Και τώρα; Τί κάνουμε;

  Πέρασε ο καιρός όμως και χάσαμε τελικά την γιαγιά Καλλιόπη. Την πήρε μαζί του ο γιος της μια μέρα και μετά από λύγο καιρό μας την έφερε πεθαμένη. Δεν άντεξε την πόλη βλέπετε κι έτσι, μας άφησε χρόνους όπως λέμε.

Επειδή συνηθίσαμε όμως την παρουσία της, για πολύ καιρό ακόμη περιμέναμε να μας επισκεφτεί, αν και ξέραμε ότι μας εγκατέλειψε δια παντός.

Συνεχίσαμε βέβαια εμείς την ζωή μας και τρία χρόνια πέρασαν μετά τον θάνατό της, όταν για δεύτερη φορά έκανε πληγή στο πόδι της η γυναίκα μου, όπως και για δεύτερη φορά πονούσε υπερβολικά, έστω κι αν ήταν το αριστερό της πόδι αυτό που μας προβλημάτιζε.

Αρχές Σεπτεμβρίου της παρουσιάστηκε η πληγή στο πόδι της και μετά από ένα ξύσιμο που έκανε η ίδια με τα νύχια της, σε ένα τσίμπημα κουνουπιού όπως έλεγε, στους γιατρούς του νοσοκομείου που επισκεφτήκαμε.

Μετά από τρεις επισκέψεις σ’ αυτούς όμως και μετά από τρεις διαφορετικές αγωγές που μας έδωσαν να ακολουθήσουμε, μεγάλωνε το μέγεθος της πληγής αντί να μικραίνει, όσο κι αν επέμεναν να μας καθησυχάζουν αυτοί κάθε φορά, λέγοντάς μας ότι σε λίγο καιρό, σίγουρα θα καλυτερεύσει η κατάστασή της.

Μεγαλώνει επικίνδυνα βρε παιδιά η πληγή αντί να μικραίνει τους είπα μια μέρα κι από ότι βλέπω, πάλι θα μπλέξουμε. Το αποτέλεσμα και μόνον της εξέλιξής της, πολύ καθαρά μας δείχνει, ότι πάλι κάτι δεν χειρίζεστε εσείς σωστά.

Και πριν από τρία χρόνια το ίδιο ακριβώς κάνατε και μην υπολογίζοντας την περίπτωση της αγγειίτιδας, έναν ολόκληρο χρόνο μας ταλαιπωρήσατε με λανθασμένες γνωματεύσεις και αγωγές.

Ερεθισμένοι κι αυτοί όμως από άκρατο ιατρικό εγωισμό, την ίδια ανόητη απάντηση είχαν να μου δώσουν, όπως αυτήν που πολλές φορές έτυχε να την ακούσω στην ζωή μου. Είστε γιατρός κύριε; Ξέρετε εσείς αν κάνουμε εμείς κάπου λάθος ή όχι;

Ακούγοντας αυτό λοιπόν, με θυμό πια τους απαντούσα κι εγώ. Εσείς ρε παιδιά; Είστε σίγουροί ότι είστε γιατροί; Το αποτέλεσμα των ενεργειών σας πάντως, καθόλου δεν σας κολακεύει.

Και δεν το λέω στον αέρα αυτό, αφού μετά από τρείς μήνες φαρμακευτικών αγωγών και υποδείξεών σας, η πληγή που σας φέραμε σε μέγεθος ενός λεπτού, έχει αποκτήσει μέγεθος δύο δίευρων πλέον και δεν προδιαθέτει κλείσιμο, όσο κι αν μας προτείνετε εσείς να το ελπίζουμε.

Αν δεν είναι αυτό λάθος ιατρικού χειρισμού, τότε τί είναι; Και μετά από αυτό; Τί περιμένουμε τώρα; Να σαπίσει το μέρος της πληγής και να μας πείτε μετά ότι ήμαστε υποχρεωμένη να της κόψουμε το πόδι; Αυτό δηλαδή θέλετε να μας παρουσιάσετε ως ιατρική κι ενδιαφέρον για την ασθενή;

Κι ενώ κουνούσαν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους αυτοί για όσα άκουγαν να τους λέω, μας ζήτησαν να τους επισκεφτούμε ξανά μετά από δεκαπέντε μέρες, προκειμένου να δουν για τέταρτη φορά την εξέλιξη της πληγής.

Είναι αλήθεια τώρα ότι δεν είναι σωστό να μιλάει κανείς τόσο αυστηρά στους γιατρούς, γιατί ασφαλώς και δεν είναι όλοι τους πρόχειροι. Εμείς ιδικά, έχουμε πολλούς λόγους να το υποστηρίζουμε αυτό, δεδομένου ότι πολλά πάθαμε από την προχειρότητα μερικών, αλλά και πολλά ωφεληθήκαμε από την συμμετοχή αυτών, που με πολύ προσοχή μεσολάβησαν στην επίλυση των εκάστοτε προβλημάτων μας.

Στην προκειμένη περίπτωση πάντως, δεν μπορούσα να μη καυτηριάσω την αναποτελεσματικότητά τους, γιατί ούτε μια εξέταση δείγματος δεν έστειλαν στο εργαστήριο. Όποια αγωγή κι αν μας έδωσαν, αφ’ εαυτού τους την πρότειναν κι από πολύ πρόχειρη κι εγωιστική ιατρική εκτίμηση το έκαναν.

Επαναλάβαμε ωστόσο την επίσκεψη που μας ζήτησαν μετά από δεκαπέντε μέρες, αλλά και πάλι δεν είχαμε να τους δείξουμε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο, αφού η πληγή άρχισε και να βαθαίνει πλέον μαζί με το να μεγαλώνει.

Όσο για τους γιατρούς, πάλι τα ίδια μας έλεγαν. Κάντε υπομονή με την πληγή, γιατί είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της. Και μήπως δεν το βλέπαμε αυτό; Τέσσερεις αλλαγές αγωγής κάναμε και η πληγή συνέχισε να παραμένει μολυσμένη, γι’ αυτό και Πέμπτη αγωγή μας έδωσαν να ακολουθήσουμε στην συνέχεια.

Από φόβο πια ότι θα γινόταν χειρότερα η πληγή από εκεί και μετά, πάλι άρχισα να επισκέπτομαι εξωνοσοκομειακούς γιατρούς, με την ελπίδα πάντα να βρω μια ποιο προσεγμένη γνωμάτευση, όπως και μια ποιο σωστή αγωγή, αφού το μυαλό μου πήγαινε συνεχώς προς το να ήταν κάποια αγγειίτιδα πάλι, που δεν την πρόσεξαν οι γιατροί.

Μας βεβαίωναν βέβαια αυτοί ότι δεν ήταν κάτι τέτοιο, αλλά μην έχοντας θετικό αποτέλεσμα, αναγκαστικά την σκεπτόμουν. Και οι εξωνοσοκομειακοί γιατροί που έβλεπαν την πληγή στην συνέχεια το ίδιο μας έλεγαν βέβαια, αλλά μην έχοντας αποτέλεσμα ανησυχούσα. Μόλυνση είναι έλεγαν κι αυτοί, που μάλλον προήρθε από το ξύσιμο που έκανε η γυναίκα σου στο τσίμπημα του κουνουπιού.

Από όπου κι αν προήρθε η πληγή της όμως, ότι κι αν την προκάλεσε, το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο και με κανένα τρόπο δεν μπορούσαμε να την περιορίσουμε σε μέγεθος, παρά τις συνεχιζόμενες φαρμακευτικές αγωγές.

Είχε πιάσει θέση από την αριστερή πλευρά της κνήμης της δηλαδή και καθώς ξεκινούσε από το καλάμι όπως λέμε και δέκα πόντους πιο πάνω από τον αστράγαλο, συνέχιζε να μεγαλώνει ακάθεκτα εκεί και με εμφανή την διάθεσή της να περάσει στο πίσω μέρος της κνήμης.

Η κακή αιμάτωση της περιοχής φταίει έλεγαν οι γιατροί και το μόνο που είχαν να μας συνιστούσαν, ήταν υπομονή. Τέτοιες πληγές έλεγαν και μάλιστα στο συγκεκριμένο σημείο της κνήμης, γίνονται κατ’ ανάγκη χρόνιες, οπότε, κάντε υπομονή.

Τον καλό μας φίλος όμως και πνευματικό μας αδελφό από παλιά, ποτέ δεν σκέφτηκα να ενοχλήσω, αν και ήξερα ότι ήταν γιατρός και μάλιστα πλαστικοχειρούργος. Τον ξέχασα τελείως πρέπει να πω, όπως ακριβώς έκανα και την προηγούμενη φορά, με την αγγειίτιδα που μας βασάνισε.

Όταν κάποια στιγμή κι εντελώς τυχαία συνάντησα τον Νίκο στον δρόμο, τότε μόνον του αναφέρω το θέμα κι αυτό πάλι, γιατί αυτός ρώτησε να μάθει τι κάνει η γυναίκα μου.

Αφού του ανάφερα λοιπόν την περίπτωσή της, με το πρώτο μου είπε, ότι δεν θα έκλεινε η πληγή της εύκολα, αν δεν προχωρούσαμε στην κάλυψή της με δέρμα, από αυτό δηλαδή που θα μπορούσαμε να πάρουμε από άλλο μέρος του ποδιού της.

Φοβήθηκα την ιδέα είναι αλήθεια, αλλά και σε άλλους γιατρούς που ανάφερα την σκέψη του, μου το απέκλειαν εντελώς, με την δικαιολογία ότι θα έβαζα την γυναίκα μου να παλεύει με δυο πληγές αντί για μια. Αυτό υπολογίζοντας κι εγώ, δεν αποφάσιζα να συναινέσω στην ιδέα του Νίκου, αν και τον εμπιστευόμουν σαν γιατρό.

Αντί να κάνουμε εμείς λοιπόν υπακοή στον γιατρό, εκείνος έκανε υπακοή σ’ εμάς από εκεί και μετά και από τις αρχές του Δεκέμβριου που είδε την πληγή της για πρώτη φορά, μέχρι και τον Απρίλιο του 2020 μας δεχόταν στο ιατρείο του μέρα παρά μέρα και αυτός έκανε τις αλλαγές που χρειαζόταν μέχρι να ηρεμίσει η πληγή, αφού συνεχώς την μολύναμε, εφαρμόζοντας κατά προσέγγιση αγωγές όπως σας είπα.

Ο πνευματικός μας αδελφός Νίκος όμως, στιγμή δεν έπαψε να μας συμπαραστέκεται, αν και δεν συμφωνούσε με τους φόβους μας. Κάθε τόσο μας θύμιζε δηλαδή, ότι έπρεπε να σκεφτούμε και την δική του ιατρική πρόταση, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να γίνει ακόμη ποιο δύσκολη η περίπτωσή της.

Βλέποντας ποια ότι δεν είχαμε κανένα θετικό αποτέλεσμα με τις μέχρι τότε προσπάθειές μας, αποφασίσαμε τελικά να του δώσαμε την συγκατάθεσή μας και να προχωρήσει την κάλυψη της πληγής με δέρμα κι από αυτό που θα έπαιρνε από το μηρό της γυναίκας μου όπως μας είπε.

Με το που πήρε λοιπόν την εντολή, αμέσως πείρε δήγμα από αυτήν, το οποίο όπως έπρεπε, την ίδια ώρα έστειλε προς εξέταση, ζητώντας παράλληλα και ορισμό αγωγής από το ιδικό εργαστήριο.

Μέχρι τότε όμως εμείς, στα κουτουρού και κατά την άποψη των γιατρών ακολουθούσαμε αγωγή κι όπως αποδείχτηκε, στο πουθενά απευθυνόταν η θεραπεία με την εκάστοτε αντιβίωση που μας πρότειναν κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχαμε αποτέλεσμα.

Για να προχωρήσει λοιπόν στην σκέψη του και για να είναι σίγουρος ο Νίκος, ότι δεν κάναμε κουτουρού δουλειές, νέα αγωγή μας πρότεινε, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργαστηρίου κι αυτήν ακολουθούσαμε μέχρι να αποφύγουμε την περεταίρω μόλυνσή της, αλλά κι ο ίδιος προσωπικά φρόντιζε την πορεία της μέρα παρά μέρα όπως σας είπα.

Δε μας έφταναν αυτά όμως και στο ίδιο χρονικά διάστημα, είχαμε μπλέξει και με τον Κορωνοϊό που μας φορτώθηκε. Με μια γρίπη δηλαδή μπλέξαμε όπως μας είπαν από τα κανάλια, η οποία όμως, έδειχνε να έχει πολύ επιθετικές διαθέσεις και μάλιστα θανατηφόρες.

Εξαιτίας αυτού λοιπόν, το υπουργείο υγείας επέβαλε τον εγκλεισμό όλων μας στα σπίτια και για λόγους προφύλαξης από την επιθετικότητά της, μόνο με μια ειδική γραπτή άδεια από το τηλέφωνό μας επιτρεπόταν να κάνουμε επισκέψεις σε γιατρούς, ή σε καταστήματα για τις προσωπικές μας ανάγκες.

Εμείς βέβαια δεν βλέπαμε πεθαμένους, ούτε και αρρώστους ανάμεσα στους γνωστούς μας, όπως και στον ευρύτερο περίγυρό μας, αλλά αφού αυτό ορίστηκε από το υπουργείο, κάναμε υπακοή και δεν βγαίναμε έξω από το σπίτι μας χωρίς σοβαρό λόγο.

Μετά από λίγο όμως και τις εκκλησίες έκλεισαν αυτοί, από φόβο όπως μας είπαν, μη μας πλήξει η πανδημία όπως την ονόμασαν και νοσήσει ανεπανόρθωτα όλος ο πληθυσμός της χώρας.

Μέσα σ’ αυτόν τον φόβο λοιπόν ζώντας, δεν διστάσαμε να επιχειρήσουμε την μεταμόσχευση δέρματος στην πληγή της γυναίκας μου, οπότε, κλείσαμε ημερομηνία και ώρα και σε μια κλινική μας έστειλε ο Νίκος.

Για να μπούμε μέσα όμως, μια ομάδα γιατρών μας εξέτασε, αν πάσχαμε, ή αν μολυνθήκαμε από τον περιβόητο Κορωνοϊό κι αφού δεν μας βρήκαν θετικούς όπως ακούσαμε να ονομάζουν τους πάσχοντας, μας επέτρεψαν τελικά να κάνουμε την επέμβαση.

Κι αφού ήταν έτοιμο το χειρουργείο, αμέσως έκανε την επέμβαση ο Νίκος. Το πρωί πήγαμε και το απόγευμα της ίδιας μέρας φύγαμε από την κλινική και σε δεκαπέντε μέρες έκλεισαν και οι δύο πληγές. Αυτή της κνήμης όμως, ήθελε για κάποιον λόγο να μας παιδεύσει για λίγο ακόμη.

Μπήκαμε στην Μεγάλη εβδομάδα δηλαδή κι ακόμη έμενε ανοικτό ένα μικρό σημείο της. Σαν μικρό παραθυράκι θα λέγαμε, μέσα από το οποίο συνέχισε να αποβάλει υγρά η πληγή, έστω κι αν ήταν λίγα.

Αυτά περιμένοντας να σταματήσουν, στο σπίτι μέναμε και κάθε μέρα στέλναμε φωτογραφίες της πληγής στον γιατρό, ώστε να βλέπει κι αυτός την πορεία της.

Άλλωστε, κλεισμένοι στα σπίτια μας παραμέναμε, αφού οι γιατροί επέβαλαν και το κλείσιμο των εκκλησιών λόγω του Κορωνοϊού, οπότε, και την Ανάσταση από τα κανάλια την ακούσαμε και στα μπαλκόνια βγήκαμε να πούμε με τους γείτονές μας το Χριστός Ανέστη.

Ντραπήκαμε βέβαια που είδαμε το διασυρμό της εκκλησίας και των μυστηρίων της, βλέποντας στα κανάλια τον Αρχιεπίσκοπό μας να σκύβει προς το να ασπαστεί το Άγιο Ευαγγέλιο την Μεγάλη Παρασκευή κι από φόβο μάλλον μη κολλήσει Κορωνοϊό και πεθάνει σ’ αυτήν την ηλικία, μια πιθαμή μακριά έφτασε το πρόσωπό του από το Άγιο Ευαγγέλιο και σηκώθηκε χωρίς να το ασπασθεί.

Όλες τις προγενέστερες πανδημίες που πέρασε ο λαός μας και ήταν πράγματι θανατηφόρες, αφού πέθαναν σωρηδόν τότε οι άνθρωποι, στις εκκλησίες, στις λιτανείες και στις προσευχές στράφηκαν οι πάντες κι έτσι κατάφεραν να εξαφανίσουν το κακό.

Αυτόν τον Κορωνοϊό όμως, δεν μπορεί να τον τιθασεύσουν τέτοιες ενέργειες όπως μας είπαν οι αρμόδιοι, γι’ αυτό και μας υποχρέωσαν να φοράμε μάσκες και να καθόμαστε δυο μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλον όταν συναντιόμασταν στον δρόμο, ή στα καταστήματα, μέτρο που επέβαλαν βέβαια μετά από αυτό και στα καθίσματα της εκκλησίας.

Ούτε οι Άγιοι δηλαδή, ούτε οι Μάρτυρες, ούτε η Παναγία μας, αλλά ούτε κι Χριστός μας μπορούσαν να σταματήσουν την δύναμη αυτού του Κορωνοϊού, γι’ αυτό και μέσα στις εκκλησίες μας επέβαλαν να φορούμε μάσκες, αφού μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να κολλήσουμε όλοι Κορωνοϊό και τότε ποιος θα μπορούσε να μας σώσει;

Η μάσκα λοιπόν, είναι πολύ ποιο ισχυρή κι από τον Θεό, οπότε, καλά κάνουμε και υπακούμε στις εντολές των ειδικών γιατρών κι έτσι παραμένουμε όχι μόνον ασφαλείς, αλλά και αμόλυντοι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *