφιά του, θέλησα να έχω κι εγώ μια ιδέα για όσα του προέκυψαν, ώστε να βοηθήσω κάπως τον άνθρωπο, είτε είχε δίκαιο, είτε όχι.

Κι αυτό που σκέφτηκα να κάνω, ήταν να του ζητήσω να δείξει και σ’ εμένα τα σκουφιά του αν ήθελε. Και προκειμένου να το κάνει ευχαρίστως αυτό, πήρα πάλι το μέρος του και με πολύ σιγουριά του έλεγα.

Καλά έκανες και βρόντηξες την πόρτα αυτού του μοναχού τέτοιος που είναι. Αλλά, δείξε και σ’ εμένα σε παρακαλώ ένα από τα σκουφιά σου, ώστε μαζί να κατηγορούμε την ανάρμοστη συμπεριφορά του και μαζί να δικαιολογήσουμε και τον θυμό σου, όπως και την αντίδρασή σου βέβαια.

Ακούγοντας αυτός τα παραπάνω, έσκυψε και με νεύρο έβγαλε μέσα από την τσάντα του ένα από τα σκουφιά του και με το ίδιο νεύρο μου το έδωσε στα χέρια, ενώ έλεγε με αγανάκτηση. Αυτά λοιπόν του έδειξα και για να τα κάνει η γυναίκα μου, έναν ολόκληρο χρόνο παιδευόταν. Έβγαλε τα μάτια της δηλαδή μέχρι να τα κάνει κι αυτός ο άξεστος, ούτε να τα δει θέλησε, αλλά και μου τα πέταξε στην μούρη ως ακατάλληλα. Πώς λοιπόν να μη θύμωνα μαζί του;

Σταματώντας αυτός τον λόγο του, πάλι του έλεγα για συμπαράσταση. Καλά του έκανες, αφού όντως και είναι άξεστος ο συγκεκριμένος μοναχός όπως κι εγώ το ξέρω. Αλλά για να πούμε και του στραβού το δίκαιο βρε παππού, αυτά τα σκουφιά που μου δείχνεις, με θυμίζουν αυτά που μου έπλεκαν με τις χοντρές βελόνες στα χέρια τους, η γιαγιά μου και μάνα μου, όταν έπρεπε να ντυθώ τσολιάς στο δημοτικό.

Αυτά που φορούν οι μοναχοί όμως, είναι μεν πλεκτά με μάλλινη χοντρή κλωστή, όπως και της γυναίκας σου βέβαια, αλλά είναι διπλάσια σε μήκος, από αυτά που αυτή τους έπλεξε. Αν τα φορέσουν οι μοναχοί όμως, μάλλον σε καθολικούς θα μοιάζουν.

Είπαμε ότι είναι δύστροποι, όπως και κακοί όπως είπες, αλλά και με το δίκαιό τους δεν μπορούν να τα φορέσουν αυτά που τους έφερες. Τώρα, γιατί αυτός δεν σου το είπε με καλό τρόπο, αυτό είναι άλλο θέμα. Εσύ όμως, αφού είχες μια τέτοια διάθεση, γιατί δεν πήγες στον γέροντα να του πεις τον λογισμό σου, ότι ήθελες δηλαδή να κάνεις μια τέτοιου είδους ευλογία στο μοναστήρι;

Αν του φανέρωνες το σκεπτικό σου, είμαι σίγουρος ότι θα σου έλεγε να μη βάλεις την γυναίκα σου σε τέτοια ταλαιπωρία. Κι να πάλι σου έλεγε να το κάνεις, σίγουρα θα σου έδινε ένα δείγμα και σύμφωνα με αυτό θα υποχρεωνόταν να ανταποκριθεί και γυναίκα σου.

Σωστά τα λες εσύ, έλεγε κι ο παππούς με την σειρά του, κατανοώντας βέβαια την κατασκευαστική διαφορά που του προέκυψε από δικό του λάθος, γι’ αυτό και σκεφτόταν εκείνη την στιγμή, πως θα έλεγε στην γυναίκα του, ότι δεν δέχτηκαν τα σκουφιά της οι μοναχοί, την στιγμή που έναν ολόκληρο χρόνο παιδευόταν να τα πλέξει.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, με σκυμμένο το κεφάλι του πλέον εξέφραζε και με πολύ παράπονο μάλιστα, τον επόμενο λογισμό που έπρεπε να αντιμετωπίσει, τον οποίο βέβαια, στην κουρασμένη γυναίκα του έπρεπε να ανακοινώσει και μαζί με αυτόν, να της ομολογήσει κι ότι από δικό του λάθος μετατράπηκε η ευλογία που περίμενε, σε αδιόρθωτο πρόβλημα. Κι επειδή πολύ τον απασχολούσε αυτό, πολλές φορές επανέλαβε αυτό που σκεφτόταν. Αν της πω δηλαδή, ότι λάθος κάναμε τα σκουφιά, δεν θα στεναχωρηθεί και δεν θα κλαίει τον κόπο της;

Θέλοντας να τον συμπαρασταθώ και στους επόμενους λογισμούς του στην συνέχεια, πάλι του έλεγα με τρόπο. Με το δίκαιό της βρε παππού θα στεναχωρηθεί η γυναίκα σου, αλλά να ξέρεις, ότι κι εγώ έκανα κάτι ανάλογο κι όταν το καλοσκέφτηκα, θύμωσα με τον εαυτό μου για τον κόπο που υποχρέωσα την γυναίκα μου να κάνει, προκειμένου να φανώ κι εγώ καλός προς τους μοναχούς και δεν σου κρύβω, ότι πολύ καιρό με πείρε μέχρι να καταλάβω το λάθος μου.

Εσύ όμως, μπορείς εδώ και τώρα να διορθώσεις αυτό που έγινε στραβά κι έτσι, μάλλον λυθεί εύκολα το πρόβλημα. Πες δηλαδή στην γυναίκα σου, ότι μπορεί να προσθέσει μιας παλάμης μήκος σε κάθε σκουφί κι όταν πια θα είναι έτοιμα αυτά κι έτσι όπως σου λέω, ούτε αυτός ο άξεστος, αλλά ούτε και κανείς άλλος θα μπορεί να σου τα επιστρέψει.

Ξαφνιασμένος ο παππούς από την λύση που άκουγε, έλεγε και με το δίκαιό του. Τί λες ρε; Ξέρεις τι κόπος είναι αυτός; Καλύτερα να τα πετάξω πρόσθεσε κι από το άγχος που τον κατείχε, άρχισε πάλι να ξεφυσά.

Θέλοντας να μαλακώσω και πάλι τους λογισμούς του, τους οποίους βέβαια, πολύ καθαρά έβλεπα να ανεβαίνουν επικίνδυνα στο κεφάλι του, του πρόσθεσα δεύτερη λύση. Αφού αυτό που σου είπα είναι δύσκολο να γίνει, κάνε κάτι ποιο εύκολο τότε και ποιο αποτελεσματικό μάλιστα.

Δώσε δηλαδή σ’ εμένα ένα από τα σκουφιά σου κι εγώ συνεχώς θα το φορώ, ώστε να σε θυμάμαι και μη λες τίποτε στην γυναίκα σου για την απόρριψη που σας έγινε. Άφησε δε και τα υπόλοιπα σ’ εμένα κι εγώ που έχω καλή σχέση με τον γέροντα, θα του ζητήσω να τα δώσει σε περισσότερες γυναίκες προκειμένου να τα κάνουν όπως πρέπει κι έτσι, θα επιστρέψει η ευλογία στο σπίτι σου, όπως και στην γυναίκα σου ασφαλώς. Τί λες λοιπόν; Αυτό μπορείς να το κάνεις;

Ευχαριστημένος αυτός από την δεύτερη λύση, πράγματι μου έδωσε ένα σκουφί κι όπως το καλοσκέφτηκε, μου έδωσε και την τσάντα του με τα υπόλοιπα σκουφιά. Μετά από λίγο όμως, μετάνιωσε και την πήρε πίσω.

Όχι, έλεγε αποφασισμένος. Κράτησε εσύ αυτό που σου έδωσα, αλλά τα υπόλοιπα θα τα δώσε σε άλλο μοναστήρι. Αυτά λέγοντας, άρπαξε την τσάντα του, όπως κι ένα σάκο που είχε πρόχειρα αφημένο πάνω στο κρεβάτι του κι έτσι όπως ήταν συγχυσμένος, βγήκε από το δωμάτιο κι όταν βρέθηκε το διάδρομο, τον άκουσα να λέει στον εαυτό του μάλλον, ότι θα τα πήγαινε με τα πόδια στην διπλανή μονή από την δική μας. Στην μονή Διονυσίου δηλαδή.

Δεν ξέρω βέβαια τι έκανε ο παππούς με τα σκουφιά του, αλλά εκείνο που έδωσε σ’ εμένα το κράτησα και για να κάνω αυτό που του είπα, το έβαλα στην καμπίνα του αυτοκινήτου μου, προκειμένου να το φορώ όταν έβρεχε και βρισκόμουν στην διαδικασία να ξεφορτώνω τα εμπορεύματά μου στο καράβι.

Αυτό κι έκανα είναι αλήθεια και πράγματι μου ήταν χρήσιμο το σκουφί του, γιατί όντως συγκρατούσε τα νερά της βροχής που έτρεχαν από τα μαλλιά μου προς τα κάτω, τα οποία κατέληγαν στα μάτια μου στην συνέχεια κι ως εκ τούτου, εμπόδιζαν την όρασή μου.

Το χρησιμοποίησα αρκετές φορές είναι αλήθεια και πράγματι θυμόμουν τον άνθρωπο που μου το έδωσε. Ένας λογισμός όμως με υποχρέωσε να το βγάλω από το κεφάλι μου μια τέτοια βροχερή μέρα και να το ρίξω πάνω στο κάθισμα του αυτοκινήτου, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να με δουν οι άνθρωποι που επισκέπτονται το μοναστήρι μας και να λένε μέσα τους, πάει, την ψώνισε ο Μιχάλης. Παριστάνει και τον μοναχό τώρα.

Αυτός λοιπόν ήταν ο δικός μου λογισμός, αλλά και το σκουφί μου, εκεί που το άφησα, εκεί κι έμεινε και μετά από λύγο καιρό το έχασα εντελώς από τα μάτια μου, γιατί χώθηκε ανάμεσα στα δυό καθίσματα κάποια στιγμή κι έτσι το ξέχασα εντελώς.

Μετά από ένα εξάμηνο όμως, στο μοναστήρι μας βρισκόμουν πάλι και στο παγκάκι έξω από την εκκλησία καθόμουν ένα απόγευμα παρέα με κάποιους γνωστούς προσκυνητές, όταν με κάλεσε κοντά του ο γέροντάς μας.

Βάδιζε στην μικρή αυλή για την ακρίβεια εκείνη την ώρα, προκειμένου να ξεμουδιάσει κάπως κι αυτός τα γόνατά του, λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε σ’ αυτά κι επειδή του έκανα παρέα τελικά, πολλά με ρώτησε εκεί κατά την συνήθειά του, έχοντα σχέση βέβαια με την δουλειά μου, την οικογένειά μου, όπως και με την πνευματική μου πορεία άλλωστε.

Όταν πια είπαμε αρκετά γύρω από αυτά, θέλησε να επιστρέψει στο γραφείο του και πριν το κάνει, μου έλεγε κάτι σαν υστερόγραφο εκεί, το οποίο καθόλου δεν κατάλαβα την στιγμή που το έλεγε. Εκείνο το σκουφί που έχεις στο αυτοκίνητό σου βρε Μιχάλη, φόρα το. Δεν είναι κάτι το επιλήψιμο.

Αυτό μόνον μου είπε κι όπως έπρεπε, έφυγε για το γραφείο του, ενώ εγώ έμεινα εκεί να ψάχνω, για ποιο σκουφί άραγε μου μιλούσε, αφού δεν είχα κανένα τέτοιο. Με απασχόλησε αρκετά μπορώ να πω η τοποθέτησή του, αλλά κι αποτέλεσμα δεν έβγαζα. Μετά από πολύ ώρα ωστόσο, μου ήρθε στο μυαλό τελικά το σκουφί που αυτός εννοούσε, οπότε δικαιολόγησα την προτροπή του.

Το προορατικό του γέροντά μας το ήξερα βέβαια, αφού πολλές φορές με βοήθησε στην πνευματική, όσο και στην κοσμική μου ζωή. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που καθόλου δεν με ξάφνιασε, το πώς ήξερε αυτός ότι πράγματι είχα ένα σκουφί και τότε μάλιστα που εγώ το είχα ξεχάσει.

Ωστόσο όμως, το έψαξα μετά από λίγες μέρες κι αφού το βρήκα στο αυτοκίνητό μου, το άφησα ξανά στην θέση του. Ποτέ δηλαδή δεν το έβαλα στο κεφάλι μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *