Η απογύμνωση των κτηρίων από τους κλέφτες

   Μετά από αυτά που έγιναν στο κέντρο της πόλης, ούτε στον Φώτη είχα να πω περισσότερα εγώ, ούτε και στον μπάρμπα Χαράλαμπο βέβαια, οπότε, τους χαιρέτησα στα γρήγορα και πήγα να πάρω τα γυαλιά από το κατάστημα των οπτικών όπως το είχα προγραμματισμένο.

Επιστρέφοντας από εκεί όμως, έβλεπα ότι είχα χρόνο στην διάθεσή μου, ώστε να πάρω κάτι κι από το κατάστημα με τα είδη καθαρισμού, γιατί αμέσως μετά από αυτό, είχα σκοπό να πάρω το φορτηγάκι μου και να κατευθυνθώ προς τα περιφερειακά της πόλης μας καταστήματα κι επιχειρήσεις.

Όταν τελικά κατάφερα να κάνω αυτό που σκέφτηκα, με τα είδη καθαρισμού φορτωμένος έφτασα στο φορτηγάκι μου, όπου και είδα τον μπάρμπα Χαράλαμπο να με περιμένει, αλλά και να λέει χαμογελαστός σαν με είδε να πλησιάζω γρήγορα.

Όπως καταλαβαίνω Μιχάλη, μάλλον έχασες τον χρόνο σου και τώρα τρέχεις να προλάβεις τα υπόλοιπα. Να έρθω όμως μαζί σου κι όπου πας να σου κάνω παρέα; Αν βέβαια δεν σου γίνομαι βάρος.

Έλα του είπα αυθόρμητα κι αφού έχω να κάνω μεγάλο κύκλο από εδώ και μετά, θέλοντας και μη θα περάσω από την γειτονιά σου, οπότε, ούτε από τον δρόμο μου θα με βγάλεις, ούτε και χρόνο θα χάσω επιστρέφοντας την λεβεντιά σου στο σπίτι σου, αλλά και βάρος δεν μου είσαι.

Τί λεβεντιά έχω εγώ βρε Μιχάλη, έλεγε αυτός με κατανόηση για την ηλικία του κι ενώ έμπαινε στο φορτηγάκι, τον Φώτη έβαλε αμέσως στην κουβέντα μας. Τον Φώτη που λες Μιχάλη κι άλλη φορά τον είδα να κάνει κάτι παρόμοιο.

Σήμερα όμως, πίσω του βάδιζα για την ακρίβεια και σε αρκετή απόσταση από αυτόν βρισκόμουν όταν τον είδα να κατευθύνετε προς την τράπεζα όπως υπέθετα, αλλά και να τρέχει ξαφνικά για κάποιον λόγο τον έβλεπα.

Κι έναν άλλον πήρε το μάτι μου να τρέχει αρκετά ποιο πέρα από τον Φώτη κι όπως αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων ο γύφτος ήταν. Κι αυτός που λες, εκεί έξω από την τράπεζα στεκόταν πριν φύγει τρέχοντας και στην ουρά έδειχνε να περιμένει μαζί με άλλους, το πότε η σειρά του θα του επέτρεπε να μπει μέσα.

Δεν μπορούσα να υπολογίσω τον λόγο που αυτός ιδικά έτρεχε, αλλά βλέποντας και μια γυναίκα πεσμένη στο πεζοδρόμιο μετά από λίγο, έβαλα με το μυαλό μου ότι ο Φώτης τουλάχιστον, προς το να την σηκώσει έτρεχε.

Όταν όμως τον είδα να σηκώνει μεν την γυναίκα βιαστικά, αλλά και να τρέχει πίσω από τον γύφτο, άρχισα να υποψιάζομαι ότι μάλλον κάτι κακό έκανε αυτός στην γυναίκα κι αυτό, σίγουρα δεν θα μπόρεσε το αντέξει ο Φώτης, γι’ αυτό και τον κυνήγησε.

Πλησιάζοντας κι εγώ πια στην τράπεζα, τότε είδα ότι η γυναίκα ήταν αρκετά ηλικιωμένη κι ότι αυτοί που περίμεναν την σειρά τους να μπουν τράπεζα την σήκωσαν κι όπως έπρεπε την περιποιόταν.

Σε άλλη περίπτωση πάντως, σε κανέναν άλλον δεν θα άφηνε ο   Φώτης να περιποιείται μια ηλικιωμένη γυναίκα, γιατί εγώ προσωπικά, πολύ καλά γνωρίζω πόσο ευαίσθητος άνθρωπος είναι.

Από τους παραβρισκόμενους δηλαδή έμαθα ότι ο γύφτος που έφυγε τρέχοντας άρπαξε από τα χέρια της ηλικιωμένης γυναίκας την σύνταξη κι ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω Μιχάλη, γιατί τους άλλαξαν το όνομα αυτούς, αφού οι ενέργειές τους είναι αυτές που υποχρέωσαν τους ανθρώπους να τους ονομάσουν γύφτους.

Από την στιγμή που κανέναν και τίποτε δεν σέβονται, αλλά και συνεχίζουν να κλέβουν ότι τους φαίνεται καλό, μόνοι τους δηλώνουν ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν το όνομα Ρομά που τους έδωσαν, για να μην προσβάλλονται δήθεν με το γύφτοι που τους αποκαλούσαν πριν.

Αν ήθελαν να ζουν κι αυτοί, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, από μόνοι τους θα προέτρεπαν τον εαυτό τους, τους ομοίους τους, όπως και τα παιδιά τους, να μην κάνουν κλεψιές πλέον, για να μπορέσουν επιτέλους να διεκδικήσουν την αξιοπρέπεια που ποτέ δεν είχαν.

Αυτά λοιπόν έλεγε ο μπάρμπα Χαράλαμπος, θυμωμένος κι αυτός κατά κάποιον τρόπο με τους Ρομά, πρώην γύφτους όπως επέμενε να τους αποκαλεί και δεν σταματούσε να καυτηριάζει τις ενέργειές τους, στέλνοντας συνεχώς συγχαρητήρια από μακριά και στον Φώτη για όσα του έκανε.

Μπράβο Φώτη, έλεγε. Καλά έκανες και τον κυνήγησες και καλά έκανες και τον περιποιήθηκες όπως του άξιζε. Έπεσε κάτω η ηλικιωμένη γυναίκα από το σπρώξιμο που της έκανε ο γύφτος κι ευτυχώς γι’ αυτήν, δεν έσπασε καμιά λεκάνη Μιχάλη. Αν το πάθαινε η γυναίκα, μέχρι να πεθάνει θα τραβιόταν.

Σιγά να μη γλύτωνε από τον Φώτη όμως. Αυτός ιδικά, μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι όπως μας έλεγαν παλιά θα έτρεχε πίσω του να τον πιάσει και θα τον έδερνε μέχρι να φτύσει αίμα, ακριβώς γιατί έριξε κάτω μια γριά γυναίκα. Αφού τον έδειρε πάντως, καλά του έκανε.

Συγχίστηκα Μιχάλη από την ενέργειά του γύφτου, γι’ αυτό κι ακούς να μιλάω με αυτόν τον τρόπο σήμερα. Δεν θέλουν να τους λένε γύφτους λένε, αλλά θέλουν να κλέβουν. Ταιριάζουν αυτά;

Αν πράγματι τους ενοχλούσε, το ότι τους αποκαλούν γύφτους οι άνθρωποι, εύκολα θα μπορούσαν να το αλλάξουν με την συμπεριφορά τους. Αυτοί όμως δεν θέλουν να το κάνουν.

Και δεν θέλουν να το κάνουν, γιατί πίσω από αυτό το όνομα ποιο εύκολα κλέβουν και ποιο εύκολα απαλλάσσονται από τις εύλογες κατηγορίες. Κακώς λοιπόν τους έδωσαν το όνομα Ρομά, αφού με το να μη το σέβονται, δεν το αξίζουν.

Αυτά συνέχισε να λέει ο μπάρμπα Χαράλαμπος και τότε μόνον σταμάτησε, όταν είδε να φρενάρω  πια το φορτηγάκι μου, έξω από την πόρτα ενός αποθηκευτικού χώρου.

Έπρεπε να πάρω μερικά πράγματα από εκεί σύμφωνα με την λίστα που είχα στα χέρια μου, γι’ αυτό και περιμέναμε να μας ανοίξουν, για τον λόγο ότι ήταν κλειστή η σιδερόπορτά τους και μόνον με ηλεκτρική κλήση άνοιγε.

Όταν είδαν οι άνθρωποι το φορτηγάκι μου, όπως και το χέρι που τους κουνούσα στην προσπάθειά μου να με προσέξουν κι όταν βεβαιώθηκαν πια κοιτώντας προς το μέρος μας, ότι εγώ ήμουν, τότε μόνον μας άνοιξαν.

Πω? Πω? Έλεγε με θαυμασμό στην φωνή του ο μπάρμπα Χαράλαμπος. Ούτε μύγα δεν επιτρέπουν να περάσει μέσα Μιχάλη. Καλά κάνουν όμως στα χρόνια που ζούμε. Αυτό έλεγε επανειλημμένα μέχρι να μπούμε στον χώρο τους, αλλά και το ίδιο έλεγε μέχρι να φτάσουμε στα γραφεία της επιχείρησης.

Κι ενώ εγώ ζητούσα να μου δώσουν αυτά που η λίστα μου έγραφε, αυτός δεν δίστασε να πει στο προσωπικό, ότι καλά έκαναν και είχαν την πόρτα τους κλειστή, γιατί με αυτόν τον τρόπο, μάλλον είχαν ασφαλή προφύλαξη.

Γέλασαν με την παρατήρηση του οι άνθρωποι, αλλά και του έδωσε κάποιος από αυτούς την απάντηση που χρειαζόταν, μέχρι να δώσουν σ’ εμένα οι υπόλοιποι αυτά που τους ζήτησα.

Άδικος κόπος θείο, του έλεγε αυτός. Τρεις φορές μας έκλεψαν οι γύφτοι, αν και μαζί με αυτά που βλέπεις και σου φάνηκαν αρκετά, έχουμε και πληρωμένη υπηρεσία φύλαξης.

Την τελευταία φορά μάλιστα, μας έκαναν τέτοια ζημιά αυτοί, που ακόμη προσπαθούμε να διορθώσουμε και δεν μπορούμε, αν και ξοδέψαμε μια περιουσία μέχρι στιγμής. Μας έκοψαν το ρεύμα από την κολόνα που είναι στην γωνία δηλαδή, για να πάρουν αυτοί τον μετασχηματιστή τάσης της ΔΕΗ που υπήρχε στην κολόνα τοποθετημένος.

Όλα τα κομπιούτερ μας έπαθα ζημιά εξαιτίας αυτού και για μέρες τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε την δουλειά μας. Οι αστυνομικοί που καλέσαμε και ήρθαν να δουν την περίπτωση, μας είπαν ότι από τον τρόπο που έκαναν την ζημιά, μάλλον καταλάβαιναν, ότι Ρομά ήταν αυτοί που την προκάλεσαν, γιατί κι αυτοί ξέρουν, ότι για τα καλώδια που έχουν μέσα και είναι από χαλκό κάνουν τις νύχτες τα ίδια όπου βρεθούν.

Με το στόμα ανοιχτό έμεινε ο μπάρμπα Χαράλαμπος και μέχρι να έρθει η στιγμή να φύγουμε από εκεί, δεν τόλμησε να ρωτήσει ή να πει κάτι άλλο, από φόβο μάλλον μην ακούσει κι άλλα τέτοια εκτός από αυτά που μάθαινε εκείνη την ημέρα.

Ούτε και σ’ εμένα δηλαδή έκανε ερωτήσεις στην συνέχεια, αν και βγήκαμε πια από τον χώρο που επισκεφτήκαμε και σέ άλλη επιχείρηση πηγαίναμε για παρόμοιους λόγους. Αλλά ούτε κι εκεί που φτάσαμε έκανε ερωτήσεις, από φόβο όπως φάνηκε, μην ακούσει και χειρότερα ενδεχομένως.

Παντού όμως την ίδια εικόνα έβλεπε στην ίδια περιοχή. Να είναι φυλαγμένοι οι χώροι τους δηλαδή με μεγάλες σιδερένιες πόρτες και με ηλεκτρική κλήση να ανοίγουν σε όποιον ήθελαν.

Όταν πια βρισκόμασταν κάπως ποιο απόμερα και περνούσαμε μπροστά από ένα εγκαταλειμμένο κτήριο, τότε μόνον του ξέφυγε ένα ερώτημα. Αυτό το κτήριο Μιχάλη είναι παλιό βέβαια και σε κάποια εποχή θα πρέπει να εργαζόταν άνθρωποι εδώ, γιατί όμως δεν έχει τώρα ούτε πόρτες ούτε παράθυρα;

Όπως βλέπω όμως, ακόμη και οι φεγγίτες από τις τουαλέτες λείπουν, όπως κι αυτοί από τους φωταγωγούς, λες κι έβαλαν κατά νου τους να το ανακαινίσουν. Εσύ που γυρίζεις συνεχώς εδώ γύρω, σίγουρα θα ξέρεις τι έχουν σκοπό να κάνουν.

Αυτά είπε ο μπάρμπα Χαράλαμπος και περίμενε να ακούσει την απάντησή μου. Εγώ είχα τον νου μου στις υποχρεώσεις όμως και στο πού θα έβρισκα την επιχείρηση που έψαχνα, γιατί στο σημείο που βρισκόταν, δύσκολα εντόπιζα την είσοδό τους, γι’ αυτό και μόνον ένα σκέτο μπορεί του είπα, αλλά και μόνος του ήθελα να απαντηθεί, από αυτά που θα έβλεπε σε λίγο.

Εντόπισα τελικά την είσοδό τους κι αφού ήταν ανοικτή, μπήκα με το φορτηγάκι μου μέσα και σε μια άκρη το πάρκαρα μέχρι να κάνω τα ψώνια μου. Εκεί γύρο όμως, όλα τα κτήρια στην ίδια κατάσταση με το προηγούμενο που είδε ήταν.

Σαν βομβαρδισμένα δηλαδή, αφού σε κανένα δεν υπήρχαν πόρτες και παράθυρα. Αυτό βλέποντας ο μπάρμπα Χαράλαμπος πάλι έλεγε έκπληκτος. Μα τι γίνεται βρε Μιχάλη; Μη μου πεις τώρα, ότι όλες αυτές τις πόρτες και τα παράθυρα τα έβγαλαν οι γύφτοι;

Εγώ δεν θα σου πω τίποτε του είπα, γιατί έχω να πάρω αρκετά πράγματα από εδώ που ήρθαμε και δεν έχω πολύ χρόνο στην διάθεσή μου. Αν θέλεις όμως, μείνε εδώ έξω και ψάξε μόνος σου να βρεις τις απαντήσεις που χρειάζεσαι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *