Αυτά που λες Μιχάλη έκανα κι εγώ στα είκοσι δύο μου χρόνια και καθόλου δεν μετάνιωσα. Αλλά και η Βαγγελιώ, παλικαρίσια στάθηκε δίπλα μου. Αν δεν ήταν ο κύριος Θόδωρος και η κυρία Ασημίνα δίπλα μας όμως, ούτε σπίτι θα είχαμε τώρα, ούτε και οικογένεια. Αυτοί δηλαδή μας μεγάλωσαν.
Όσο για το αφεντικό της Βαγγελιώς πάντως, πρέπει να σου πω ότι αφήνιασε στην προσπάθειά του να μας βρει και όλη την αστυνομία υποχρέωσε να μας ψάχνει. Μη μπορώντας όμως να μας εντοπίσουν κάπου αυτοί, ήθελε, δεν ήθελε, κατάπιε το πικρό ποτήρι.
Ενημέρωσε ωστόσο και τον πατέρα της για τα καμώματά της κόρης του όπως του είπε, οπότε, στον κύριο Θόδωρο έφτασε κι αυτός μετά από δυο εβδομάδες περίπου και σύμφωνα με αυτά που άκουσε, απ’ αυτόν ζητούσε εξηγήσεις για την εξαφάνιση της κόρης του.
Αυτός βέβαια, καθόλου δεν τον μάλωσε για όσα τον κατηγορούσε, αλλά και τον παρακάλεσε να περιμένει κάπου το τέλος της εργασίας του και τότε, σίγουρα θα τον πήγαινε να δει την κόρη του.
Τον είδα κι εγώ είναι αλήθεια αφού τον γνώριζα, αλλά καθώς έπρεπε, κρύφτηκα ώστε να μη με δει αυτός και υποψιαστεί κάτι για την δική μου σχέση με την κόρη του και χαλάσω χωρίς να θέλω, αυτά που είχε σχεδιάσει ο κύριος Θόδωρος να γίνουν, όταν ερχόταν κι αυτός να μας ψάξει όπως το περίμενε.
Όταν τελειώσαμε από την δουλειά μας όμως, στην καρότσα μας τον ανεβάσαμε και όλοι μαζί, στο σπίτι του κυρίου Θόδωρου πήγαμε πρώτα. Εκεί λοιπό καταλήγοντας, με κάποια αγονία έψαχνε να βρει την Βαγγελιώ αυτός κι επειδή δεν την εύρισκε, πάλι τα έβαλε μαζί του.
Εμένα πάντως, τίποτε δεν μου έλεγε. Νομίζοντας δε, ότι μάλλον γιός του ήμουν, πολλές φορές με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω χωρίς να φανερώνει τις σκέψεις του.
Αφού τον καλωσόρισε με καλό τρόπο και η κυρία Ασημίνα μετά από λίγο περνώντας τον στο σπίτι της, του ανακοίνωσαν τελικά την ώρα που έπινε ένα τσίπουρο μαζί μας, ότι όπως έμαθαν από κάποιους γνωστούς τους, πράγματι κλέφτικε η κόρη του με ένα καλό παλικάρι σαν τον γιό τους κι ότι ζούσε πολύ καλά μαζί του.
Κι αφού ζει καλά, του έλεγε στο τέλος ο κύριος Θόδωρος, γιατί θέλεις να την βρεις και προπαντός, γιατί θέλεις να την στείλεις να ζει μια ζωή υπηρέτρια; Αν δηλαδή ήθελε να κάνει οικογένεια η Βαγγελιώ, ήρθες εσύ εδώ σήμερα να της την χαλάσεις;
Όχι βρε αδελφέ έλεγε αυτός. Γιατί να την χαλάσω; Αλλά δεν έπρεπε να ξέρω κι εγώ που βρίσκεται και με ποιόν παντρεύτηκε; Αν ήθελες να ξέρεις του έλεγε και η κυρία Ασημίνα με πολύ καλό τρόπο πάντα, δεν έπρεπε να το είχες στο μυαλό σου αυτό και δεν έπρεπε να ρωτήσεις και την Βαγγελιώ κάποια στιγμή, τι θα ήθελε να κάνει στην ζωή της, ώστε να την στηρίξεις σαν καλός πατέρας;
Την άφησες όμως να είναι μόνιμη υπηρέτρια και στην διάθεση κάποιου, που ποτέ δεν θα την άφηνε να κάνει οικογένεια, αφού αυτός την ήθελε διά παντός κοντά του και τυφλά υπάκουη. Μόνιμη δούλα δηλαδή στο σπίτι του.
Εσύ μπορεί να συμφώνησες με την καταδίκη της κόρης σου. Αυτήν όμως; Δεν έπρεπε να την ρωτήσεις αν συμφωνεί; Μη ζητάς τα ρέστα λοιπόν από τους ανθρώπους που προστατεύουν την κόρη σου. Από την δική σου αδιαφορία να ζητήσεις ευθύνες.
Αν σ’ ενδιαφέρει όμως η ευτυχία της και θέλεις να δεις εγγόνια από αυτήν, εμείς θα κάνουμε τα πάντα, ώστε να μάθουμε που ζει κι ευχαρίστως θα σε οδηγήσουμε στο σπίτι της, ώστε να δεις και με τα δικά σου μάτια το νοικοκυριό που έκανε.
Άκουγε βέβαια αυτός τις παρατηρήσεις της κυρίας Ασημίνας και τις άκουγε αμίλητος πρέπει να πω, αλλά εμένα, συνεχώς με κοιτούσε σαν να σκεφτόταν κάτι. Μετά από λίγο όμως, έλεγε στον κύριο Θόδωρο σαν να τον ενοχλούσαν τύψεις. Η αλήθεια είναι, ότι δεν ήθελα να την στείλω υπηρέτρια. Τα πολλά παιδιά μας ανάγκασαν να το κάνουμε. Μη μπορώντας να τα μεγαλώσουμε όλα μόνοι μας δηλαδή, στείλαμε την Βαγγελιώ υπηρέτρια.
Αν παντρευόταν με κάποιο παλικάρι σαν και τον γιό σας που βλέπω εδώ, δεν θα είχα αντίρρηση. Δεν ξέρω όμως με ποιόν παντρεύτηκε, γι’ αυτό και θα ήθελα να μου πείτε όταν μάθετε, που και πότε μπορώ να επισκεφτώ την Βαγγελιώ μας. Τί λέτε; Θα μπορέσετε να με πάτε κάποια στιγμή στο σπίτι της;
Δεν έρχομαι συχνά στην πόλη σας κι αυτό πάλι, το κάνω τότε μόνον κι όταν θέλω να αγοράσω κάτι που δεν βρίσκω στο χωριό μας. Μαζί με αυτό όμως, έβλεπα και την Βαγγελιώ. Τώρα που την έχασα, δεν ξέρω που να την ψάξω.
Αν ξέρετε όμως εσείς να μου πείτε που είναι, μη μου το κρατάτε κρυφό. Κι αυτήν την στιγμή να μου πείτε, πάμε να σου την δείξουμε, αμέσως θα σηκωθώ και θα τρέξω πίσω σας.
Αυτά είπε ο άνθρωπος κι αφού δεν θέλαμε να τον παιδέψουμε περισσότερο, ο κύριος Θόδωρος πήρε τον λόγο και με πολύ καλοσύνη στην φωνή του έλεγε. Αφού πράγματι θέλεις να δεις την κόρη σου, όλοι μαζί θα πάμε να την δούμε τώρα και να ξέρεις, ότι πολύ θα χαρεί κι αυτή, όταν σε δει να την επισκέπτεσαι στο σπίτι της.
Μετά από την τοποθέτησή του, πράγματι ανεβήκαμε στην καρότσα του και όλοι μαζί πήγαμε να βρούμε την Βαγγελιώ. Μέχρι να πάμε εκεί όμως, μιλιά δεν βγάλαμε στον δρόμο. Κανείς μας δεν μιλούσε δηλαδή κι ο καθένας, για τους δικούς του λόγους το έκανε.
Εγώ πάντως, μεγάλη αγονία είχα, για το τι θα μπορούσε να κάνει ο πατέρας της Βαγγελιώς όταν την έβρισκε κι αν αυτό θα έφερνε κάποιες άσχημες επιπτώσεις σ’ εμάς, από την στιγμή που θα του φανερώναμε την σχέση μας, αλλά και το σπίτι μας.
Όταν φτάσαμε τελικά και απροετοίμαστη η Βαγγελιώ μας είδε όλους μαζί στην πόρτα της, άχνα δεν έβγαινε από το στόμα της. Άνοιξε όμως περισσότερο την πόρτα του σπιτιού μας, ώστε να περάσουμε μέσα και τότε μόνον έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της, ζητώντας του συγνώμη, γιατί δεν τους ενημέρωσε για όσα μεσολάβησαν.
Αλλά κι ο πατέρας της έκλαιγε συγκινημένος και μόνον αυτό έλεγε συνεχώς. Γιατί βρε παιδί μου δεν μας είπες τίποτε; Όταν πια ηρέμισαν οι διό τους, τότε μόνον ρωτούσε ο πατέρας της να του πει, ποιος ήταν ο άντρας της και πού βρισκόταν εκείνη την στιγμή.
Πίσω σου είναι του έλεγε αυτή αυθόρμητα, μη ξέροντας τι μεσολάβησε μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας. Από περιέργεια όμως, γύρισε κι ο πατέρας της να δει ποιος βρισκόταν πίσω του.
Βλέποντας εμένα εκεί, έλεγε φανερά αυτό που σκεφτόταν. Θα το ήθελα, αλλά δεν το περίμενα. Αυτό μόνον είπε και δίνοντας μου το χέρι του, έσφιγγε ευχαριστημένος το δικό μου όπως μου άφησε να καταλάβω.
Αφού είστε καλά όμως πρόσθεσε κι όπως βλέπω κάνατε το νοικοκυριό σας, να σας κάνουμε κι εμείς μια επίσκεψη, ώστε όλοι μαζί να γιορτάσουμε τον γάμο σας. Εσύ πάντως έλεγε σ’ εμένα, καλό παλικάρι φαίνεσαι. Να την αγαπάς όμως και να την προσέχεις γιατί πολύ βασανισμένη είναι η Βαγγελιώ μας.
Είπαμε πολλά τέτοια στην συνέχεια κι αφού έπρεπε να φύγει μη χάσει το τελευταίο λεωφορείο για το χωριό του, πάλι ανεβήκαμε στην καρότσα του κυρίου Θόδωρου και τρέχοντας σχεδόν το προλάβαμε. Από εκεί και μετά πάντως, συχνά τους βλέπαμε, όπως κι εμείς πηγαίναμε να τους δούμε μερικές φορές τον χρόνο κι έτσι έκλεισε ο κύκλος της γνωριμίας μας με την οικογένεια της Βαγγελιώς.
Ακόμη όμως έχουμε επαφή με τα αδέλφια της, μια και τους γονείς της τους χάσαμε πριν από λίγα χρόνια. Πότε έρχονται αυτοί εδώ δηλαδή και πότε εμείς πάμε να τους δούμε. Όποτε βρισκόμαστε πάντως, με χαρά το κάνουμε.
Αυτά μόνον πρόλαβε να εξιστορήσει ο μπάρμπα Χαράλαμπος, γιατί σταμάτησε να μιλά, μόλις άκουσε να του λέω, ότι μπήκαμε τελικά στην Αγκαθιά. Αν θέλεις όμως να ενημερώσουμε πρώτα τον κύριο Θόδωρο για την άφιξή μας, του έλεγα, όπως και την πρόθεσή μας να τους επισκεφτούμε μετά από την εργασία μας, ευχαρίστως θα το κάνω.
Συμφώνησε μαζί μου ο μπάρμπα Χαράλαμπος, γι’ αυτό και στο τέλος του δρόμου, πράγματι μου έδειξε που να στρίψω, ώστε να βρεθούμε στο σπίτι του. Κι αφού σταθμεύσαμε στην αυλή του όταν φτάσαμε, πήγε αυτός να χτυπήσει την πόρτα τους, ενώ εγώ ακολουθούσα πίσω του.
Όσο κι αν την χτυπούσε όμως, κανείς δεν μας άνοιγε, αλλά και η πόρτα του ήταν κλειδωμένη όπως διαπιστώναμε. Μια γυναικεία φωνή όμως, που από πίσω μας ακούστηκε, πολύ καθαρά μας έλεγε, ότι από μέρες πριν έλειπαν οι γείτονές τους, γιατί ο μικρότερος από τα αδέλφια του ήρθε να τους πάρει, αν και δεν ήξερε να μας πει, που τους μετέφεραν και για ποιόν λόγο.
Μιχάλης Αλταλίκης