Το στρατιωτικό νοσοκομείο και ο περίεργος στρατιώτης

mixail-150x1501  Πέρασε η γιορτή που κάναμε στο στρατόπεδο για το Πάσχα και ενώ εγώ περίμενα να ξεπεράσω τους προβληματισμούς που μου άφησε εκείνη η, από πολλές πλευρές, άσχημη συμπεριφορά του λοχαγού μας, όταν ανόητος και μετά μανίας προσπαθούσε να με δει τιμωρημένο, αλλού βρέθηκα μπλεγμένος εν αγνεία μου.
Για την εποχή που αναφέρομαι, στο 1968 δηλαδή, μαζί με όλα τα άλλα που έκανε τότε ο στρατός μας, διοργάνωνε και αθλητικές δραστηριότητες. Κάθε χρόνο λοιπόν και μετά το Πάσχα, άρχιζαν οι προκριματικοί αγώνες για όλα τα αγωνίσματα στίβου και μη, τα οποία και διαδραματίζονταν ανάμεσα στους στρατιώτες όλων των όπλων.
Γι’ αυτούς τους αγώνες λοιπόν, έγκαιρα τα στρατόπεδα αναζητούσαν αθλητές ανάμεσα στους δικούς τους στρατιώτες, προκειμένου να τους αντιπροσωπεύσουν αγωνιζόμενοι, σ’ όποιο αγώνισμα ήθελαν ή μπορούσαν να πάρουν μέρος.
Και στο δικό μας στρατόπεδο το ίδιο έγινε τότε, γι’ αυτό και ο λοχαγός που ορίσθηκε από τον διοικητή μας να φέρει σε πέρας αυτήν την αποστολή, έψαχνε επισταμένως ανάμεσα στους δικούς μας να βρει, αυτούς που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αγωνιστούν σε κάποιο από τα πολλά αθλήματα στίβου.
Καλοπροαίρετα λοιπόν κάποιος από τους στρατιώτες μας, πληροφόρησε εκείνον τον λοχαγό ότι κι εγώ ήμουν αθλητής. Και έτσι; Χωρίς να το γνωρίζω, βρέθηκα εγγεγραμμένος σε μια κατάσταση στρατιωτών, όπου αυτοβούλως δήλωναν ότι ήθελαν να πάρουν μέρος στους αγώνες στίβου.
Σ’ αυτήν την κατάσταση όμως, δεν ήμουν μόνον εγγεγραμμένος, αλλά δήλωνα ότι ήθελα να τρέξω στα τετρακόσια μέτρα και μάλιστα με πλήρη στρατιωτική εξάρτιση.
Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά αφού αυτό φαινόταν να δηλώνω ως αθλητής, δικαιολογημένα άκουσα τον διοικητή μας να μου λέει ένα πρωινό, ευχαριστημένος από την συμπεριφορά μου.
– Μπράβο παιδί μου. Σε συγχαίρω για την αυτοθυσία σου.
Μετά και από την δήλωση του διοικητού μας, δεν μπορούσα να αποφύγω την συμμετοχή μου, γι’ αυτό και πήρα μέρος όπως καταλαβαίνετε.
Προκειμένου να επιλεγούν όμως οι καλύτεροι αθλητές ανάμεσα σ’ αυτούς που ήθελαν να μας αντιπροσωπεύσουν αγωνιζόμενοι, διοργάνωσε πρώτα απ’ όλα εσωτερικούς αγώνες στο στρατόπεδο μας ο αρμόδιος λοχαγός, αλλά για όλα τα αγωνίσματα.
Στο αγώνισμα που τελικά δέχτηκα να συμμετάσχω, δεν έτρεχα μόνος μου, αφού δήλωσαν συμμετοχή και άλλοι στρατιώτες. Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να τρέξουμε στο δικό μας γήπεδο, αλλά μεταξύ μας πρώτα οι αθλητές διεκδικώντας μια καλή θέση, βγήκα πρώτος στο άθλημα μου.
Όταν πια και με το ίδιο τρόπο τελείωσαν οι εσωτερικοί αγώνες όλων των αθλημάτων, όλους εμάς τους πρωτεύσαντες, μας έστειλαν στην μεραρχία να αντιπροσωπεύσουμε το στρατόπεδο μας, στους αντίστοιχους αγώνες που και αυτή διοργάνωνε για τους ίδιους λόγους.
Νομίζοντας λοιπόν ότι θα τελειώσουν στην μεραρχία οι προσπάθειες μου, έτρεξα και εκεί με το ίδιο σθένος και αυτό ως αποτέλεσμα με παρουσίασε τέταρτο στο άθλημα που συμμετείχα.
Η θέση που κατέβαλα ήταν πολύ καλή για τον αρμόδιο αξιωματικό της μεραρχίας, ο οποίος και ζήτησε την άδεια από τον διοικητή μας να με διαθέσει στην δική του αποστολή, προκειμένου να αντιπροσωπεύσω κι εγώ την μεραρχία πλέον μαζί με τους δικούς τους, στους τελικούς αγώνες του ΣΙΣΜ που θα γινόταν στην Αθήνα.
Πράγματι λοιπόν και πήγα στην Αθήνα και όντως έτρεξα και εκεί στο ίδιο άθλημα αλλά υπέρ της μεραρχίας. Ευτυχώς για μένα όμως, δεν τα πήγα και πολύ καλά εκεί, αφού είχα να αντιμετωπίσω πλέον όλους τους οργανωμένους αθλητές που και αυτοί υπηρετούσαν τότε την θητεία τους.
Προκριματικοί ήταν ακόμη οι αγώνες και αφού βρέθηκα δωδέκατος στην σειρά των πρώτων αγωνιζομένων, με έκοψαν όπως καταλαβαίνετε από τους κανονικούς αγώνες, γι’ αυτό και επέστρεψα στην μονάδα μας και στα καθημερινά μου καθήκοντα.
Είπα ευτυχώς, γιατί οι αγώνες θα συνεχιζόταν εκεί για όλο το καλοκαίρι κι εγώ δεν ήθελα να μένω στην Αθήνα καλοκαιριάτικα, γιατί και ζέστη έκανε τότε και φιλοξενούμενος σε κάποιο στρατόπεδο θα ήμουν.
Επιστρέφοντας ωστόσο στην έδρα μου, δέχτηκα τις ευχαριστίες του διοικητού μας για την προσπάθεια που έκανα και ενώ εγώ νόμιζα ότι τελείωσαν οι αθλητικές μου υποχρεώσεις, μετά από λίγες μέρες βρέθηκα γραμμένος σε μια άλλη κατάσταση, στην οποία και αναφερόμουν ως ένας εκ των ποδοσφαιριστών του στρατοπέδου μας.
Από κανέναν δεν μπορούσα να αποκρύψω αυτήν μου την δραστηριότητα, αφού όλοι έβλεπαν να παίζω ποδόσφαιρο στον ελεύθερο μου χρόνο. Έπαιζα ποδόσφαιρο αλλά και δεν έβαζα με το μυαλό μου ότι κινδύνευα από πολύ σοβαρό ατύχημα, λόγο του τραυματισμού που είχα στο γόνατο μου.
Το τραυμάτισα αυτό πριν από ένα χρόνο όπως και το ανέφερα στα προηγούμενα, τότε δηλαδή που έπεσα άτσαλα μέσα στον λάκκο του στίβου μάχης σε μια νυχτερινή μας άσκηση και εξαιτίας του τραυματισμού μου πρήστηκε αυτό και για ένα μήνα περίπου το έσερνα, αφού από τον πόνο που ένιωθα δεν μπορούσα ούτε και να το πατήσω.
Το έριξε τότε μια γρήγορη ματιά ο γιατρός του στρατοπέδου μας και από την προχειρότητα που το είδε, δεν κατάλαβε τι ακριβώς έπαθα, αλλά ούτε και στο νοσοκομείο με έστειλε για εξετάσεις.
Μου έδωσε όμως να παίρνω κάτι άσπρα χαπάκια και μ’ αυτά, ήλπιζε ότι θα θεραπευόταν το γόνατο μου. Πολύ αμφέβαλα εγώ για τα αποτελέσματα της αγωγής του, γι’ αυτό και του ζητούσα εξηγήσεις .
– Μα είναι δυνατόν να περάσει το πρόβλημα που απέκτησα, μόνον με τα χάπια που μου δίνεις;
Θυμωμένος αυτός από τις ερωτήσεις μου, απαντούσε.
– Εσύ είσαι γιατρός ρε, ή εγώ; Πάρε λοιπόν τα χάπια σου και κλότσα τα να κατέβουν προς τα κάτω, έτσι ώστε να γίνει γρήγορα το γόνατο σου καλά και μη λες πολλά.
Υπακούοντας στις εντολές του, δέχτηκα την αγωγή που μου έδωσε και όντως μετά από λίγο καιρό ξεπρήστηκε το γόνατο μου. Ξεπρήστηκε βέβαια αυτό αλλά και όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήξερα τι έπαθα, όπως δεν ήξερα και από τι έπρεπε να το προστατεύσω.
Αγνοώντας λοιπόν το πρόβλημά μου, έπαιζα αμέριμνος ποδόσφαιρο και τότε μάλιστα που ως ποδοσφαιριστής έπαιρνα μέρος στους αγώνες, στους οποίους είχα να αντιμετωπίσω και τον εγωιστικό ανταγωνισμό, του ποιο από τα στρατόπεδα θα νικήσει.
Αγνοώντας λοιπόν εγώ το πρόβλημα μου, αδιαφορώντας για μένα ο στρατιωτικός γιατρός, δεν με προστάτεψε όπως όφειλε, γι’ αυτό και παίζοντας με την μπάλα στα πόδια, δέχτηκα μια αντικανονική όσο και αντιδεοντολογική κόντρα από κάποιον αμυντικό παίκτη του αντιπάλου στρατοπέδου, με αποτέλεσμα να βγει για δεύτερη το γόνατο μου από την θέση του.
Ο πόνος που δοκίμαζα ήταν τόσο ισχυρός, που με ανάγκασε να φωνάζω και μάλιστα πολύ δυνατά. Όπως ήταν αναμενόμενο, θύμωσε ο διοικητής μας με την συμπεριφορά εκείνου του στρατιώτη, γι’ αυτό και ζήτησε να τον βγάλουν αμέσως έξω από το παιχνίδι.
Όσο για μένα; Θυμήθηκα την πρώτη φορά που μου βγήκε αυτό κατά την πτώση μου στον λάκκο, όπως και τον τρόπο που μου το επανάφερε ο αρχιλοχία μας όταν μπήκε και αυτός εκεί προκειμένου να με βοηθήσει.
Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν το επανάφερα κι εγώ στην θέση του, οπότε και γλίτωσα από τον υπερβολικό πόνο. Όσο ήταν εκτός της θέσης του αυτό, με πονούσε πολύ, μόλις όμως επανήρθε σταμάτησε να πονά τόσο, οπότε και ακολούθησα κουτσαίνοντας τον γιατρό μας στο ιατρείο του.
Το μόνο που έκανε αυτός εκεί για μένα, ήταν το να μου ετοιμάσει τα χαρτιά για την αναχώρηση μου προς το στρατιωτικό νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, όπως τον διέταξε ο διοικητής μας, πράγμα που έπρεπε να κάνει και πριν από ένα χρόνο, στον πρώτο μου τραυματισμό. Αυτός όμως αδιαφόρησε τελείως τότε, γι’ αυτό και τίποτε δεν έκανε.
Όταν όμως μου ζητούσε να τον εξυπηρετήσω εγώ για πράγματα που δεν ήταν στην δικαιοδοσία μου, ευχαρίστως και μάλιστα πολλές φορές του το έκανα, αισθανόμενος την ανάγκη να συμπαρασταθώ στον επιστήμονα γιατρό μας.
Αυτός όμως; Δεχόταν μεν τις προσφορές μου, αλλά υποτιμώντας την ανθρώπινη αξία του στρατιώτη του, σημασία δεν έδινε για μένα και όπως αποδείχτηκε, καλώς τον αποκαλούσα αχάριστο.
Με έβαλαν ωστόσο στο ασθενοφόρο και αμέσως σχεδόν αναχώρησα για το νοσοκομείο. Πονούσα μέχρι να φτάσω εκεί όπως καταλαβαίνετε και όταν επιτέλους έφτασα στον προορισμό μου, είδα το γόνατο μου να είναι και πάλι πρησμένο.
Το πρόσεξαν αυτό οι γιατροί του νοσοκομείου, γι’ αυτό και αμέσως μου το έδεσαν με γάζες και όπως ήταν στο πρόγραμμα τους με έστειλαν να ξαπλώσω σε ένα κρεβάτι δίπλα από άλλους στρατιώτες στον ίδιο θάλαμο, που και αυτοί είχαν τα γόνατα τους τραυματισμένα.
Έχοντας λοιπόν το γόνατό μου πρησμένο και δεμένο με γάζες, γύριζα μέσα στο νοσοκομείο από γιατρό σε γιατρό και από εξέταση σε εξέταση, έως ότου αποφάσισαν τελικά, ότι το πρήξιμο μου οφειλόταν στην συγκέντρωση πολλών υγρών σ’ εκείνη την περιοχή.
Αυτά δε, έπρεπε να αφαιρεθούν με παρακέντηση όπως με πληροφόρησαν και ο λόγος που τα προκάλεσε, ήταν ο μετατραυματικός μηνίσκος στο γόνατο μου όπως αναφερόταν στην καρτέλα που υπήρχε κρεμασμένη στο κρεβάτι μου, αφού μόνον αυτό είδαν και οι νοσοκομειακοί γιατροί τότε στο γόνατο μου.
Όσο για τους σπασμένους χιαστούς, που μετά από σαράντα χρόνια διαπιστώθηκαν στο γόνατο μου; Εξαιτίας των οποίων μου βγαίνει κάθε τόσο αυτό από την θέση του και για τον παραμικρό λόγο; Ούτε και στο νοσοκομείο μου έκαναν κουβέντα οι γιατροί.
Προφανώς δεν το πρόσεξαν θα μου πείτε, αλλά και κανείς απ’ αυτούς δεν εξέτασε αυτό το ενδεχόμενο. Περιορίστηκαν ν’ ασχοληθούν μόνον με τα υγρά που εντόπισαν εκεί, γι’ αυτό και μου είπαν ότι αυτά θα μου τα έπαιρναν με παρακέντηση.
Κάθε μέρα περνούσαν από το κρεβάτι μου και πάντα διάβαζαν την δική τους γνωμάτευση, αλλά και τίποτε δεν μου έκαναν, γι’ αυτό και συχνά τους ρωτούσα να μου πουν τι θα γίνει με την περίπτωση μου.
Η απάντηση που έπαιρνα όμως, ήταν πάντα ίδια και πάντα στερεότυπη.
– Παίρνε τώρα εσύ τα χάπια που σου δίνουμε και τα υπόλοιπα θα τα δεις όταν έρθει η ώρα.
Έπαιρνα τα χάπια που μου έδιναν λοιπόν, αλλά και περίμενα να δω τι θα γίνει, γιατί και αυτά, ήταν τα ίδια άσπρα χάπια μ’ εκείνα που μου έδωσε πριν από ένα χρόνο ο γιατρός του στρατοπέδου μας και ήλπιζε να γίνει καλά το γόνατο μου μόνον μ’ αυτά.
Περίμενα λοιπόν όπως μου έλεγαν οι γιατροί, αλλά και για να μην είμαι καθηλωμένος στο κρεβάτι μου, έκανα με την βοήθεια της πατερίτσα μου πολλές βόλτες μέσα στους θαλάμους και έτσι γνώρισα αρκετούς ακόμη στρατιώτες που είχαν το ίδιο πρόβλημα με το δικό μου.
Ένας από αυτούς μάλιστα, ήταν πολύ περίεργος τύπος. Δεν άφησε ούτε δωμάτιο, αλλά ούτε και χώρο μέσα στο νοσοκομείο που να μην τον έχει ψάξει.
Απ’ αυτόν λοιπόν έμαθα, όχι μόνον που ήταν το χειρουργείο, αλλά και πού ήταν το νεκροτομείο. Ψάχνοντας τους χώρους βρήκε το νεκροτομείο και αφού το ξεψάχνισε καλά καλά, θέλησε μετά να το δείξει και σε μένα, γι’ αυτό και ήρθε να με βρει ένα βράδυ, την ώρα που ξάπλωνα στο κρεβάτι μου.
Ήταν προβληματισμένος όμως και όπως το συνήθιζε να μιλάει ψιθυριστά, μου έλεγε.
– Έλα να σου δείξω κάτι, που ποτέ σου δεν θα ξανά δεις.
Δεν είχα ύπνο εγώ αλλά και δεν είχα όρεξη να τρέχω πίσω του νυχτιάτικα, προκειμένου να δω αυτό που βρήκε και ήθελε να μου το δείξει. Επέμενε όμως και επειδή δεν θα με άφηνε ήσυχο αν δεν έκανα αυτό που έβαλε στο περίεργο μυαλό του, τον ακολούθησα.
Ακολουθώντας τον λοιπόν, βγήκαμε από τον θάλαμο που νοσηλευόμουν και μπαίνοντας στον μακρύ και φαρδύ νοσοκομειακό διάδρομο, βρεθήκαμε μετά από αρκετή ώρα στο μέσον ενός μεγάλου αυλόγυρου.
Όλη αυτή η διαδρομή ήταν και πολύμορφη και πολύπλοκη, γιατί αλλού ανέβαινα σκάλες και αλλού τις κατέβαινα. Αλλού έστριβα δεξιά και αλλού αριστερά και όση ώρα ήμουν πίσω του και τον ακολουθούσα, απορούσα για το πως έβγαζε άκρη αυτός μέσα σε κείνο τον λαβύρινθο, όπως και για το πώς θα γύριζα εγώ πίσω, αν για κάποιο λόγο έπρεπε να το κάνω μόνος μου.
Και σ’ εκείνο τον αυλόγυρο που σταθήκαμε υπήρχαν χτίσματα, μπροστά από τα οποία βρισκόταν οι πόρτες τους. Βαδίζοντας λοιπόν μπροστά από αυτές, στάθηκε σε μια που αυτός ήξερε και εκεί μου έκανε νεύμα να κάνω το ίδιο, αλλά χωρίς να μιλώ.
Ακουγόταν ομιλίες από κάπου εκεί κοντά, γι’ αυτό και στάθηκε να δει τι θα κάνουν αυτοί που συζητούσαν. Μετά από λίγο ακουγόταν έτσι φωνές τους, που υπολόγισα ότι απομακρύνονταν μάλλον οι άνθρωποι όποιο και αν ήταν, γι’ αυτό και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω και πάλι.
Τον ακολουθούσα όπως καταλαβαίνετε, αλλά και χωρίς να ξέρω που πάμε, γι’ αυτό και του είπα ψιθυριστά έξω από εκείνη την πόρτα.
– Πες μου ρε επιτέλους. Πού πάμε;
– Περίμενε είπε αυτός και θα δεις.
Πάτησε μετά το πόμολο της πόρτας μπροστά στην οποίαν στεκόμασταν και υποχωρώντας αυτή, βρεθήκαμε μέσα σε ένα εντελώς σκοτεινό χώρο.
– Δεν βλέπω τίποτε του είπα. Τι με έφερες να δω εδώ ρε; Άναψε τουλάχιστον τα φώτα, γιατί ούτε και σένα δεν βλέπω μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι.
– Δεν χρειάζεται είπε αυτός. Σε λίγο θα συνηθίσεις το σκοτάδι και έτσι θα με βλέπεις.      Ψαχούλευε όμως τώρα με τα χέρια σου ότι πιάνεις και ακολούθησε με χωρίς να μου μιλάς, γιατί αν ακούσουν οι γιατροί ότι ήμαστε εδώ κάτω, θα βρούμε μεγάλο μπελά.
Έμπλεξα πάλι έλεγα στον εαυτό μου και τώρα; Δεν έχω παρά να δω, το πως θα φύγω από εδώ μέσα. Άπλωσα τα χέρια μου ωστόσο και όπως μου είπε εκείνος ο περίεργος, ψαχούλευα ότι έπιανα ενώ τον ακολουθούσα, μη γνωρίζοντας, ούτε που πάω, αλλά ούτε και τι ήθελε αυτός να μου δείξει.
Ψαχουλεύοντας λοιπόν, έπιασα κάποια στιγμή ένα μαρμάρινο ανθρώπινο σώμα όπως το υπολόγισα και αυτό ήταν ξαπλωμένο πάνω σε ένα πάγκο, ο οποίος και κατέληγε σε μια μαρμάρινη γούρνα.
Το κεφάλι του αγαλμάτινου σώματος που έπιανα όμως, ήταν κομμένο θαρρείς με πριόνι, γιατί ήταν ίσια κομμένο και στα τέσσερα, σε σχήμα σταυρού. Σιγά το πράγμα που θέλει να μου δείξει σκέφτηκα. Υπολόγισε μάλλον ότι θα με κάνει να τρομάξω εδώ στα σκοτεινά.
Σαν να διάβαζε όμως τις σκέψεις μου αυτός, με ρώτησε ήρεμα.
– Έπιασες τίποτε;
– Σιγά το πράμα ρε. Γι’ αυτό με έφερες εδώ; Ήθελες να με τρομάξεις με το μάρμαρο; Γιατί του έκοψαν όμως έτσι το κεφάλι του ρε συ; Τι περίμεναν να βρουν μέσα σε ένα μάρμαρο;
– Μάθημα κάνουν πάνω σ’ αυτό οι φοιτητές είπε. Αυτό που έπιασες όμως, δεν είναι μάρμαρο. Φαντάρος ήταν, σαν εσένα κι εμένα.
– Άντε ρε, του είπα. Είναι δυνατόν;
– Ναι σου λέω επ,έμενε. Είναι μέρες που τον έχουν αυτόν εδώ. Πιο μπροστά είχαν έναν άλλον στον ίδιο πάγκο. Εκείνον όμως τον είχαν σε περισσότερα κομμάτια κομμένο.
Συνήθισα σε λίγο το σκοτάδι και όπως μου το είπε, έβλεπα καθαρά πλέον το άψυχο σώμα εκείνου του άγνωστου στρατιώτη. Παρατήρησα όμως, ότι είχαν σχηματισμένα με μαρκαδόρο τα σημεία του σώματος που σκόπευαν να του κόψουν, για να σπουδάσουν προφανώς οι φοιτητές το πως είναι από μέσα το ανθρώπινο σώμα.
– Αρκετά είδα του είπα. Πάμε τώρα να φύγουμε από εδώ, γιατί άρχισα να αγριεύομαι.
Κινήθηκα λοιπόν προς την πόρτα, αποφασισμένος να γυρίσω πίσω μόνος μου, έστω και αν δεν ήξερα τον δρόμο της επιστροφής. Δεν με άφησε να φύγω μόνος μου εκείνος ο περίεργος τύπος, γι’ αυτό και μ’ ακολούθησε. Με ακολουθούσε τρέχοντας σχεδόν πίσω μου όμως, αν και στηριζόταν περισσότερο τις πατερίτσες του, παρά στα πόδια του.
Μετά από λίγο και πολύ γρήγορο βάδισμα, φτάσαμε λαχανιασμένοι σχεδόν στους θαλάμους μας, όπου και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου αλλά και ύπνος δεν με έπιανε. Είχα πολλά αναπάντητα ερωτήματα να εμποδίζουν τον σκοπό μου, για την αξία που έχει το ανθρώπινο σώμα, όταν αυτό θεωρηθεί ή κριθεί νεκρό από τους γιατρούς. Έχουν συνηθίσει να βλέπουν πεθαμένους αυτοί, γι’ αυτό και δεν αισθάνονται τίποτε στην θέα τους.
Για μας όμως δεν είναι το ίδιο, γι’ αυτό και στεναχωρήθηκα με την κατάντια εκείνου του στρατιώτη, που ευχαρίστως πήγε να υπηρετήσει την πατρίδα του και βρέθηκε ξαπλωμένος στο νεκροτομείο να τον τεμαχίζουν οι γιατροί στην προσπάθεια τους προφανώς να μάθουν αυτά που με τα όργανά του θα τους δίδασκε, πως μπορούσαν να γίνουν και οι γιατροί χρήσιμοι στους ανθρώπους υπηρετώντας αυτούς και όχι την τσέπη τους.
Η μάνα του στρατιώτη όμως; Πόσα δάκρυα θα χύνει πάνω από το κλειστό και σφραγισμένο φέρετρο που θα της παραδώσουν, αγνοώντας τον τεμαχισμό του παιδιού της; Και πόσα παρακάλια θα τους κάνει άραγε, προκειμένου να της επιτρέψουν να του ρίξει έστω και μια ματιά για τελευταία φορά;
Ψυχροί όμως αυτοί, με κανένα τρόπο δεν θα της το επιτρέπουν και για ευνόητους λόγους, θα έχουν διπλά καρφωμένο το καπάκι της κάσας και μια έγγραφη εντολή θα το συνοδεύει στην τελευταία κατοικία του.
– Να μην ανοιχτεί ποτέ και από κανέναν.
Από φόβο μάλλον, μην σοκαριστούν οι άνθρωποι από το θέαμα που θα αντικρίσουν.
Το είδα αυτό το σκηνικό και το είδα τότε που ήμουν επτά χρονών. Πράγματι και χτυπιόταν από πόνο για τον χαμό του γιου της μια μάνα και πράγματι παρακαλούσε εκείνους που της έφεραν το καρφωμένο φέρετρο να της επιτρέψουν να δει έστω και για λίγο το παλικάρι της όπως έλεγε. Ανένδοτοι όμως αυτοί, με κανένα τρόπο δεν το δεχόταν.
Το έθαψαν παρουσία της και δεν της το έδειξαν, όσο και αν αυτή τους το ζητούσε. Πως να το έκαναν όμως, αν το τεμάχισαν έτσι όπως εγώ είδα στο νεκροτομείο να είναι σημειωμένα τα σημεία που σκόπευαν να τεμαχίσουν και εκείνον τον άγνωστο για μένα στρατιώτη;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *