Οι Αθηναίοι συνεπιβάτες μου και το πρόβλημά τους

  Από την στιγμή που άρχισα να εργάζομαι για το μοναστήρι μας, έμαθαν και πολλοί λαϊκοί φίλοι της μονής την σχέση που απέκτησα, όπως έμαθαν από τους μοναχούς και τα δρομολόγια που ακολουθούσα, γι’ αυτό και δεν ήταν λίγοι αυτοί που ζητούσαν την άδεια από τον γέροντά μας να ταξιδεύουν μαζί μου, όταν ήθελαν να κάνουν προσκυνηματική επίσκεψη στο Άγιο Όρος και στο μοναστήρι μας κατ’ επέκταση.

Και το ζητούσαν αυτό από τον γέροντά, όχι γιατί δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το λεωφορείο της γραμμής, αλλά γιατί τα προβλήματα υγείας που τους ακολουθούσαν, δεν τους επέτρεπαν να κάνουν το ταξίδι τους σύμφωνα με τις δικές τους φυσικές ανάγκες.

Επέτρεπε και σ’ εμένα βέβαια να συναινέσω στο αίτημά τους, αν κι εφόσον όμως, δεν είχα να πάρω μαζί μου κανέναν από τους πατέρες που επέστρεφε στο μοναστήρι, μετά από δικαιολογημένες υποχρεώσεις.

Κι αυτό πάλι, κατά χάριν τους το επέτρεπε, δεδομένου ότι γνώριζε το προβλήματός τους, όπως και κατανοούσε την δυσκολία που έχει κανείς να ταξιδεύει με κάποιο μέσο και να μην μπορεί να σταθεί κάπου και την στιγμή που αυτός το χεριάζετε, προκειμένου να απαλλαγεί από αυτά που τον ενοχλούν και ανήκουν στην κατηγορά των φυσικών αναγκών.

Θέλοντας δε να δικαιολογήσει και σ’ εμένα το πρόβλημά τους, έλεγε, ότι από την Αθήνα ξεκινούν το ταξίδι τους οι άνθρωποι κι επειδή αυτή η διαδρομή είναι πολύωρη, υποφέρουν μέχρι να φτάσουν σε κάποιον ενδιάμεσο σταθμό, όπου και βεβαίως μπορούν να απαλλαγούν από το βάσανό τους.

Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, δείξε κι εσύ λίγη κατανόηση και παίρνε τους μαζί σου όταν μπορείς κι όσες φορές το χρειαστούν μάλιστα, κάνε γι’ αυτούς τις ανάλογες στάσεις, ώστε να μην υποφέρουν οι άνθρωποι μέχρι να φτάσουν στην Ουρανούπολη.

Μετά κι από του γέροντα την τοποθέτηση, σε κανέναν από αυτούς που με τρόπο ομολογουμένως μου ζητούσαν να τους πάρω μαζί μου δεν έφερα αντίρρηση, οπότε, συχνά πυκνά τους φαινόμουν χρήσιμος.

Την αρχή βέβαια, μου την έκανε κάποιος πολύ γνωστός επισκέπτης του γέροντά μας, ο ποίος από την Αθήνα ερχόταν κι αυτός και σε ξενοδοχείο έμενε μέχρι να έρθει η ώρα και η μέρα που θα έκανα το νυχτερινή μου διαδρομή, όπως και την αναχώρησή μου προς την Ουρανούπολη.

Αργότερα κι όταν πια γνωριστήκαμε καλά με αυτόν, από την Αθήνα με καλούσε να του πω κι από τηλεφώνου την ακριβή μέρα και ώρα που θα αναχωρούσα, ώστε να μην χρεώνεται και με έξοδα ξενοδοχείου για μια τέτοια επίσκεψη.

Κι επειδή το πρόβλημά του ήταν πολύ έντονο όπως έλεγε, μόνον με το τρένο ταξίδευε και για να μην χάνει το δικό μου δρομολόγιο, από το πρωί της προσδιορισμένης ημέρας βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη.

Με αυτόν ειδικά, πολλές φορές κάναμε την συγκεκριμένη διαδρομή και πολλά συναντήσαμε στον δρόμο μας. Όλως περιέργως όμως, ποτέ δεν χρειάστηκε να κάνω κάποια στάση για τον λόγο που ερχόταν μαζί μου.

Αυτό μελετώντας λοιπόν, του έλεγα κι εγώ σε μια παρόμοια διαδρομή, ότι μάλλον ψυχολογικό ήταν το πρόβλημά του, αφού δεν έβλεπα να τον ενοχλεί τίποτε όπως αυτός το φοβόταν. Σίγουρος καθώς ήταν δηλαδή, ότι βεβαίως και θα έκανα όσες στάσεις κι αν μου ζητούσε για τον συγκεκριμένο λόγο, του έφευγε το άγχος κι έτσι, εξαφανιζόταν και η ενόχληση που αισθανόταν.

Αυτός όμως, επέμενε να μου λέει ότι δεν ήταν θέμα άγχους κι ότι όντως είχε σοβαρό πρόβλημα. Και ήταν τέτοιο μάλιστα αυτό όπως υποστήριζε, που τον ενοχλούσε επίμονα και στις διαδρομές που έκανε κι όταν ακόμη οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητό του και τότε μάλιστα που μπορούσε να διαθέσει απεριόριστο χρόνο για τον λόγο της ενόχλησής του.

Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που σταμάτησε πια να οδηγεί κι όταν ήθελε να ταξιδέψει κάπου, το επιχειρούσε μόνον με το τρένο, αφού οι συρμοί ως γνωστόν, διαθέτουν τουαλέτες για τους επιβάτες τους.

Και οι υπόλοιποι που μου προέκυψαν μαζί με αυτόν ως συνοδηγοί μου, τα ίδια περίπου μου έλεγαν για το κοινό τους πρόβλημα. Κι όμως. Κανείς από αυτούς δεν μου ζήτησε να κάνω ούτε μία στάση στον δρόμο για το γνωστό πρόβλημα, όσο γρήγορα κι αν έκανα εγώ την διαδρομή μου, όσες στροφές κι αν χρειαζόταν να πάρω με τον ίδιο τρόπο.

Ωστόσο όμως, πάντα με καλούσαν στο τηλέφωνο να τους ανακοινώσω την ημέρα και την ώρα της αναχώρησης μου, όπως κι αν μπορούσα να τους πάρω μαζί μου. Αυτοί δε, μονίμως ήταν εμπρόθεσμοι και ποτέ δεν με προβλημάτισαν, σεβόμενοι και την δική μου υποχρέωση να κάνω την διαδρομή μου σε ορισμένο χρόνο.

Σ’ αυτόν αναφερόμενος κάποιος από αυτούς, αγχωμένος με ρωτούσε να του πω την πρώτη φορά που θέλησε να έρθει μαζί μου, σε πόση ώρα θα την έκανα την διαδρομή, ώστε να μετρήσει τις αντοχές του.

Όταν λοιπόν άκουσε να του λέω, ότι σε μιάμιση ώρα περίπου θα την έκανα, έλεγε αυθόρμητα στον εαυτό του περισσότερο παρά σ’ εμένα, ότι μάλλον έπρεπε να φορέσει μπεμπιλίνο πριν ανέβει στο φορτηγάκι μου.

Κι ο λόγος που τον έκανε να σκέφτεται το μπεμπιλίνο, ήταν ο γρήγορος ρυθμός που του είπα ότι θα έκανα την διαδρομή μου, αφού αυτός έκανε την ίδια διαδρομή σε τρείς ώρες οδηγώντας προσεκτικά, μη τυχών και οι απότομες κινήσεις του, γινόταν αιτία να βρέξει τα παντελόνια του, πριν ακόμη σταθεί κάπου για τον συγκεκριμένο λόγο.

Μη φοβάσαι του έλεγα κι εγώ συγκαταβατικά, γιατί ούτε μπεμπιλίνο θα χρειαστεί να φορέσεις, ούτε και κάποια ανάγκη θα σου παρουσιαστεί και μέχρι να βάλεις στο μυαλό σου, ότι θέλεις να ξελαφρώσεις, θα βλέπεις την παραλία της Ουρανούπολης.

Κι αν πάλι αισθανθείς καθ’ οδόν να σου έρχονται τα ανεπιθύμητα, τότε θα σταματήσω γι’ αυτόν τον σκοπό, όσες φορές κι αν μου το ζητήσεις. Αυτά του έλεγα βέβαια, αλλά κι όταν ήρθε τελικά μαζί μου για πρώτη του φορά, φόρεσε καλού κακού το μπεμπιλίνο του.

Το φόρεσε αλλά και τίποτε δεν του προέκυψε. Κι επειδή αισθανόταν ασφαλής μαζί μου πλέον, αρκετές φορές στην συνέχεια επανέλαβε την επίσκεψή του και ποτέ του δεν αισθανόταν την ανάγκη να ζητήσει έστω και μια στάση να του κάνω κατά την διαδρομή μας.

Επιστρέφοντας στον τόπο του όμως, ανακοίνωνε την εμπειρία του στους γνωστούς του, οπότε απέκτησα πελατεία εξαιτίας του θα έλεγα, γιατί ήταν αρκετοί αυτοί πια που ζητούσαν να τους πάρω μαζί μου αν μπορούσα κι εφ’ όσον είχα φυσικά κάποια ελεύθερη θέση στο αυτοκίνητό μου.

Εγώ βέβαια, μια φορά την εβδομάδα μόνον πήγαινα μέχρι την Ουρανούπολη και λίγες ήταν οι φορές που πήγαινα μόνος μου εκεί, δεδομένου ότι είχα μοναχούς μαζί μου τις περισσότερες φορές, οπότε, περίμεναν και οι πάσχοντες να ακούσουν πότε θα είχα ελεύθερη θέση.

Με τον πρώτο από τους πάσχοντας πάντως, πολλά ζήσαμε όπως σας είπα, αφού συχνά ερχόταν μαζί μου, αλλά και σε μια από τις διαδρομές μας, αρκετά προβληματίστηκε, αν και χωρίς να του προκύψει κάποιο πρόβλημα.

Σ’ αυτήν την διαδρομή συγκεκριμένα, εγώ ήμουν αυτός που καθυστέρησα την αναχώρησή μας, δεδομένου ότι δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τους ροφούς που έπρεπε να πάρω μαζί μου, τους οποίους έπρεπε και να βγάλω πρωτίστως μέσα από τον καταψύκτη που τους είχα τοποθετημένους.

Αυτοί δε, τέσσερεις ήταν κι από μέρες πριν βρισκόταν μέσα στον ίδιο καταψύκτη κι επειδή νωποί ήταν όταν τους έβαλα μέσα στριμωγμένους τον ένα πάνω στον άλλον, είχαν κολλήσει μεταξύ τους από τον πάγο που τους περιέβαλε κι εκ των πραγμάτων είχαν γίνει ένα σώμα.

Όσο κι αν προσπάθησα να τους ξεκολλήσω όμως, τίποτε δεν μπόρεσα να καταφέρω, οπότε, περνούσε η ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Για να τους πάρω μαζί μου λοιπόν, αφού τους χρειαζόταν ο μάγειράς μας, αναγκάστηκα να γυρίσω ανάποδα τον καταψύκτη, ώστε να βγάλω αυτόν μάλλον πάνω από τον όγκο των ροφών.

Μόνον με αυτόν τον τρόπο δηλαδή μπόρεσα να ξεκολλήσω τους ροφούς κι όταν πια τα κατάφερα, έναν, έναν χωριστά μετά τους σήκωσα και τους μετέφερα έξω από τον χώρο που βρισκόταν οι καταψύκτες, προκειμένου να τους τοποθετήσω μέσα στο φορτηγάκι μου καθώς έπρεπε.

Αυτή η διαδικασία όμως μου έφαγε πολύ χρόνο όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και προσπαθούσα να κερδίσω τον χαμένο μου χρόνο, τρέχοντας πολύ γρήγορα την προγραμματισμένη μου διαδρομή.

Με τον ίδιο τρόπο οδηγώντας στην συνέχεια, μπήκαμε γρήγορα και στον παλιό δρόμο που οδηγούσε προς την Καβάλα. Όταν μπήκαμε εκεί βέβαια συναντήσαμε την ομίχλη να μας εμποδίζει, για την οποία μπορώ να πω ότι αρχικά, καθόλου δεν με ανησύχησε.

Μετά από λύγο όμως, πύκνωσε πολύ θα λέγαμε κι εξαιτίας αυτής της διαφοράς που μας προέκυψε, βήμα σχεδόν δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Έκοψα εντελώς δηλαδή την γρήγορη πορεία μου. Και βήμα, βήμα που πηγαίναμε πλέον, τίποτε δεν έβλεπα. Ούτε και τις γνωστές διαγραμμίσεις δηλαδή δεν έβλεπα καθαρά.

Αυτό παρατηρώντας άλλωστε κι ο συνοδός μου, αγχώθηκε αρκετά όπως είναι κατανοητό και για να μην του προκαλέσω εγώ κάποιο ανεπιθύμητο πρόβλημα έτσι όπως οδηγούσα, προσπαθούσα να τον καθησυχάσω όταν του έλεγα ότι θα σκόρπιζε σε λύγο η ομίχλη κι ότι θα προλαβαίναμε το καράβι.

Έτσι όπως με υποχρέωνε όμως να οδηγώ αυτή, ούτε κι εγώ πίστευα αυτά που του έλεγα. Κι αν συνέχιζε να μας δυσκολεύει την πορεία μας για πολύ ώρα ακόμη, μάλλον την επομένη το μεσημέρι θα φτάναμε στον προορισμό μας όπως υπολόγιζα.

Θα μπορούσα να ξεπεράσω το πρόβλημα που μας προέκυψε, αν βέβαια διέθετε το φορτηγάκι μου τα αναγκαία φώτα ομίχλης, τα οποία όμως δεν διέθετε όπως σας είπα κι ενώ είχα κατά νου μου να τα βάλω κάποια στιγμή, ως όντως απαραίτητα, το αμέλησα κι εκείνη την ώρα πλήρωνα το κόστος της αμέλειάς μου, αφού χωρίς αυτά, ήταν αδύνατον να προχωρήσω κι όπως ήταν αναμενόμενο πια, σίγουρα θα έχανα το καράβι.

Εκείνη την στιγμή όμως μας πλησίασε μια νταλίκα, η οποία είχε βέβαια τέτοια φώτα και μάλιστα αρκετά από αυτά πάνω από την καμπίνα του οδηγού τοποθετημένα όπως έβλεπα από τους καθρέπτες μου. Την είχαμε προσπεράσει πριν από κάποια χιλιόμετρα είναι αλήθεια, αλλά με τον τρόπο που οδηγούσα πλέον, μας έφτασε αυτή και μάλλον σκεπτόταν να μας προσπεράσει ο οδηγός της.

Καλά που μας έφτασε όμως, γιατί άφησα αμέσως χώρο στον οδηγό της να μας προσπεράσει κι αφού τα πίσω φώτα της νταλίκας ήταν αρκετά έντονα, εύκολα θα την ακολουθούσαμε έλεγε και στον συνοδηγό μου προκειμένου να καλμάρω κι αυτόν.

Περνώντας μπροστά μας λοιπόν αυτή, μου έδωσε μεν την δυνατότητα να την ακολουθήσω και μάλιστα από πολύ κοντά, αλλά και την έχανα αν ξεπερνούσα τα τρία, ή τέσσερα μέτρα απόστασης από τα πίσω φώτα της.

Για την ακρίβεια του λόγου δηλαδή, ακολουθούσα τα φώτα της νταλίκας μάλλον κι όχι την φορά του δρόμου, αφού τίποτε δεν έβλεπα σ’ αυτόν. Και η νταλίκα είναι αλήθεια ότι πολύ σιγά πήγαινε για τους ίδιους μ’ εμένα λόγους, την οποία όμως, ακολουθούσα έστω και σιγά, σιγά κάτω από τις ίδιες συνθήκες, μέχρι που φτάσαμε στην διασταύρωση του Σταυρού.

Αυτήν ιδικά, την είδαμε πια όταν τα φώτα τις μας την έδειξαν και ήταν αυτά που με βοήθησαν στην συνέχεια να δούμε και την δεξιά στροφή που έπρεπε να πάρω, προκειμένου να μπούμε στα όρια του Σταυρού κι ευτυχώς για το δρομολόγιό μου θα έλεγα, έβρεχε και μάλιστα πολύ δυνατά από εκείνο το σημείο και μετά κι έτσι διαλύθηκε η ομίχλη.

Καταλαβαίνοντας όμως την αγονία και το άγχος του συνοδού μου, όπως και το πρόβλημα που τον ταλαιπωρούσε, σταμάτησα σε μιαν άκρη κι όπως έπρεπε, του έλεγα ότι μπορούσε αν ήθελα να πάει προς νερού του έστω και κάτω από την δυνατή βροχή. Εκείνος όμως έλεγε πολύ ήσυχος, ότι καθόλου δεν το χρειαζόταν.

Απορούσα με την απάντησή του, γι’ αυτό και τον ρωτούσα να μου πει, αν ήδη τα είχε κάνει επάνω του. Όχι, όχι έλεγε αυτός, μια χαρά είμαι. Κάνε όμως γρήγορα, γιατί πολύ αργήσαμε και φοβάμαι μη χάσουμε το καράβι. Κι αφού δεν είχε πρόβλημα αυτός, σε μισή ώρα πατούσαμε στην προκυμαία της Ουρανούπολης κι όπως έπρεπε, οριακά ξεφορτώσαμε τις προμήθειες που μετέφερα στο καράβι της γραμμής.

Τον χαιρέτησα όταν ήρθε η ώρα να φύγει και το καράβι, εκτελώντας το δικό του δρομολόγιο κι όταν πια απομακρύνθηκαν από την προβλήτα, πήρα κι εγώ τον δρόμο της επιστροφής και καθώς το επέβαλε πια η συνήθειά μου, στάθμευσα το φορτηγάκι μου έξω από το βενζινάδικο της Ουρανούπολης, προκειμένου να κοιμηθώ εκεί έστω και για λίγο, αφού από την κούραση που είχα, έκλειναν τα μάτια μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *