
Έφυγε βέβαια η νεαρή ξανθιά κοπέλα από την γειτονιά μας, αλλά εγώ παρέμενα στην θέση μου παρκαρισμένος της ώρες που το χρειαζόμουν κι όπως μου το επέβαλε ο οδοντίατρος, συνέχισα να ξαπλώνω στο αυτοκίνητο μου όταν είχα χρόνο κι έτσι όλοι έβλεπαν τι έκανα.
Μου έκανε καλό τελικά η εντολή του, να ξαπλώνω δηλαδή όταν μου δινόταν η ευκαιρία, αφού όπως διαπιστώθηκε εκ των πραγμάτων, όχι μόνον ηρεμούσα έτσι, αλλά και δεν μου πονούσαν πλέον τα δόντια με την ίδια ένταση. Σιγά, σιγά όμως, απέδωσε περισσότερα αυτό το μέτρο, οπότε, όταν πια βαδίζαμε προς το καλοκαίρι, ησύχασα εντελώς θα έλεγα κι έτσι, δεν είχα τις γνωστές ενοχλήσεις στα δόντια μου.
Για να αποφύγω την επανάληψή τους όμως, συνέχισα να κάνω το ίδιο και στο επόμενο χρονικό διάστημα, αφού ούτως ή άλλως, κανέναν δεν ενοχλούσα με την συμπεριφορά μου. Πότε από τις πέντε το πρωί δηλαδή και πότε από της πεντέμισι έκανα το ίδιο όταν πήγαινα από το σπίτι μου ή από την λαχαναγορά στο κέντρο της πόλης μας.
Από εκείνη την ώρα όπως σας το ανάφερα έφτανα με το αυτοκίνητό μου στην περιοχή της οδού Φράγκων, προκειμένου να εξασφαλίσω το πάρκιν που χριζόμουν για τις επόμενες ώρες της ημέρας.
Για το πάρκιν δηλαδή πήγαινα τόσο νωρίς στην αγορά, αλλά και με βόλευε αυτή η κίνηση, αφού αρκετά από τα καταστήματα εύρισκα ανοικτά εκείνη την ώρα, από τα οποία μάλιστα, ούτως ή άλλως είχα να κάνω τις προγραμματισμένες μου αγορές.
Ωστόσο βέβαια, σε όσους από τους καταστηματάρχες ρωτούσαν με τρόπο να τους πω, τον λόγο που τους επισκεπτόμουν τόσο νωρίς, όπως και τον λόγο που έβλεπαν να ξαπλώνω στο αυτοκίνητό μου μερικές φορές κι όταν αυτό μου το επέτρεπαν ο χρόνος, όπως και το πλήθος των παραγγελιών που είχα να εκτελέσω, έδωσα τις εξηγήσεις μου.
Στους υπόλοιπους της αγοράς μας όμως, που κι αυτοί έβλεπαν την εν λόγο συμπεριφορά μου, δεν έκανα καμιά σχετική αναφορά, αφού κανένας και τίποτε δεν με υποχρέωνε να το κάνω. Ικανοποιώντας την περιέργειά τους όμως αυτοί, πολλά έλεγαν εις βάρος μου κι όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά αποτελέσματα των δικών τους φαντασιών.
Η περιέργειά τους όμως ήταν τέτοια, που τους υποχρέωνε θα έλεγα να ξέρουν για ποιόν ιδικά λόγο κοιμόμουν στο αυτοκίνητο μου, αφού ήξεραν ότι και παντρεμένος ήμουν και οικογένεια είχα, αλλά και δεν τολμούσαν να μου κάνουν απευθείας σχετικές ερωτήσεις, οπότε, γέμιζαν το περίεργο μυαλό τους με ένα σορό φαντασίες, τις οποίες μάθαινα βέβαια, αλλά και ποτέ δεν τις σχολίαζα μαζί τους.
Ένας από αυτούς μάλιστα ήταν τόσο περίεργος, που πήρε την απόφαση μια μέρα, ώστε να δώσει αυτός ένα τέλος στην σιωπή που τους υποχρέωνα να ζουν, γι’ αυτό και μου έκανε επίσκεψη ένα πρωινό στο αυτοκίνητό μου.
Και δεν με επισκέφτηκε εκεί, ζητώντας απλώς και μόνον να μάθει τον λόγο της συνήθειάς μου, αλλά και να με συμβουλέψει συγχρόνως ήθελε, για την κακότητα που προκαλούσε αυτή, όπως αυτός κι από μόνος του τουλάχιστον εκτιμούσε.
Δευτέρα ήταν συγκεκριμένα και μόλις είχα επιστρέψει από το Άγιο Όρος για την ακρίβεια. Είχα επισκεφτεί το μοναστήρι μας την Παρασκευή που μας πέρασε για τους γνωστούς λόγους κι όταν παρέδιδα στον μάγειρα τις προμήθειες που του μετέφερα, μου έδωσε ένα δέμα στα χέρια, εντός του οποίου ήταν τα μαχαίρια του όπως έβλεπα, τα οποία και μου ζήτησε να του τα επιστρέψω ακονισμένα την επόμενη φορά που θα του πήγαινα τις νέες του προμήθειες.
Ήταν αρκετά αυτά και κάπως μεγάλα μάλιστα σε μέγεθος, τα οποία είχα αφήσει τοποθετημένα στο πάτωμα της καμπίνας μου προκειμένου να τα θυμηθώ, αλλά και να τα δώσω πρωί, πρωί στο τροχείο για τρόχισμα, δεδομένου ότι τα χρειαζόταν όπως μου είπε.
Όταν λοιπόν αποφάσισε εκείνος ο περίεργος καταστηματάρχης, να μάθει τον λόγο που κοιμόμουν στο αυτοκίνητό μου όπως υπολόγιζε, ήρθε και μου χτυπούσε το τζάμι. Έβλεπα βέβαια κι από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου τις κινήσεις του, όσο αυτός μπαινόβγαινε στο κατάστημά του, αλλά και δεν υπολόγιζα όπως καταλαβαίνετε την πρόθεσή του να μου κάνει επίσκεψη εκείνη την ώρα.
Ωστόσο, έκανα πως δεν τον έβλεπα, όπως και δεν άκουγα τα χτυπήματά του στο τζάμι μου, ελπίζοντας να φύγει βλέποντας τα μάτια μου κλειστά, αλλά τίποτε. Καθόλου δεν πτοήθηκε δηλαδή. Και μπροστά στην επιμονή του να με ξυπνήσει καθώς υπολόγιζε, όχι μόνον το τζάμι μου χτυπούσε, αλλά και νοήματα μου έκανε προκειμένου να καταλάβω ότι ήθελε να μου μιλήσει.
Τί να έκανα λοιπό; Κατέβασα το παράθυρο μου κι όλος απορία για την ενέργειά του, περίμενα να ακούσω την δικαιολογία της επίσκεψής του, όπως και την δικαιολογία της ανησυχίας που έβλεπα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
Προετοιμασμένος κι αυτός καθώς ήταν, για όσα έβαλε κα τα νου του να μου πει, με συμβουλευτικό τρόπο μου τα έλεγε. Άκουσε να σου πω Μιχάλη. Από καιρό τώρα σε βλέπω να κοιμάσαι στο αυτοκίνητο σου και με όλο το θάρρος που μου επιτρέπει η ηλικία μου, θέλω να σου πω, ότι δεν είναι καθόλου σωστό αυτό που κάνεις.
Αν έχεις προβλήματα με την γυναίκα σου, καλά θα κάνεις να τα λύσεις με καλό τρόπο, γιατί δεν είναι πρέπον για μάς τους ανθρώπους της εκκλησίας, να αφήνουμε τέτοιου είδους προβλημάτων να χρονίζουν. Έτσι που βλέπω να τα αντιμετωπίζεις εσύ όμως, μάλλον τα διογκώνεις, αλλά και δικαιώματα δίνεις στην αγορά ώστε να σε σχολιάζουν.
Ήθελε να μου προσθέσει κι άλλα ο περίεργος καταστηματάρχης, αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει. Άρπαξα ένα μαχαίρι από τα μεγαλύτερα του μάγειρα και με αυτό στα χέρια, έσπρωχνα την πόρτα του αυτοκινήτου μου με πρόθεση να βγω έξω, ενώ του έλεγα συγχρόνως πολλά με θυμό, αλλά και με αγανάκτηση για την γυναίκα μου. Τώρα κιόλας θα πάω να την σφάξω την άτιμη. Δεν την αντέχω άλλο, του έλεγα με το ίδιο νεύρο, γιατί κόλαση μου έκανε την ζωή κι ακόμη επιμένει να με τυραννάει.
Ακούγοντας αυτός, αλλά και βλέποντας την αντίδρασή μου, έβαλε τα χέρια του στην πόρτα του αυτοκινήτου μου και την πίεζε έτσι, ώστε να μην μπορώ να την ανοίξω, σίγουρος πια ότι θα έκανα πράξη αυτά που θυμωμένος ξεστόμιζα κατά της γυναίκας μου.
Όσο τον έβλεπα να ανησυχεί λοιπόν, άλλο τόσο έσπρωχνα κι εγώ την πόρτα μου να ανοίξει κι άλλο τόσο πρόσθετα άσχημες εκφράσεις για την γυναίκα μου, ώστε να του γίνω απολύτως πιστευτός. Ξαφνιασμένος από το ξέσπασμα που του προέκυψε χωρίς να το υπολογίζει, πράγματι και πίστεψε τις προθέσεις μου και για να με καλμάρει, έλεγε λαχανιασμένος από την δύναμη που έβαζε στην πόρτα, αλλά και με κατανόηση το έκανε.
Καταλαβαίνω βρε Μιχάλη τον πόνο σου έλεγε, αλλά κάνε λίγη υπομονή ακόμη κι όλα θα διορθωθούν με την βοήθεια του Θεού. Μην εξάπτεσαι όμως τόσο πολύ, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να πάθεις κανένα έμφραγμα.
Τέτοια λοιπόν έλεγε αυτός και άλλα τόσα του έκανα εγώ για να δώσω τροφή στην περιέργειά του. Κι όταν πια τον είδα να κουράζετε, γιατί ηλικιωμένος άνθρωπος ήταν, του έλεγα με ηρεμία στην συνέχεια, ότι χάρη στην δική του καλή πρόθεση, θα έκανα όντως υπομονή και θα περίμενα όπως μου είπε, να δώσει την δέουσα λύση ο Θεός.
Μαζί με αυτά, του πρόσθεσα και το ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί κι αυτός τόσο πολύ στο εξής, για την κακή μου συνήθεια να κοιμάμαι στο αυτοκίνητό μου, γιατί τίποτε κακό πλέον δεν θα επιχειρούσα να κάνω στην γυναίκα μου, από την στιγμή που αυτός είχε την καλή διάθεση να με συμβουλέψει.
Μου το υποσχέθηκε βέβαια ο άνθρωπος, αν και λαχανιασμένος όπως σας είπα από την προσπάθειά του να με εμποδίσει, οπότε, έριξα κι εγώ επιδεικτικά το μαχαίρι που κρατούσα στο πάτωμα κι έτσι, έφυγε αυτός ανακουφισμένος από κοντά μου, ενώ εγώ συνέχισα να ξαπλώνω ήσυχος από περίεργους κι ενοχλητικούς καταστηματάρχες, μέχρι να γίνει επτά εκείνο το πρωινό όπως το είχα προγραμματίσει.
Μετέδωσε βέβαια στην αγορά κι από μόνος του μάλιστα το σχοινικό που του προέκυψε μαζί μου κι έτσι, του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει από τους υπόλοιπους τον πραγματικό λόγο της δικής μου συμπεριφοράς. Ωστόσο, τίποτε δεν μου ανάφερε μετέπειτα, για την θεατρική μου αντίδραση.
Μετά από λίγες μέρες όμως και λίγο πριν αναχωρήσω για τις διακοπές μου, ήρθε κι ο αφηρημένος καταστηματάρχης να με επισκεφτεί με πολύ αγωνία ένα πρωινό, όταν είδε κι αυτός να επιστρέφω κάποια στιγμή προς το αυτοκίνητό μου.
Σε ένα στενό δρομάκι για την ακρίβεια παρκάριζα το αυτοκίνητό μου και το πάρκαρα έτσι στην γωνία, ώστε να βλέπει μεν αυτό προς την διασταύρωση των μεγαλύτερων οδών της περιοχής, αλλά και να το ελέγχω εγώ μεν πολύ συχνά, όπως και να το επισκέπτομαι ποιο εύκολα για τους λόγους που το χρειαζόμουν.
Στο ίδιο στενό όμως, διέθετε κι ο εν λόγω αφηρημένος το κατάστημά του κι όπως σε όλους ήταν γνωστό, εμπορευόταν εντός αυτού τα οικιακά όπως και τα επαγγελματικά του ανοξείδωτα σκεύη. Για να τα δείχνει δε αυτά και στους περαστικούς από την γειτονιά μας, έβγαζε από συνήθεια ένα μεγάλο πάγκο στον δρόμο, πάνω στον οποίο και τοποθετούσε αρκετά από την πραμάτεια του.
Γνωρίζοντας το δικό μου αυτοκίνητο, όπως και την πολύ πρωινή μου τοποθέτηση εκεί, σωστά ρωτούσε να του πω εκείνη την ώρα, ποιός έβαλε το αυτοκίνητο του μπροστά στην πόρτα του, γιατί τον εμπόδιζε αυτό να εκθέσει με τον παραπάνω τρόπο τα εμπορεύματά του.
Είναι αλήθεια βέβαια, ότι του έκαναν πολλές παρατηρήσεις τα όργανα της τάξης για την συγκεκριμένη του συνήθεια, να καλύπτει μέρος του δρόμου δηλαδή, προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις του όπως ήλπιζε κι αρκετές φορές μάλιστα τον υποχρέωσαν να πληρώσει τα ανάλογα πρόστιμα για την αταξία που προκαλούσε. Αυτός όμως επέμενε να κάνει αυτό που ήθελε.
Μαζί με τα πρόστιμα όμως, διαπληκτιζόταν μερικές φορές και με τους οδηγούς, όταν ήθελαν αυτοί πολύ λογικά να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους στον δρόμο και στην θέση που αυτός έστηνε τον πάγκο του, αφού δρόμος ήταν και δίκαιο είχαν.
Εξαιτίας αυτής της αταξίας του λοιπόν, πάντοτε κινδύνευε να φάει και ξύλο ακόμη από τους ερεθισμένους οδηγούς, όταν επέμενε αυτός να τους διώχνει από τον δρόμο και μάλιστα με άσκημο τρόπο. Σεβόμενοι την ηλικία του αυτοί όπως του έλεγαν κάθε φορά, έφευγαν από μπροστά του, μη τυχόν και χειροδικούσαν επάνω του θυμωμένοι από την συμπεριφορά του.
Ένα παρόμοιο επεισόδιο μάλιστα προκάλεσε και πριν από λίγο καιρό σε κάποιον επίσης επίμονο νεαρό, ο οποίος όχι μόνον του αντιμιλούσε, αλλά κι επέμενε με το έτσι θέλω να παρκάρει το αυτοκίνητό του, εκεί που ο αφηρημένος καταστηματάρχης είχε τοποθετήσει την πραμάτεια του πάνω στον παράνομο πάγκο του.
Διαπληκτιζόταν αρκετή ώρα για την ακρίβεια με τον νεαρό και μη μπορώντας να ανεχθεί την επιμονή του να θέλει να παρκάρει με το έτσι θέλω εκεί που αυτός είχε στημένο τον πάγκο του, τον έβρισε άσχημα.
Θυμωμένος κι ο νεαρός από την συμπεριφορά του καταστηματάρχη, σήκωσε το κινητό του και κάλεσε την αστυνομία, η οποία κι έστειλε εκεί σε λιγότερο από πέντε λεπτά, τέσσερις μοτοσικλέτες με τους ανάλογους αστυνομικούς, ώστε αυτοί να διευθετήσουν το ζήτημα.
Τα έχασε ο κύριος Αντώνης βλέποντας να μπαίνουν στο κατάστημά του οκτώ πάνοπλοι αστυνομικοί, οι οποίοι και τον υποχρέωσαν να αδειάσει τον δρόμο, ώστε να μπορέσει να παρκάρει το αυτοκίνητό του ο νεαρός.
Το έκανε βέβαια, αν και πολύ δύσκολα ομολογουμένως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να διαπληκτιστεί και με τους αστυνομικούς. Κι αφού μάζεψε θέλοντας και μη την πραμάτεια του, δέχτηκε στην συνέχεια και την παρουσία του αυτοκινήτου που του άφησε ο νεαρός μπροστά στην πόρτα του.
Μετά από αυτό, θα περίμενε κανείς να δει την συμμόρφωσή του, αλλά λόγω του ότι δεν είχε ούτε ένα μέτρο πεζοδρόμιο μπροστά στο κατάστημά του ο κύριος Αντώνης, συνέχισε να κάνει το ίδιο, αδιαφορώντας εντελώς για τους καυγάδες που προκαλούσε.
Όταν λοιπόν με πλησίασε το πρωινό που σας ανάφερα και ζητούσε να του πω ποιός έβαλε το αυτοκίνητό του στην θέση που αυτός έστηνε τον πάγκο του, του έλεγα κι εγώ συμβουλευτικά ενθυμούμενος το τελευταίο περιστατικό, ότι έπρεπε να προσέχει πια την συμπεριφορά του, αφού κόντεψε να φάει ξύλο από εκείνον τον νεαρό για τον ίδιο λόγο κι ότι δεν έκανε καλά που επέμενε να βγάζει την πραμάτεια του στον δρόμο.
Όπως σου είπαν και οι αστυνομικοί, του έλεγα, το πεζοδρόμιο είναι για τους πεζούς κι ο δρόμος για τα αυτοκίνητα. Πάψε λοιπόν να κάνεις τα ίδια, γιατί θα βρίσεις πάλι κανέναν επίμονα νεαρό και το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει χειρότερο από το προηγούμενο.
Κι όπως το διαπίστωσες, κανένας από τους γύρω καταστηματάρχες δεν είναι διατεθειμένος να κρατά χώρο ελεύθερο για τις δικές σου ανάγκες, όπως και να διαπληκτίζεται για χάρη σου με τους οδηγούς, προκειμένου να βρίσκεις εσύ την επίμαχη θέση άδεια για τους δικούς σου λόγους.
Πρέπει να υπολογίζεις κι εσύ δηλαδή, ότι για το πάρκιν και μόνο, είναι πολλοί αυτοί όπως κι εγώ, που αναγκαστικά πια βρισκόμαστε κάθε μέρα εδώ κι από τις πεντέμισι το πρωί μάλιστα. Ο λόγος που μας υποχρεώνει να το κάνουμε αυτό, είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές ελεύθερες θέσεις για όλους μας.
Κατάλαβε κι εσύ λοιπόν, ότι όσα συμβαίνουν σ’ αυτό το στενό, συμβαίνουν και στους υπόλοιπους γύρω δρόμους. Όλοι οι δρόμοι δηλαδή είναι γεμάτοι από σταθμευμένα αυτοκίνητα και όλοι ψάχνουν να βρουν χώρο, προκειμένου να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους.
Όποιος τον βρει πρώτος, όπου κι αν τον βρει, βάζει το αυτοκίνητό του εκεί και ησυχάζει. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και μέρες που πολύ δύσκολα βρίσκουμε χώρο, ακόμη κι εμείς που ερχόμαστε εδώ από τις πεντέμισι το πρωί.
Εσύ πάλι, έρχεσαι στο κατάστημά σου μετά τις εννιά και για να κάνεις την δική σου δουλειά, βάζεις τον υδραυλικό να σου κρατάει με κλούβες το μέρος, με κίνδυνο πάντα να φάει αυτός ξύλο αντί για εσένα.
Σήμερα πάντως, αυτόν που κάθετε μπροστά σου, εδώ τον βρήκα κι όπως βλέπεις, μετά βίας παρκάρισα κι εγώ το αυτοκίνητό μου μπροστά του. Κατά συνέπια, δεν ξέρω, ούτε ποιος είναι, ούτε που θα τον βρεις.
Νευριασμένος όμως ο κύριος Αντώνης, τίποτε δεν άκουγε από όσα του έλεγα. Αντιθέτως, ένα σορό βρισιές έλεγε προς τον άγνωστο οδηγό και δεν έλεγε να σταματήσει βρίζοντάς τον.
Κάθε φορά δηλαδή που επέστρεφα φορτωμένος προς το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να βάλω στο εσωτερικό του αυτά που προμηθευόμουν από τα καταστήματα της γύρο περιοχής, τον άκουγα να βρίζει και με τον χειρότερο τρόπο μάλιστα τον άγνωστο άνθρωπο, όποιος κι αν ήταν.
Θα σε ακούσει να τον βρίζεις του είπε και κάποιος άλλος από τα γύρω καταστήματα και το ξύλο που έχεις να φας. Να ξέρεις όμως, ότι κανείς από μας δεν πρόκειται να σε συμπαρασταθεί, γιατί οι βρισιές που του απευθύνεις, κανέναν μας δεν τιμούν.
Ο κύριος Αντώνης όμως, τίποτε δεν άκουγε. Όταν πια κατά τις δώδεκα το μεσημέρι πήγα να πάρω το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να κάνω τις αγορές μου από τις ποιο απομακρυσμένες περιοχές της πόλης μας, πέρασα δίπλα από το ενοχλητικά παρκαρισμένο αυτοκίνητο κι από απλή σύμπτωση, έπεσε το μάτι μου στον καθρέπτη του οδηγού, ο οποίος όπως έβλεπα έλειπε από την θέση του.
Όπως γνώριζα βέβαια, από τις πολλές φορές που το πρόσεξα κι αυτό, το αυτοκίνητο του κυρίου Αντώνη ήταν αυτό που δεν είχε καθρέπτη από την πλευρά του οδηγού κι όταν το έβλεπα, πάντα την ίδια παρατήρηση του έκανα. Μα είναι δυνατόν να οδηγείς το αυτοκίνητό σου, χωρίς να βλέπεις τί γίνετε δίπλα σου; Βλέπω από αυτόν που έχω μέσα έλεγε αυτός και δεν έβαζε καθρέπτη.
Παραξενεύτηκα είναι αλήθεια από την σύμπτωση, του να υπάρχει κι άλλο αυτοκίνητο χωρίς τον καθρέπτη του οδηγού κι έκανα να μπω στο κατάστημα του αφηρημένου, προκειμένου να λύσω την απορία μου.
Βγήκε αυτός όμως έξω και μόλις με είδε, τις ίδιες και χειρότερες βρισιές έλεγε και πάλι για τον άγνωστο οδηγό. Μόλις τελείωσε το υβρεολόγιο του όμως, ευθέως του έλεγα κι εγώ. Μα αυτό το αυτοκίνητο που του λείπει ο αριστερός καθρέπτης, δικό σου δεν είναι; Γιατί λοιπόν βρίζεις κάποιον άλλον;
Πετάχτηκε στον δρόμο αυτός κι αφού έφερε διό τρεις βόλτες γύρο από το αυτοκίνητό του προκειμένου να πειστεί, έλεγε έκπληκτος. Ναι. Δικό μου είναι. Ποιος το έφερε όμως εδώ; Ποιός άλλος θα μπορούσε να το φέρει βρε κύριε Αντώνη; Εσύ το έφερες του έλεγα και δεν το θυμάσαι.
Το σκέφτηκε αυτός κι αμέσως έλεγε. Πω? Πω? Μόλις τώρα θυμήθηκα, ότι επίτηδες το άφησα από εχθές το απόγευμα εδώ, για να μην μου πιάσει κανείς το μέρος κι όπως φαίνεται, όλη την ημέρα εμένα έβριζα.
Καλά να πάθεις του έλεγα, γιατί πολύ το παράκανες με αυτό το θέμα. Κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του ο κύριος Αντώνης κι αφού είπε σε όλους της γειτονιάς το πάθημά του, ποτέ ξανά δεν έβγαλε πράγματα στον δρόμο. Μετά από λίγο καιρό όμως βγήκε στην σύνταξη, την οποία βέβαια, δεν μπόρεσε να χαρεί ο φουκαράς, γιατί μας άφησε χρόνους ένα πρωινό.
Μιχάλης Αλταλίκης