Το καζάνι με τις λύρες

1Μ’ αυτά και μ’ αυτά που προστέθηκαν στο ήδη φορτωμένο ενεργητικό μου, ήρθε ο Νοέμβριος και μαζί με αυτόν, ήρθε και η ημέρα της γιορτής μου. Μαζί με όλους τους φίλους που ήρθαν να μου ευχηθούν στο σπίτι μου όμως, ήρθε κι εκείνη η κοπέλα με τα γαλανά μάτια που σας ανέφερα στα προηγούμενα, η οποία είχε γίνει πια ένα από τα μόνιμα μέλη της παρέα μας.

 Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, αλλά με την ευκαιρία της επίσκεψης της στο σπίτι μου, έπεσαν κάποια υπονοούμενα στους γονείς μου από τους φίλους μου, οι οποίοι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, τους πληροφορούσαν εμμέσως πλην σαφώς, ότι μάλλον ενδιαφέρομαι σοβαρά για την εν λόγο κοπέλα, αν κι εγώ δεν είχα καταλήξει ακόμη σε καμιά τέτοια εκδοχή.

 Ακούγοντας αυτό το ενδεχόμενο ο πατέρας μου, αμέσως έσπευσε να μου κάνει τις δέουσες γι’ αυτό το θέμα παρατηρήσεις, αλλά με τον δικό του τρόπο έλεγε.

  – Δεν είναι σωστό ρε να σχετίζεσαι με την κοπέλα και να κάνεις τον αδιάφορο. Καλό είναι να της το ξεκαθαρίσεις αν σε ενδιαφέρει ή όχι. Έχεις δύο αδελφές. Θα σου άρεσε να εκμεταλλεύονται τις αδελφές σου τίποτε αδιάφοροι τύποι σαν και του λόγου σου;

 Ξαφνιάστηκα όπως καταλαβαίνετε από την αντίδραση του, αφού τίποτε από όσα μου χρέωνε δεν έκανα, αλλά και για το σκεπτικό του απόρησα, γι’ αυτό και με το δίκαιο μου του έλεγα.

 – Κάτσε ρε πατέρα. Ακόμη δεν την είδαμε, νύφη θα την κάνουμε;  Τι λες τώρα; Πριν αποφασίσω εγώ κάτι γι’ αυτήν, θέλεις εσύ να την παντρευτώ; Αν κι εφόσον μου προκύψει τέτοιο θέμα πάντως, να ξέρεις ότι θα την ενημερώσω, γι’ αυτό μην ανησυχείς.

 Καθησύχασα τον πατέρα μου εκείνο το βράδυ κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό για το πάρτι που διοργάνωσαν οι φίλοι μου στην γιορτή μου, τελείωσε τις πρώτες πρωινές ώρες και με τις καλύτερες εντυπώσεις όπως πάντα.

 Πέρασε όμως ο Νοέμβριος, όπως και ο Δεκέμβριος άλλωστε εκείνης της χρονιάς και χωρίς να το καταλάβω, μπήκαμε γρήγορα, γρήγορα θα έλεγα, στην άνοιξη του 1973 και καθώς μας προέκυψαν πολλές δουλειές όπως σας ανέφερα, πολλαπλασιάστηκε κατ’ ανάγκη και το προσωπικό στην εταιρεία που εργαζόμουν.

 Δώδεκα υπαλλήλους μετρούσα μαζί με μένα όταν πήγα κι εγώ για πρώτη φορά να εργαστώ για τα συμφέροντα της και σε ενάμιση χρόνο από τότε, γίναμε τριάντα. Δεν χωρούσε πλέον τριάντα υπαλλήλους εκείνος ο χώρος που πρωτίστως εδρεύαμε, γι’ αυτό κι αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε τελικά σε έναν άλλο και πολύ μεγαλύτερο χώρο.

 Προκειμένου να παραβρεθεί στα εγκαίνια των νέων μας γραφείων και ο γενικός μας διευθυντής όμως, ήρθε από την Αθήνα και αυτά μας έλεγε μετά το πέρας των εγκαινίων.

 – Γίνατε πολλοί. Κι όπως δείχνουν τα νούμερα, έχετε πολλά έξοδα τώρα. Για να τα ισοσταθμήσετε λοιπόν αυτά, θα πρέπει να βρείτε επιπλέον από τις υπάρχουσες και νέες δουλειές, ώστε αυτές να σας δώσουν το απαραίτητο εισόδημα, που θα σας βοηθήσει να μείνετε ασφαλείς στην θέση σας.

 Μονίμως με τέτοιες απειλητικές παρατηρήσεις μας κρατούσε αυτός καθηλωμένους στις θέσεις μας, οι ανάγκες των οποίων πάλι σε μένα θα κατέληγαν όπως καταλαβαίνετε, αν βέβαια μπορούσαμε να τις βρούμε αλλά και να τις αναλάβουμε.

 Και θα κατέληγαν σε μένα αυτές, αφού μόνον εγώ ήμουν αυτός που έπρεπε να εκτελέσει το έργο τους. Από όσες δουλειές κι αν έτρεχαν να μας φέρουν οι συνάδελφοι μου, πάλι σ’ εμένα θα κατέληγαν κι ότι έπρεπε να κάνω γι’ αυτές θα το έκανα μόνος, αφού δεν υπήρχε δεύτερος να με βοηθήσει, ή να με συμπαρασταθεί στις υποχρεώσεις μου.

  Οι εργοδότες μου βέβαια, δεν ήθελαν να υπάρχει και δεύτερος δίπλα μου, ή να εργάζεται παράλληλα με μένα για τον ίδιο σκοπό, αφού μόνον με μένα, μπορούσαν να κάνουν τα πάντα και να με αμείβουν μάλιστα, με έναν απλό μισθό συμβατικού υπαλλήλου, από τον οποίον σίγουρα δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν τόσα πράγματα.

 Πράγματι λοιπόν. Έτρεξαν από δω οι συνάδελφοι μου, έτρεξαν από εκεί κι όσοι από αυτούς είχαν την αρμοδιότητα να βρίσκουν πελάτες για την εταιρεία μας, μας έφεραν σε λίγο χρονικό διάστημα, αρκετές από αυτές τις δουλειές, που από καιρό πριν επιδίωκαν να τις αποκτήσουν.

 Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αναλάβαμε σύσσωμοι και το έργο των νέων πελατών μας, αλλά μόνον εγώ έπρεπε να ανταποκριθώ στις ανάγκες τους, γι’ αυτό και γύριζα σαν την σβούρα τότε, προκειμένου να τα φέρω βόλτα όλα μαζί και μάλιστα χωρίς να μας παρουσιάζετε κανένα πρόβλημα.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αναγκαστικά πια έτρεχα, τόσο μέσα στους χώρους του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού της Θεσσαλονίκης, όσο κι από λεωφορείο, σε λεωφορείο της γραμμής, για τον σταθμό της Γέφυρας, προκειμένου να επιστατώ τις φορτώσεις που οργάνωσα εκεί, για τις κουβέρτες όπως σας ανέφερα στα προηγούμενα.

 Επιστρέφοντας από την Γέφυρα, πήγαινα γραμμή προς τις εγκαταστάσεις της  Έκθεσης, αφού έπρεπε να επιστατώ και στις διαδικασίες εισαγωγής κι επανεξαγωγής εκθεμάτων των νέων πελατών μας, αυτών που πριν από λίγο καιρό αναλάβαμε να εξυπηρετούμε.

 Αναλάβαμε εμείς να κάνουμε τότε αυτήν την εξυπηρέτηση στους πελάτες μας και δη εντός των εγκαταστάσεων της Έκθεσης, για τον λόγο ότι αυτή διέθετε τους χώρους της και ως αποθήκες υπό τελωνειακή επίβλεψη, για όσους βέβαια εκ των εισαγωγέων ήθελαν να εισάγουν μεν τα εμπορεύματα τους μέσω των εγκαταστάσεων της, αλλά και να τα εκθέσουν συγχρόνως στις διάφορες διεθνείς εκθέσεις που διοργάνωνε.

 Ο λόγος που έκανε τους εκθέτες να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις της Έκθεσης και ως Τελωνιακό χώρο, ήταν ότι τους παραχωρήθηκε μια ανοχή ευνοϊκότερων όρων εισαγωγής, αλλά και τελωνειακών ελαφρύνσεων κι εφόσον ήθελαν να ωφεληθούν από το τερπνόν μετά του ωφελίμου, πολλοί το επεδίωκαν.

 Όταν τελείωνα όμως και από τις υποχρεώσεις μου στην Έκθεση, πήγαινα στο λιμάνι να βοηθήσω τον φίλο και συνάδελφο μου, αυτόν που παραλάμβανε εκεί με νταλίκες τα εισαγόμενα εμπορεύματα, όπως και τα βαγόνια με τα αγροτικά μηχανήματα, αυτά που εγώ του έστελνα το πρωί από τον σταθμό.

 Συγχρόνως με αυτά, επέβλεπα και την διαδικασία εξαγωγής που για πρώτη φορά τότε ξεκινούσαμε να κάναμε με τα Ελληνικά καμιόνια, αφού μέχρι τότε οι περισσότερες από τις νταλίκες που κυκλοφορούσαν στους δρόμους γι’ αυτές τις μεταφορές ήταν από τις Ευρωπαϊκές, όπως κι από τις Ανατολικές χώρες.

 Μόλις που είχαν αρχίσει να κάνουν την μαζική τους εμφάνιση οι Ελληνικές νταλίκες στην αγορά της διεθνούς μεταφοράς, γι’ αυτό και η εξαγωγή προϊόντων μέσω αυτών, γινόταν αποκλειστικά και μόνον στο λιμάνι βέβαια, αλλά από τον ελεύθερο χώρο του Τελωνίου.

 Ονομαζόταν ελεύθερος αυτός ο χώρος, για τον λόγο ότι εκεί μέσα δεν υπήρχε τελωνείο, δεδομένου ότι τον διέθεταν για την εξυπηρέτηση της διακίνησης εμπορευμάτων που γινόταν αποκλειστικά και μόνον για εγχώρια προϊόντα.

 Εφόσον λοιπόν ήταν νέος αυτός ο θεσμός για το Τελωνείο, αποφασίστηκε από την υπηρεσία τους, ώστε αυτή η εξαγωγή που αφορούσε την μεταφορά εμπορευμάτων με καμιόνια, να γίνεται μόνον από τον χώρο των ελευθέρων και κάτω από την επίβλεψη κι αρμοδιότητα, ενός μικρού και μονοθέσιου Τελωνείου.

 Τα προϊόντα που εξήγαμε από το Τελωνείο των ελευθέρων και στο διάστημα που αναφέρομαι, ήταν μόνον κέρατα από τα σφαγμένα ζώα, τα οποία και στέλναμε σε ένα εργοστάσιο της Γερμανίας, προκειμένου να μετατραπούν σε χτένες.

 Την φόρτωση δε αυτών των κεράτων στις νταλίκες, τις κάναμε τις πρώτες πρωινές ώρες ως συνήθως, λόγω του ότι ήταν πολλές αυτές που έπρεπε να φορτωθούν και για να περάσουν όλες μαζί και με μια άδεια εξαγωγής από το προαναφερόμενο Τελωνείο, έπρεπε να βρίσκονται έτοιμες και στην ώρα τους στην διάθεση του μοναδικού Τελώνη.

 Αυτός δε ο αποθηκευτικός χώρος από τον οποίον κάναμε την παραλαβή των κεράτων, βρισκόταν κοντά μεν στα σφαγεία της πόλης μας, αλλά και στον ισόγειο χώρο ενός βομβαρδισμένου από τους Γερμανούς κτήριο.

  Το κτίριο που σας αναφέρω ήταν παραπάνω από βομβαρδισμένο, αφού από τον πρώτο όροφο του, μόνον μερικά μέρη από τα ντουβάρια του υπήρχαν. Το ισόγειο του ασφαλώς και μπορούσε να λειτουργήσει, γι’ αυτό και το χρησιμοποιούσε αυτός που συγκέντρωνε εκεί, όχι μόνον τα κέρατα των ζώων, αλλά και ένα σορό από εξαρτήματα που φορούσαν αυτά στις εργασίες τους.

 Σε αυτόν τον ισόγειο χώρο λοιπόν, δεν ήταν εύκολο να πλησιάσει κανείς με μια νταλίκα, για τον λόγο ότι έπρεπε να την φέρει ο οδηγός της με την όπισθεν από τον κεντρικό δρόμο μέχρι την πόρτα του. Και για να το κάνει αυτό με ασφάλεια, τόσο για την νταλίκα του, όσο και για τους τοίχους των πέριξ κτισμάτων, έπρεπε να κινεί την νταλίκα του με πολύ προσοχή, αφού το διαχωριστικό στενό που υπήρχε εκεί και ανάμεσα τους, ίσα, ίσα που την χωρούσε.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που οι νταλικέρηδες έκαναν πολλές κι επανειλημμένες προσπάθειες προκειμένου να τις φέρουν κοντά στον χώρο που σας αναφέρω και μάλιστα μέχρι την πόρτα του. Παρόλες τις δυσκολίες όμως, έμπαιναν τελικά οι νταλίκες εκεί και όντως κάναμε τις προγραμματισμένες μας φορτώσεις.

 Το δυσκολότερο σημείο για τους οδηγούς βέβαια, δεν ήταν ο στενός διάδρομος που έπρεπε να διανύσουν, αλλά η ογκώδης εξωτερική και σιδερένια σκάλα που υπήρχε εκεί και στην είσοδο του στενού, η οποία τους περιόριζε με τον όγκο της τον χώρο.

 Κρεμόταν επί της ουσίας αυτή από τον τοίχο του εν λόγου κτηρίου και  έμενε εκεί κρεμασμένη να μας θυμίζει τα δεινά του πολέμου, από τότε δηλαδή που βομβαρδίστηκε και αυτή μαζί με το κτήριο που την διέθετε και κομματιασμένη μας κοιτούσε, η μισή να κρέμεται από τα χαλάσματα του πρώτου ορόφου και η άλλη μισή να παραμένει βαθιά ριζωμένη στην βάση της.

 Όταν κάναμε κουμάντο τον οδηγό, προκειμένου να φέρει την νταλίκα του κοντά στην πόρτα της αποθήκης, μπαίναμε κάτω από αυτήν την σκάλα, στην προσπάθεια μας να διαφυλάξουμε κάπως τον εαυτό μας από πιθανό ατύχημα, αφού έτσι όπως ερχόταν αυτή με την όπισθεν εύκολα μπορούσε να μας συμβεί.

 Μπαίναμε βέβαια κάτω από αυτήν, αλλά όλο και κοιτούσαμε προς τα πάνω από φόβο, μη τυχών και ξεκρεμαστεί κάποια στιγμή αυτή και μας πλακώσει. Κι επειδή μέναμε πολλές ώρες σε κείνο τον χώρο μέχρι που να ολοκληρωθούν οι φορτώσεις μας, όποιος ήθελε να πάει προ νερού του, εκεί κάτω από την σκάλα πήγαινε, για να αποφύγει τα βλέμματα αυτών που περνούσαν τον δρόμο.

  Για πολλούς μήνες φορτώναμε από εκεί κόκαλα και παλιά αγροτικά εργαλεία κι όπως ήταν λογικό αυτό, πολλές φορές μπήκα κι εγώ κάτω από κείνη την σκάλα για τους παραπάνω λόγους.

 Μια μέρα όμως που και πάλι είχαμε να κάνουμε μια τέτοια φόρτωση κι όντως φτάσαμε έγκαιρα στον συγκεκριμένο χώρο, βρήκαμε τον εξαγωγέα να είναι ανάστατος, να συνομιλεί με αστυνομικούς και να τους αναγκάζει μάλιστα να επιληφθούν αμέσως του θέματος που του προέκυψε, γι’ αυτό και τους έδειχνε τον χώρο κάτω από την σκάλα λέγοντας τους.

 – Να. Δέστε και μόνοι σας εδώ κάτω από την σκάλα. Βλέπετε αυτόν τον ανοιγμένο λάκκο με το σχήμα του καζανιού που ακόμη είναι αναλλοίωτος; Αυτός ο λάκκος δεν ήταν εδώ ούτε εχθές, ούτε προχθές τους έλεγε ταραγμένος.

 Εχθές το βράδυ έφυγα πολύ αργά από εδώ κι επειδή είχα εξαγωγή σήμερα, ήρθα από τα χαράματα στην αποθήκη μου. Όπως το συνήθιζα όμως, πριν μπω στην αποθήκη μου, ήρθα πρώτα να κάνω το νερό μου εδώ.

 Όταν αντίκρισα κάτω από την σκάλα τον λάκκο που σας δείχνω αναστατώθηκα, γι’ αυτό κι αμέσως σας κάλεσα από το τηλέφωνο. Αυτοί που ήρθαν εδώ, ήξεραν τι έκρυβαν, όπως ήξεραν και το χώρο που το είχαν κρυμμένο και όπως βλέπετε δεν μπορεί να έκρυβαν εδώ τα παπούτσια τους.

 Λίρες έκρυβαν εδώ και τις πήραν. Κάντε λοιπόν κάτι ώστε να τους βρείτε, πριν προλάβουν να τις βγάλουν έξω από την χώρα. Ολόκληρο καζάνι έβγαλαν από εδώ. Μην κάθεστε. Τρέξτε να τους βρείτε.

 Όπως καταλαβαίνετε, είχε πολύ μεγάλη αγωνία ο άνθρωπος, γι’ αυτό και οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να τον καθησυχάσουν.

 – Μην ανησυχείς. Ενημερώσαμε την υπηρεσία μας κι όπως μας το υποσχέθηκαν, θα φροντίσουν αμέσως για όσα μας ανέφερες. Θα επιστρέψουμε κι εμείς στην θέση μας τώρα, ώστε να τους βεβαιώσουμε και γι’ αυτά που προσωπικά είδαμε.

 Αυτά του έλεγαν οι αστυνομικοί κι αφού μπήκαν στο αυτοκίνητο τους όντως και έφυγαν. Έφυγαν αυτοί κι άφησαν εμάς να κάνουμε ανενόχλητοι την δουλειά μας, μόνον που κάθε τόσο πηγαίναμε να δούμε και να ξαναδούμε εκείνον τον λάκκο, σκεπτόμενοι το ενδεχόμενο να έκανε κάποιο λάθος ο άνθρωπος για όσα ισχυριζόταν.

  Όλα όμως ήταν έτσι εκεί κι όπως ακριβώς τα έλεγε, δεδομένου ότι κι ο λάκκος δεν ήταν πριν εκεί, αλλά και το σχήμα που άφηνε αυτό που βγήκε από εκεί μέσα, ήταν όντως όπως το σχήμα του καζανιού.

 Το ερώτημα βέβαια έμεινε αναπάντητο και ήταν σύνθετο, αφού ποτέ δεν μάθαμε τι έγινε με το καζάνι. Το βρήκαν άραγε; Το έβγαλαν έξω από την χώρα όπως φοβόταν ο εξαγωγέας; Πήρε άραγε αυτός τα αναλογούντα εύρετρα; Τίποτε δεν ξέρω να σας πω. Το αναφέρω όμως ως περιστατικό, αφού έστω και συμπτωματικά ήμουν εκεί και είδα τον λάκκο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *