Η Γυναίκα Μου Πέθανε Και Γιατροί Από Την Αθήνα, Μου Ζητούσαν Τα Ζωτικά Της Όργανα

  Όλα τα βράδια εκείνου του δεκαπενθήμερου, ανελλιπώς συντρόφευα την γυναίκα μου στο συγκεκριμένο νοσοκομείο κι επειδή στον ίδιο θάλαμο υπήρχε ακόμη μια γυναίκα που νοσηλευόταν, τις περισσότερες ώρες τις περνούσα στο μικρό διαθέσιμο μπαλκονάκι τους.

Και για να μην μένω όρθιος τις νύχτες εκεί, από την πρώτη μέρα κιόλας έφερα από το σπίτι μας μια πτυσσόμενη πολυθρόνα, την οποία και τοποθέτησα με την άδεια των γιατρών στο μπαλκόνι τους, προκειμένου να ξεκουράζομαι κάπως ξαπλωμένος, αλλά και για να κλείνω τα μάτια μου βέβαια έστω και για λίγο, αφού ούτως ή άλλως λαγοκοιμόμουν από φόβο μη τυχόν και δεν άκουγα την ανάσα της γυναίκας μου, αν για κάποιο λόγο δηλαδή ήθελε αυτή να της κοπεί.

Σηκωνόμουν όμως κάθε τόσο από την πολυθρόνα και με την δικαιολογία ότι ήθελα να ξεμουδιάσω δήθεν, έκανα μια βόλτα μέσα στο δωμάτιο της νοσηλείας τους,  προκειμένου να δω από κοντά το στήθος της να κάνει τις απαραίτητες για την αναπνοή κινήσεις. Από φόβο δηλαδή το έκανα κι αυτό, μην τυχόν και σταματούσε να αναπνέει κάποια στιγμή η γυναίκα μου κι εγώ χαμπάρι δεν θα έπαιρνα.

Κάθε βράδυ δηλαδή το ίδιο έκανα, οπότε και στις νοσοκόμες που γύριζαν από ασθενή σε ασθενή κατά την διάρκεια της νοσηλείας τους, ήταν γνωστή η ανησυχία που διατηρούσα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που όταν πλησίαζαν την γυναίκα μου, από μακριά μου έκαναν νοήματα, ώστε να μείνω στην θέση μου και να μην ανησυχώ, δηλώνοντάς μου έτσι, ότι ανέπνεε η γυναίκα μου.

Στην βραδιά που αναφέρομαι όμως, ξημέρωνε η δέκατη πέμπτη μέρα όπως σας είπα και μαζί με αυτήν, η λήξη της προθεσμίας που μου έδωσε ο νευροχειρούργος καθηγητής, ότι θα έφευγαν επιτέλους τα αίματα από το κεφάλι της μέσω της φαρμακευτικής αγωγής που της έδιναν, οπότε θα μπορούσε κι αυτός να την χειρουργήσει όπως μου υποσχέθηκε, αν βέβαια δεν άνοιγε ξανά το αγγείο που προκάλεσε την προγενέστερη αιμορραγία και χωρίς να μας λυπηθεί, μας προκαλούσε δεύτερη και θανατηφόρα μάλιστα.

Πολλά ήταν αυτά που περίμενα να γίνουν εκείνο το βράδυ λοιπόν, οπότε, ούτε ύπνος με έπιανε από το άγχος, αλλά ούτε και ησυχία είχα. Παρ’ όλα αυτά όμως, κυλούσε όντως ομαλά η βραδιά, έως και τα χαράματα που ακολούθησαν σιγά, σιγά.

Όλα δηλαδή έδειχνα να είναι ήσυχα και ίδια με τα προηγούμενα βράδια, αλλά η δική μου ανησυχία δεν μπορούσε να κοπάσει. Αύξανε αντί να εξαλειφτεί όσο πηγαίναμε προς το ξημέρωμα, αν και τίποτε δεν με υποχρέωνε να την διατηρώ.

Ήταν εκεί δηλαδή και με πίεζε απροσδιόριστα κι όσες προσπάθειες έκανα προκειμένου να απαλλαγώ από την ανησυχία μου, εκείνη παρέμενε συνεχώς αυξανόμενη και λεπτό δεν με άφηνε, ούτε και τα μάτια μου να κλείσω.

Στις πέντε το πρωί λοιπόν, σηκώθηκα από την πολυθρόνα που καθόμουν κι αφού είδα το ρολόι μου να είναι κολλημένο εκεί, το παρακαλούσα πλέον να κυλίσει ποιο γρήγορα τις ώρες του, ώστε να μπούμε με ασφάλεια στην δέκατη πέμπτη μέρα.

Αν επιτέλους κυλούσε αυτή και η κατάσταση της γυναίκας μου παρέμενε καλή, τότε θα μπορούσα κι εγώ να ελπίζω, ότι θα μας καλούσε εκείνος ο νευροχειρούργος καθηγητής, προκειμένου να κάνει στην γυναίκα μου την προγραμματισμένη άλλωστε επέμβαση που μου υποσχέθηκε, ώστε να γλιτώσει κι αυτή από τον κίνδυνο που την απειλούσε, αλλά κι εμένα όπως και τα παιδιά μας να γλυτώσει, από το ενδεχόμενο να χάσουμε τον άνθρωπο μας.

Δεν πρόλαβα όμως να τελειώσω τις σκέψεις μου κι άκουσα την γυναίκα μου να φωνάζει.

Το κεφάλι μου! Το κεφάλι μου!

“Το κεφάλι μου” έλεγε κι όταν έστρεψα τα μάτια μου επάνω της, πάγωσα από τον φόβο, γιατί την έβλεπα να κάνει περίεργες, όπως και διακεκομμένες κινήσεις.

Τέτοιες κινήσεις δηλαδή, όπως αυτές που θα έκανε, αν της κοβόταν το ρεύμα και πάλι να της ερχόταν. Μου θύμισαν δηλαδή αυτές τα αγάλματα που παίζαμε μικροί, δεδομένου ότι διακόπτονταν για κάποιο λόγο μια κίνηση της σε μια στάση και πάλι άρχιζε προς το να την ολοκληρώσει.

Όταν συνειδητοποίησα, ότι μπορεί και να αιμορράγησε πάλι εκείνο το ανενεργό αγγείο, σύγκρυο με έπιασε. Βρήκα ωστόσο την δύναμη κι έτρεξα κοντά της. Ήλπιζα να την βοηθήσω όπως καταλαβαίνετε, αν και δεν ήξερα τι είδους βοήθειας θα μπορούσα να της προσφέρω.

Ανέβηκα ωστόσο επάνω στο κρεβάτι της στα γρήγορα και στάθηκα εκεί και δίπλα της, πατώντας με τα γόνατα πάνω στο στρώμα της. Κι αφού δεν ήξερα τι να  κάνω, προσπαθούσα απλώς να την ησυχάσω.

Αυτή όμως, όχι μόνον δεν άκουγε τι της έλεγα, αλλά είχε κλειδώσει σαν οργανισμός και είχε μείνει ακίνητη, στην στάση που έδωσε για τελευταία φορά εντολή ο εγκέφαλος της κι εκεί έμεινε. Με τα μάτια της κλειστά δηλαδή, τα χέρια της να κινούνται προς το κεφάλι της και το στόμα της να δαγκώνει την γλώσσα της, η οποία προεξείχε αρκετά. Ανέπνεε δε από το κλειστό της στόμα τόσο, που ήταν σαν να την έπνιγε κάποιος.

Νοσοκόμα! Γιατρέ! φώναζα, αλλά κανείς δεν απαντούσε. Δεν ήταν κανείς από αυτούς εκεί, λες κι εξαφανίστηκαν όλοι τους, ή τους κατάπιε η γη όλους μαζί. Συνέχιζα όμως να καλώ τους γιατρούς και τις νοσοκόμες να έρθουν κι όπως έβλεπα να χρειάζεται, έβαζα πολύ δύναμη στα χέρια μου προκειμένου ανοίξω το στόμα της γυναίκας μου, ώστε να γλιτώσω την γλώσσα της, η οποία κινδύνευε να κοπεί έτσι όπως την δάγκωνε.

Όταν επιτέλους τα κατάφερα, έχωσα γρήγορα τον δεξί μου αντίχειρα μέσα στο στόμα της, έτσι ώστε να πατούν τα δόντια της στο δικό μου δάχτυλό, προκειμένου να αναπνέει αυτή καλύτερα, χωρίς να υπολογίζω βέβαια την δύναμη που είχαν οι σιαγόνες της.

Στο επόμενο δευτερόλεπτο, άρχισα να φωνάζω εγώ πλέον από τον πόνο που με προκαλούσαν τα δόντια της, όταν άρχισαν αυτά σιγά, σιγά, να καρφώνονται στον αντίχειρα μου, με ορατό τον κίνδυνο να μου τον κόψουν, χωρίς καν να μπορώ να της προσφέρω έστω και την παραμικρή βοήθεια.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, φώναζα διπλά εγώ τότε. Μια για την γυναίκα μου που χρειαζόταν βοήθεια και μια για μένα που κινδύνευα να χάσω το δάχτυλό μου, αλλά κανείς από τους γιατρούς ή τις νοσοκόμες δεν έλεγαν να φανούν.

Όταν πια και με πολύ αγωνία κοιτούσα προς την πόρτα του θαλάμου, μήπως και δω κάποιον από αυτούς να έρχεται ώστε να μας βοηθήσει, έκπληκτος έβλεπα, όλους τους γιατρούς του νοσοκομείου, όπως και τις νοσοκόμες άλλωστε, να είναι στριμωγμένοι στην πόρτα και να με κοιτούν άπραγοι και αδιάφοροι, όσο κι αν ζητούσα την βοήθεια τους.

Βλέποντας τους λοιπόν να στέκονται άπραγοι και με τα χέρια στις τσέπες να μας κοιτούν απλώς αδιάφοροι, θα έλεγα ότι τρελάθηκα, γι’ αυτό και τους έβαλε τις φωνές, λέγοντάς τους πολλά από αυτά που έπρεπε να ακούσουν, μήπως και μας βοηθούσαν.

Τι με κοιτάτε ρε σεις; Δεν θα με βοηθήσετε; Θα αφήσετε την γυναίκα μου να πεθάνει αβοήθητη; Ότι και αν τους έλεγα όμως, αυτοί στεκόταν εκεί και με έβλεπαν ακίνητοι, αδιαφορώντας εντελώς για την δική μου αγωνία κι επειδή πονούσα πολύ έτσι όπως έσφιγγαν τον αντίχειρα μου τα δόντια της γυναίκας μου, τους παρακαλούσα πλέον να μου φέρουν κάτι, που θα μπορούσα να το βάλω στο στόμα της, ώστε να ελευθερώσω τουλάχιστον τον αντίχειρα μου.

Αντί να μου φέρουν λοιπόν αυτοί κάτι σχετικό, μου έλεγε ο μεγαλύτερος σε ηλικία εξ αυτών απαθέστατα, ότι τίποτε τέτοιο δεν είχαν, ότι κακώς έβαλα το δάχτυλό μου στο στόμα της γυναίκας μου και βήμα δεν έκαναν από την πόρτα προς το κρεβάτι της, οπότε και πάλι τους έβαλα τις φωνές.

Δεν είστε γιατροί εσείς ρε παιδιά; Πως μπορείτε να μένετε αδιάφοροι μπροστά στο πρόβλημα που βλέπετε να αντιμετωπίζει αυτή η γυναίκα; Φέρτε μου τουλάχιστον ένα χωνί ρε να βάλω στο στόμα της, ώστε να ελευθερώσω το χέρι μου. Ούτε αυτό δεν μπορείτε να κάνετε;

Απογοητευμένος λοιπόν από την συμπεριφορά αυτών που ήθελαν να ονομάζονται γιατροί, ένα σορό τους έλεγα πια θυμωμένος μαζί τους. Αυτοί όμως, τίποτε δεν έκαναν, παρά με άφηναν εκεί εγκλωβισμένο. Δεν άντεξα την απάθειά τους, οπότε άρχισα και να τους απειλώ στην συνέχεια.

Αν δεν με ελευθερώσετε από εδώ, θα περιμένω να κοπεί το δάχτυλο μου και τότε να δείτε τι σας περιμένει. Αυτό τους έλεγα επηρεασμένος από τον πόνο που ένιωθα, αλλά και από την αδιαφορία που έβλεπα να δείχνουν, τόσο για μένα, όσο και για την γυναίκα μου, την οποία όντως την άφηναν να πεθαίνει αβοήθητη.

Εκείνη την στιγμή ωστόσο, μια μικρούλα νοσοκόμα, η οποία ήταν ένα βήμα μπροστά από όλους τους συγκεντρωμένους γιατρούς και νοσοκόμες στην πόρτα του δωματίου, βγήκε έξω από αυτό σπρώχνοντάς τους κι επέστρεψε σε ένα λεπτό, κρατώντας στο χέρι της ένα πλαστικό άσπρο εξάρτημα που μου θύμιζε χωνί.

Αφού μου έδωσε η μικρή νοσοκόμα αυτό που μου είπαν οι γιατροί του νοσοκομείου ότι δεν είχαν στην διάθεσή τους, το έβαλα κάπως δύσκολα στο στόμα της γυναίκας μου κι αφού ελευθέρωσα το δάχτυλο μου, κατέβηκα από το κρεβάτι και κινήθηκα απειλητικά πια προς τους γιατρούς κι αυτά τους έλεγα.

Φέρτε μου τώρα κι αμέσως μάλιστα ένα ασθενοφόρο, ώστε να μεταφέρω την γυναίκα μου στο νοσοκομείο που πρέπει να εγχειριστεί. Κι αν δεν μου το διαθέσετε εξαιτίας της αδιαφορίας σας, κανείς από σας δεν θα φύγει από δω ζωντανός.

Σιγά ρε φίλε, έλεγε κάπως δειλά εκείνος ο γηραλέος γιατρός, τον οποίο πρώτη μου φορά έβλεπα εκεί, αλλά και τον είχαν στο κέντρο της πόρτας οι υπόλοιποι της κουστωδίας των γιατρών. Κι ο διευθυντής του νοσοκομείου που γνώριζα άλλωστε, το ίδιο με τον γηραλέο έκανε. Στεκόταν άπραγος κι αυτός δηλαδή δίπλα του, έχοντας τα χέρια στις τσέπες κι επίσης αδιάφορα μου έδινε τις συμβουλές του.

Δεν θα καταφέρεις τίποτε ρε συ με το να την μεταφέρεις σε άλλο νοσοκομείο όπως μας το ζητάς. Συνειδητοποίησε επιτέλους ότι η γυναίκα σου έχει πεθάνει και ησύχασε.

Μόνον αυτό δεν περίμενα να ακούσω από τους γιατρούς. Κι εφόσον την άκουγα να αναπνέει έστω και λίγο όπως σας είπα, ήταν δυνατόν να δεχθώ τόσο εύκολα, ότι πράγματι και είχε πεθαμένη η γυναίκα μου.

Θυμωμένος λοιπόν και με την δική του απάθεια, όντως όρμισα και σ’ αυτόν στην συνέχεια, λέγοντάς του ότι μου κατέβαινε. Τι είναι αυτά που μου λες ρε κομπογιαννίτη; Δεν ακούς ότι η γυναίκα αναπνέει;

Απαθέστατα και πάλι εκείνος ο γηραλέος γιατρός, πήρε πάλι τον λόγο και μου έλεγε ότι δεν ήταν αναπνοή αυτό που άκουγα. Αυτόν ειδικά, τον άρπαξα πια από τον γιακά και ήμουν αποφασισμένος να του κάνω, όσα πριν από λίγο τους απειλούσα.

Εκείνος όμως, καθόλου δεν πτοήθηκε. Απαθέστατα και πάλι συμπλήρωνε, αυτά που ήθελε εγώ να ακούσω, αλλά και να δεχθώ ως όλως δι’ όλου δεδομένα. Αυτό που ακούς εσύ ρε κύριε και νομίζεις ότι είναι αναπνοή, δεν είναι αναπνοή, αλλά επιθανάτιος βρόγχος και η γυναίκα σου είναι όντως πεθαμένη. Κατάλαβέ το.

Για καλή μου τύχη όμως, μπήκε στο δωμάτιο εκείνη την στιγμή ένας άλλος γιατρός, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα κουτί που μου θύμισε ηλεκτροκόλληση κι αφού μας έσπρωξε όλους και διέκοψε τις κακές μου προθέσεις, πλησίασε γρήγορα προς την γυναίκα μου, όπου και την βυσμάτωνε στα γρήγορα όπως έβλεπα, με καλώδια στο κουτί που έφερε.

Κι ενώ γινόταν αυτό, βρήκε πάλι αφορμή εκείνος ο γηραλέος γιατρός και πλησιάζοντάς με περισσότερο, προσπαθούσε να μου εξηγήσει με ποιο ήρεμο τρόπο πλέον, τον λόγο που χρειάστηκε να βυσματώσουν την γυναίκα μου στο μηχάνημα που της έφεραν.

Το μηχάνημα που βλέπεις, έλεγε, το φέραμε εδώ από την Αθήνα, προκειμένου να κρατήσει σε λειτουργία τα ζωτικά όργανα της γυναίκας σου, το οποίο όμως, έχει μικρή δυνατότητα. Για μισή ώρα μόνον δηλαδή μπορεί να μας φανεί χρήσιμο. Πέραν αυτού λοιπόν, ούτε τα όργανα της γυναίκας σου θα μας είναι χρήσιμα, αλλά ούτε κι εμείς θα μπορέσουμε να τα κάνουμε χρήση.

Σ’ εμάς βέβαια, αυτός ο χρόνος είναι αρκετός ώστε μαζί με την ομάδα μου που έφερα γι’ αυτόν τον σκοπό από την Αθήνα, να μπορέσουμε να πάρουν τα όργανα της γυναίκας σου και να τα διαθέσουν σε ανθρώπους που τα έχουν απόλυτη ανάγκη, δεδομένου ότι δεν θα της είναι πλέον χρήσιμα, αφού όπως σου είπαμε, αυτή ήδη έχει πεθάνει.

Ακούγοντας την διευκρίνηση που μου έκανε εκείνη την στιγμή ο γηραλέος γιατρός, από τα σύννεφα έπεσα. Καράφλιασα δηλαδή, αλλά κι εξοργίστηκα συγχρόνως μαζί του. Και πώς να μην εξοργιζόμουν δηλαδή, αφού μόλις εκείνη την στιγμή συνειδητοποιούσα, ότι μας ενέπαιξαν όλοι τους. Τόσο οι νοσοκομειακοί γιατροί, όσο κι αυτός που ήρθε από την Αθήνα με την ομάδα του.

Κι αυτό που τριγύριζε με μεγάλη πίεση μέσα στο μυαλό μου, ήταν ότι μάλλον πούλησαν τα ζωτικά όργανα της γυναίκας μου, από την ώρα που την κράτησαν στο νοσοκομείο τους κι ότι αυτοί που ήρθαν από την Αθήνα για τους παραπάνω λόγους, θα πρέπει να βρίσκονταν στο νοσοκομείο από μέρες πριν κι απλώς σαν τα κοράκια περίμεναν κρυμμένοι, με την ελπίδα να πεθάνει γρήγορα η γυναίκα μου, αλλά και να βρίσκονται κοντά της κι έτοιμοι με τα εργαλεία τους, προκειμένου να της πάρουν τα όργανα.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που ούτε εμένα ήθελαν να βοηθήσουν πριν από λίγο, αλλά ούτε και την γυναίκα μου που προσπαθούσε να κρατηθεί στην ζωή μ’ εκείνη την υποτυπώδη αναπνοή, η οποία και με υποχρέωνε όπως σας είπα να μην δέχομαι το ενδεχόμενο να πέθανε.

Αλλά και πάλι; Μπορούσα μήπως να δεχτώ, ότι είχα το δικαίωμα να κάνω εγώ διανομή τα όργανα κάποιου άλλου ανθρώπου, έστω κι αν αυτός ο άλλος ήταν η γυναίκα μου, έστω κι αν ο σκοπός της διανομής τους ακούγεται πολύ πρόχειρα λογικός;

Εξοργισμένος λοιπόν, αλλά και εμπαιγμένος από τους γιατρούς που έπαιζαν άσχημο παιχνίδι πίσω από την δική μου πλάτη, όπως και της γυναίκας μου βεβαίως, όρμισα και πάλι εναντίων τους. Τους απειλούσα δηλαδή και με πολύ δυνατή φωνή μάλιστα, αλλά και τους ζητούσα την άμεση μεταφορά της γυναίκας μου στο νοσοκομείο, όπου περίμενε όπως μου το υποσχέθηκε ο κύριος καθηγητής να την εγχειρίσει.

Κι ενώ εγώ ακόμη τους εξέθετα το αίτημά μου, εκείνος ο γηραλέος γιατρός έκανε πάλι προσπάθειες ώστε να με αποθαρρύνει λέγοντας. Που θα την πας ρε συ. Η γυναίκα σου είναι πεθαμένη. Κι αν δεν μας δώσεις τα εντόσθια της τώρα που είναι το μηχάνημα εδώ, έως ότου την πας στο νοσοκομείο που ελπίζεις ότι θα την χειρουργήσουν, αυτά θα της είναι άχρηστα κι όπως ακούς να σου λέω, θα την πάρεις από τον δρόμο πια πεθαμένη. Δώσε μας λοιπόν με το καλό τα εντόσθια της, γιατί κι εμείς έγκαιρα πρέπει να τα διαθέσουμε σε όλους αυτούς που τα χρειάζονται.

Και πρέπει να ξέρεις ακόμη, ότι είναι πολύ σκληρό από μέρους σου να πετάς εγωιστικά στα σκουπίδια τα όργανα της γυναίκας σου, την στιγμή που όπως πολλές φορές άκουσες να σου το λέμε, αυτά τα έχουν ανάγκη άλλοι συνάνθρωποί σου.

Άκουγα βέβαια τι μου έλεγαν οι γιατροί, αλλά και στην κατάσταση που με έφεραν με την αδιαφορία τους, δεν μπορούσα παρά να τους αντιμιλώ, γι’ αυτό και πάλι έλεγα με θράσος στον γηραλέο γιατρό. Να δώσεις τα δικά σου όργανα ρε συ, αν θέλεις να είσαι φιλάνθρωπος. Τα όργανα της γυναίκας μου όμως δεν είναι δυνατόν να σας τα δώσω, γιατί αυτά δεν είναι δικά μου.

Μη με χασομεράτε λοιπόν με τέτοιες ερωτήσεις και φέρτε μου εδώ και τώρα το ασθενοφόρο να μεταφέρω την γυναίκα μου στο Παπανικολάου, αφού μας περιμένει εκεί ο γιατρός που θα την χειρουργήσει. Καταλάβατε επιτέλους κι εσείς, τι είναι αυτό που σας ζητώ να κάνετε;

Αυτά τους έλεγα λοιπόν κι αγωνιωδώς περίμενα να δω επιτέλους να γίνετε η μεταφορά της γυναίκας μου στο νοσοκομείο που τους ανάφερα, αλλά τίποτε. Όχι μόνον δεν έκαναν κάτι σχετικό αυτοί, αλλά συνέχιζαν να μου λένε επιμόνως τα δικά τους.

Επέμεναν λοιπόν οι γιατροί να με αποθαρρύνουν, αλλά επέμενα κι εγώ όπως καταλαβαίνετε κι αφού είχε αγριέψει προφανώς το πρόσωπό μου από τον εμπαιγμό που αντιμετώπισα, άκουσα την γηραλέο να μου λέει κάποια στιγμή. Είσαι τρελός ρε κύριε;

Και τι να έκανα εγώ μετά από αυτήν την δήλωση, αφού ήθελα να πετύχω αυτό που κατά την άποψή μου θα ήταν το σωστότερο για την περίπτωση της γυναίκας μου; Εξακολουθούσα να τους απειλώ φραστικά.

Δεν έχετε ιδέα του τι είναι ο τρελός. Θα το μάθετε όμως πολύ γρήγορα, αν δεν μου φέρετε το ασθενοφόρο που τόση ώρα σας ζητώ. Και τότε μόνον θα ξέρετε στα σίγουρα τι θα πει τρελός. Φέρτε μου τώρα το ασθενοφόρο λοιπόν, για να μην χρειασθεί να δείτε εσείς, πως τρελαίνετε κάποιος όταν καταλάβει ότι τον εμπαίζουν ασύστολα.

Μπροστά στην ανυποχώρητη στάση μου όμως, ήθελαν δεν ήθελαν οι γιατροί, έφεραν τελικά το ασθενοφόρο κι αφού έβαλαν την γυναίκα μου μέσα, την έστειλαν επισήμως στο νοσοκομείο που τους ζήτησα, ενώ εξακολουθούσαν να μου λένε τα δικά τους, απογοητευμένοι βέβαια από την στάση μου.

Είναι πεθαμένη η γυναίκα σου ρε φίλε. Δεν το κατάλαβες ακόμη; Που θα την πας λοιπόν και τι νομίζεις ότι θα της κάνουν εκεί που θέλεις να την μεταφέρεις;

Δεν τους άφησα αναπάντητους βέβαια, αλλά και τους έλεγα με μπόλικο θράσος. Θα πεθάνει η γυναίκα μου, άμα θέλω εγώ. Και θα πεθάνει τότε αυτή, όταν εγώ θα το θελήσω. Τα όργανα της όμως, δεν σας τα δίνω. Αν θέλετε να γίνετε εσείς δότες, δεν έχετε παρά να δώστε τα δικά σας όργανα και μην επιμένετε άλλο.

Φεύγοντας από κοντά τους τα έλεγα, ενώ τους άκουγα να μουρμουρίζουν πίσω μου, με φανερή την πικρία στην φωνή τους. Τρέχα τώρα να την πάρεις από τον δρόμο πεθαμένη. Κι αφού τους άκουσα, πάλι τους απαντούσα με το ίδιο πνεύμα. Θα την πάρω από όπου θέλω εγώ. Σ’ εσάς όμως δεν την αφήνω, γιατί εσείς ξεχάσατε ότι είστε γιατροί.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *