Ήρθε ο κατάλληλος καιρός όμως και όπως ήταν αναμενόμενο, μπήκα στην έκτη τάξη του δημοτικού, έστω και μετά βασάνων. Δάσκαλος μας ήταν ο ίδιος που είχαμε και την προηγούμενη σχολική περίοδο, ο οποίος όπως και το ανέφερα, ήταν πάρα πολύ αυστηρός.
Μαζί μου ήταν ιδιαιτέρως αυστηρός, λόγω της αδυναμίας που είχα να ανταποκριθώ ορθογραφικά ως μαθητής του, γι’ αυτό και πάλι με απειλούσε λέγοντας ότι φέτος σίγουρα θα με αφήσει στην ίδια τάξη.
Μέχρι να γίνει αυτό όμως, παρακολουθούσα τα μαθήματα της τάξης μου με τον τρόπο που εγώ μπορούσα, έστω κι αν με έτρωγε η αγωνία για το τι θα γίνει, αν όντως δηλαδή θα έκανε πράξη ο δάσκαλος αυτό που συνεχώς μου έλεγε μπροστά στους συμμαθητές μου, αδιαφορώντας για το αν εγώ ντρεπόμουν από τις προσβολές που μου έκανε, έστω κι αν δεν είχα να του προτάξω καμιά δικαιολογία για την αδυναμία μου να ανταποκριθώ.
Χειμώνιασε για τα καλά όμως και ένα πρωινό ξύπνησα πριν από την ώρα που είχα στο πρόγραμμα μου. Για την ακρίβεια δεν ξύπνησα μόνος μου, αλλά ένα παγωμένο σπουργίτι μου έκανε εκείνο το πρόωρο ξύπνημα, αφού ήρθε και φτερούγιζε πάνω από το κεφάλι μου. Μπήκε στο δωμάτιό μου από το παράθυρο που είχα ελαφρώς ανοιχτό, προκειμένου να αναπνέω καθαρό αέρα, αναζητώντας προφανώς λίγη ζεστασιά μέσα στο κλειστό χώρο, αφού όπως και το έβλεπα στα τζάμια του παραθύρου, το χιόνι ήταν ήδη στρωμένο έξω και μάλλον έκανε πολύ κρύο.
Χιόνιζε ακόμη και όπως το έβλεπα όταν σηκώθηκα, το χιόνι ήταν πάρα πολύ και σκέπαζε τα πάντα κάτω από την επιφάνεια του, ακόμη και αυτά που πλησίαζαν το ένα μέτρο σε ύψος. Αυτός ήταν και ο λόγος που δυσκολευόταν πολύ ο καφετζής της γειτονιάς μας, στην προσπάθεια του να ανοίξει διάδρομο με το φτυάρι του στον κεντρικό δρόμο του χωριού, προκειμένου να πάει από το σπίτι του στο καφενείο. Βλέποντας εκείνα τα χιόνια, έριξα μια ματιά στα δικά μου πρησμένα από τις χιονίστρες δάχτυλά και σκεφτόμουν, το πως θα πήγαινα στο σχολείο και πως θα άντεχα τον πόνο τους, όταν θα ερχόταν αντιμέτωπα με το κρύο. Ήταν από μέρες σχισμένα, αιμορραγούσαν από τα σχισίματα, φαγούριζαν και πονούσαν ήδη αρκετά. Ότι και αν είχα όμως, έπρεπε να πάω στο σχολείο, γιατί τα σχολεία τότε λειτουργούσαν κανονικά, έστω κι αν το χιόνι στους δρόμους ήταν υπερβολικά πολύ για τα παιδιά.
Ωστόσο, καθόλου δεν με ενοχλούσε το σπουργίτι που μπήκε στο δωμάτιο μου και ούτε ήθελα να το παγώσω, αλλά επειδή θα μπορούσε να λερώσει τα κουστούμια, όπως και τα νυφικά που είχαμε εκεί μέσα ως παράρτημα του μπακάλικου, από εδώ το είχα, από εκεί το είχα, κατάφερα στο τέλος να το βγάλω έξω από δωμάτιο.
Η γιαγιά μου όπως πάντα, είχε έτοιμο το πρωινό μου ρόφημα και δεν με άφηνε να φύγω για το σχολείο, αν δεν έπινα πρώτα, έστω και λίγο από το κόκκινο κρασί που μου ζέσταινε στο μπρίκι.
– Πιες έστω και λίγο απ’ αυτό έλεγε. Θα σε κρατάει ζεστό και έτσι δεν θα κρυώνεις μέχρι να μπεις στην τάξη σου.
– Θα πάω μεθυσμένος βρε γιαγιά! της έλεγα αυτή όμως δεν άκουγε.
Αφού ήπια λίγο κάνοντας της το χατίρι, κατέβηκα με προσοχή στη συνέχεια τις γεμάτες από πάγο και χιόνια σκάλες και όταν βρέθηκα στην αυλή του σπιτιού μας, ακολούθησα τον διάδρομο που ήδη άνοιξε εκεί ο πατέρας μου, προκειμένου να συνδέσει την πόρτα του μπακάλικου με τον διάδρομου του κεντρικού δρόμου.
Προχώρησα με προσοχή πατώντας στα χιόνια και όταν μπήκα μέσα στον διάδρομο, δεν έβλεπα τίποτε πάνω από αυτόν, αφού το ύψος του χιονιού στις παρυφές του, ήταν μεγαλύτερο από το δοκό μου κι εγώ δεν ήμουν κοντός.
Όταν άρχισα να βαδίζω εκεί μέσα όμως και πριν ακόμη απομακρυνθώ από το σπίτι, έκανα ένα επιπλέον έλεγχο στην περιβολή μου, όσο και στα σύνεργα που έπρεπε να έχω πηγαίνοντας στο σχολείο. Το παντελόνι που φορούσα ήταν κοντό, αλλά οι μαύρες και μάλλινες κάλτσες που μου ετοίμαζε από το καλοκαίρι η γιαγιά μου, σκέπαζαν τα πόδια μου μέχρι και πάνω από τα γόνατα μου, γι’ αυτό και με προφύλασσαν αρκετά από το κρύο. Ο μαστραπάς και το κουτάλι μου όπως έβλεπα, ήταν καλά δεμένα στο αριστερό κορδόνι της πάνινης τσάντας μου και το ψωμί για την παπάρα με το γάλα, ήταν καλά τυλιγμένο στην πετσέτα και το κρατούσα σφιχτά κάτω από την μια μασχάλη μου. Στην άλλη μασχάλη είχα το χοντρό ξύλο, αυτό που έπρεπε να πάω όπως και τα άλλα παιδιά στο σχολείο, συμμετέχοντας στη θέρμανση της τάξης μας, δεδομένου ότι με τα δικά μας ξύλα ζεσταινόμασταν τότε.
Αφού όλα ήταν στην θέση τους λοιπόν, ξεκίνησα με γρήγορο βηματισμό για το προορισμό μου και κάπου κάπου έριχνα ανήσυχες ματιές καθώς βάδιζα, πότε προς τα μπρος, πότε προς τα πίσω και πότε πλάγια όταν συναντούσα διασταύρωση. Ανησυχούσα όπως είπα, γιατί φοβόμουν το ενδεχόμενο να συναντήσω κανένα νηστικό σκύλο στον ίδιο διάδρομο, αφού και αυτοί είχαν δικαίωμα να τον χρησιμοποιήσουν, αναζητώντας την τροφή τους.
Άργησα να ξεκινήσω από το σπίτι και όπως έβλεπα μπροστά μου, άργησαν και μερικοί ακόμη από τους συμμαθητές μου. Τους είδα να μπαίνουν στον διάδρομο από τον δεύτερο παράλληλο της γειτονιάς μας και αφού είχαν υπηρεσία αυτοί, έτρεχαν σχεδόν ο ένας πίσω από τον άλλον. Έπρεπε να βρίσκονται πολύ νωρίτερα από μας στο σχολείο, προκειμένου να ετοιμάσουν εκεί το γάλα για όλους τους μαθητές, που τότε πλησίαζαν τους τριακόσιους στο δημοτικό. Το γάλα θα το έκαναν από σκόνη βέβαια, αλλά μέχρι να το βράσουν στη μεγάλη και σαν καζάνι κατσαρόλα, θα χρειαζόταν αρκετό χρόνο και δεν είχαν να κάνουν μόνον αυτό, αφού μαζί με το γάλα, έπρεπε να μοιράσουν και τα υπόλοιπα του πρωινού τους. Ένα τρυγονάκι από το κίτρινο τυρί δηλαδή, όπως και ένα τέτοιο από το βούτυρο, τα οποία και μας έφερνε στο σχολείο κάποια υπηρεσία και αν θυμάμαι καλά, η ΟΥΝΤΡΑ, που εκτός από τα τρόφιμα και ιματισμό από την Αμερική, μοίραζαν και πολλά άλλα πράγματα στους κατοίκους του χωριού.
Όσοι λοιπόν από τους συμμαθητές μου ήταν υπηρεσία, είχαν να κάνουν πολύ δουλειά, αφού όταν χτυπούσε το κουδούνι για φαγητό, το γάλα, τα τυράκια και τα βούτυρα, έπρεπε να μοιραστούν σε όλους και μάλιστα γρήγορα, ώστε να προλάβουν τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά, να φάνε την παπάρα τους μέσα στον μαστραπά τους, να πλύνουν τα σκεύη τους και αμέσως μετά να μπουν στις τάξεις τους, όπου και θα μπορούσαν χορτάτα πλέον να παρακολουθήσουν το μάθημα τους.
Ούτε και το γκασκί είχε υπηρεσία εκείνη την ημέρα, αφού τον έβλεπα να περπατά και αυτός μπροστά μου. Ενώ βάδιζε, έριχνε γρήγορες ματιές πού και πού πίσω του, θέλοντας να δει αν τον ακολουθεί το μικρόσωμο σαν κι αυτόν γουρουνάκι τους, που τον ακολουθούσε πηγαίνοντας κι αυτό μαζί του στο σχολείο, όπως άλλωστε έκανε κάθε μέρα.
Ήταν καλός μαθητής το γκασκί, αλλά και ο πιο μικρόσωμος στην τάξη μας. Δεν ξέρω για ποιόν λόγο, αλλά αυτό το παρατσούκλι του κόλλησαν τα παιδιά της γειτονιάς μας, αν και κανείς δεν ήξερε τι θα πει αυτό. Επειδή έτσι τον αναγνώριζαν όλοι φωνητικά όμως, έτσι και τον αποκαλούσαμε. Το επίσης μικρόσωμο γουρουνάκι τους όμως, αν και ήταν δύο χρονών, δεν έλεγε να μεγαλώσει παρόλο που έτρωγε αρκετά καλά και πολλές φορές την ημέρα. Το είχαμε για μασκότ αυτό στο σχολείο και στην αρχή το βάζαμε μέσα στην τάξη, αλλά για ευνόητους λόγους, δεν του το επέτρεπε πλέον ο δάσκαλος, αφού αποσπούσε την προσοχή των μαθητών του και όχι μόνο.
Τα τυράκια που μας μοίραζαν το πρωί μαζί με το γάλα, τα έτρωγαν όλοι και μάλιστα με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση και δύσκολα έβρισκε κανείς έστω και ένα από αυτά να περισσεύει. Τα βουτυράκια όμως σε πολύ λίγους άρεσαν, γι’ αυτό και πάντα περίσσευαν και μάλιστα πολλά, τα οποία και μοιράζονταν μεταξύ τους, οι λάτρεις του είδους. Στην δική μας τάξη, όλων τα βουτυράκια τα έτρωγε το γκασκί, αφού μόνον σ’ αυτόν άρεσαν. Το κακό όμως ήταν, ότι το γκασκί τις αμολούσε ανεξέλεγκτα και η μυρουδιά του βουτύρου που εξαερωνόταν, μας ήταν ανυπόφορη. Τους ζεστούς μήνες ανοίγαμε τα παράθυρα, προκειμένου να γλυτώσουμε από την άσχημη μυρουδιά και έτσι το κακό δεν φαινόταν και τόσο πολύ. Τους χειμερινούς μήνες όμως δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε τα παράθυρα, γι’ αυτό και τις συνέπειες από τις ανεξέλεγκτες εξαερώσεις που έκανε το γκασκί, ήταν πολύ δύσκολο να τις υποφέρουμε.
Στην αρχή νομίζαμε ότι αυτήν την αταξία την έκανε το γουρουνάκι του, γι’ αυτό και από τότε ο δάσκαλος απαγόρευσε πλέον την παραμονή του στην τάξη. Όταν όμως διαπιστώθηκε ότι το γκασκί έκανε συνεχώς την αναπνοή μας δύσκολη, πάλι το γουρουνάκι την πλήρωνε, αφού δεν μπορούσαμε να βγάλουμε αυτόν έξω, ώστε να κάνει εκεί παρέα στον επιστήθιο φίλο του.
Και για μας φίλος ήταν και μάλιστα πολύ καλός εκείνο το γουρουνάκι, αφού τρέχοντας πίσω του, πολύ το διασκεδάζαμε στα διαλείμματα. Όλοι το κυνηγούσαμε, αλλά και κανείς από μας δεν μπορούσε να το πιάσει. Στεκόταν έξω από την πόρτα της τάξης μας σαν πιστός φύλακας και μόλις άκουγε να κτυπά το κουδούνι για διάλειμμα, έτρεχε στην μεγάλη αυλή του σχολείου, θέλοντας να αποφύγει αυτούς που θα τον κυνηγούσαν, αλλά και να τους παιδέψει με τις πολλές ντρίπλες που ήθελε.
Αυτά μελετούσα μέχρι να φτάσω στο σχολείο εκείνη την ημέρα και όπως ήταν στο πρόγραμμα, μόλις έφτασα εκεί, πήγα πριν απ’ όλα κι έδωσα το ξύλο μου στον επιμελητή της τάξης μας, προκειμένου να συμμετέχω στη θέρμανση μας όπως είπα. Άφησα στη συνέχεια την τσάντα στο θρανίο μου και αφού πήρα μαζί μου τον μαστραπά, το ψωμί και το κουτάλι μου, πήγα να πάρω μαζί με τα άλλα παιδιά το πρωινό μου. Άργησαν λίγο οι έχοντας υπηρεσία, αλλά στο τέλος κατάφεραν να μοιράσουν στην ώρα του το γάλα, όπως και τα τυράκια μαζί με τα βούτυρα.
Έφαγα λοιπόν την παπάρα μου στο μαστραπά και αφού ούτε και σε μένα άρεσε, έδωσα από συνήθεια και το δικό μου βούτυρο στο γκασκί. Χάιδεψα για λίγο το γουρουνάκι που έμαθε πια τον ρόλο του και καθόταν ήσυχο να τρώει και αυτό τα βούτυρα των παιδιών που δεν τα ήθελαν και όπως ήταν στο δικό του πρόγραμμα, πήγαινε να στηθεί έξω από την πόρτα της τάξης μας, ακολουθώντας το γκασκί.
Αφού έπλυνα κι εγώ τα δικά μου σκεύη, πήγα στη συνέχεια στη τάξη μας και καθισμένος στο θρανίο μου, περίμενα όπως και οι υπόλοιποι συμμαθητές μου, την άφιξη του δασκάλου μας. Όταν μπήκε αυτός μέσα, σηκωθήκαμε να τον χαιρετήσουμε όπως και συνηθιζόταν τότε και όλοι μαζί τον καλημερίσαμε.
– Καλημέρα κύριε.
Μας καλημέρισε και αυτός και αμέσως μετά καθίσαμε στα θρανία μας, όπου και περιμέναμε να κατευθύνει το μάθημα μας.
– Πολλά χιόνια έχουμε σήμερα, είπε και κοίταξε για λίγο προς τον πίνακα σαν κάτι να σκεφτόταν.
Δεν ήξερα τι σκεφτόταν αυτός, αλλά εγώ κρύωσα εκεί έξω πιάνοντας χιόνια με τα πρησμένα και σκασμένα όπως είπα από τις χιονίστρες δάχτυλά μου, γι’ αυτό και με απασχολούσε ο πόνος που ένοιωθα σ’ αυτά. Και με φαγούριζαν αρκετά εκείνη την ώρα, αφού άρχισε να ζεσταίνεται ο χώρος της τάξης μας από τα πολλά ξύλα που έριξαν γι’ αυτόν τον λόγο τα παιδιά στην μεγάλη μας ξυλόσομπα και για να τα καλμάρω κάπως, έχωσα τα χέρια μου κάτω από τις μασχάλες μου.
Δεν απασχολούσε βέβαια τον δάσκαλο μας, το τι έκανα εγώ και για πιο λόγο κρατούσα τα χέρια μου κάτω από τις μασχάλες μου, γι’ αυτό και για κακή μου τύχη, εμένα διάλεξε να σηκώσει στο πίνακα εκείνη την στιγμή, προκειμένου να γράψω στον πίνακα την λέξη, < η χιών >, όπως μου το ζήτησε, λόγω του βαρύ χιονιά προφανώς. Ήθελε να μας πει κάτι για το χιόνι ή κάτι τέτοιο, όπως το υπολόγισα, γι’ αυτό και σηκώθηκα από το θρανίο μου να γράψω την λέξη που ζήτησε και μέχρι να φτάσω στο πίνακα, σκεφτόμουν πως να τη γράψω εκείνη τη λέξη, ώστε να μην προκαλέσω την οργή του, αφού όπως το ανέφερα, από κανέναν δεν ανεχόταν αυτός ορθογραφικά λάθη κι εγώ έκανα πάρα πολλά τέτοια, χωρίς να μπορώ να τα ελέγξω.
Αφού λοιπόν δεν είχα άλλη επιλογή, πήρα την κιμωλία με τα πονεμένα δάχτυλα μου και ενώ έγραφα στον πίνακα εκείνη την λέξη, σκεφτόμουν και τις συνέπειες που σίγουρα θα ακολουθούσαν, όταν ο δάσκαλος έβλεπε τα λάθη μου, γι’ αυτό και ήδη ένιωθα τον επιπλέον πόνο που θα είχα στα χέρια μου, από τις ξυλιές με την βέργα που θα μου έριχνε αυτός, για την αδιαφορία που θα έδειχνα εγώ στην ορθογραφία των λέξεων, αφού έτσι έβλεπε την δική μου αδυναμία να ανταποκριθώ ορθογραφικά.
Αυτά σκεπτόμενος, έγραψα την λέξη έτσι. < η χειών >. Και δεν μου έφτανε αυτό, αλλά της κοπάνησα και μια τεράστια περισπωμένη πάνω από το ωμέγα φαρδιά πλατιά, αφού έτσι μου φαινόταν πολύ πιο όμορφη αυτή. Δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα όμως και άκουσα τον δάσκαλο να με καλεί στην έδρα του, τρελός από θυμό. Αφού πήρε την βέργα κρανιάς που είχε μόνιμα εκεί, ζήτησε να του ανοίξω τις παλάμες μου και αμέσως μετά, μου έριξε με πολύ οργή, δέκα ξυλιές στην μια παλάμη και δέκα στην άλλη.
Δεν ξέρω αν σας κτύπησε ποτέ κανείς έτσι και με τέτοια βέργα στα χέρια, ώστε να ξέρετε τι σας λέω και πόσο πόνο προκαλούν αυτού του είδους οι ξυλιές. Σας βεβαιώνω όμως, ότι ο πόνος είναι πολύ δυνατός και όχι μόνο, γιατί παραλύουν τα χέρια και παραμένουν παράλυτα, για αρκετή ώρα μετά από τα κτυπήματα.
Εκ του αποτελέσματος λοιπόν μπορώ να πω, ότι παραλογίζονται οι άνθρωποι όταν χάνουν το κυρίως ζητούμενο, γι’ αυτό και κάνουν πολλά έκτροπα ευρισκόμενοι σ’ αυτή τη κατάσταση. Παραλογίζονται δε περισσότερο, όταν βλέπουν να κακοποιείται κατά κάποιο τρόπο αυτό που αυτοί θεωρούν ως κυρίως ζητούμενο.
Και τέτοιο έκανε και ο δάσκαλος μου τότε, που είχε μεν δίκιο όταν ήθελε να γράφω τις λέξεις με ορθογραφία, αλλά ξεχνούσε και αδιαφορούσε φρικαλέα για το δικό μου δίκιο, όταν και για κάποιο λόγο αδυνατούσα να ανταποκριθώ ορθογραφικά, όσο κι αν το προσπαθούσα. Βεβαίως και ήθελα να απαλλαγώ από αυτή την αδυναμία, αλλά χωρίς αυτή να με λυπάται, με καθήλωνε πάντα στη θέση του κατηγορουμένου. Για τα δικά μου λάθη πλήρωνα και μάλιστα αδιαμαρτύρητα. Αναγνώριζα το δίκιο του δασκάλου και δεν τον κατηγορούσα, αφού αυτό ήξερε και αυτό που ήξερε έκανε. Για τα δικά του λάθη όμως, ποτέ του δεν πλήρωσε και κανένα δικό μου δίκιο δεν αναγνώρισε, λες και μόνον αυτός είχε δικαίωμα να κάνει λάθη, ή μόνον το δικό του δίκιο υπήρχε, όπως και αν αυτό εκδηλωνόταν.
Και δεν τα λέω τώρα αυτά μόνον για τον τότε δάσκαλο μου, αλλά και για όλους όσους σήμερα υπάρχουν ανάμεσα μας το λέω, πού συμμετέχουν μεν στην κοινή ζωή όλων μας και όμως, αναλαμβάνουν από μόνοι τους το δικαίωμα εφόσον και με κάποιο τρόπο μπορούν, ώστε να συμπεριφέρονται όπως αυτοί νομίζουν και να επιβάλουν μάλιστα παντού και πάντα, πριν από όλα, τις προσωπικές τους προτεραιότητες. Αποφεύγοντας να αναγνωρίσουν το κοινό για όλους ζητούμενο ζωής, νομίζουν ότι μόνον γι’ αυτούς έγινε αυτή, ότι είναι έτσι όπως αυτοί την βλέπουν και καθόλου δεν σκέφτονται ότι υπάρχουν ανάμεσα μας, μόνον για να εντοπίσουν πρώτα και μετά να υπηρετήσουν το πραγματικά υπάρχον κοινό ζητούμενο και όχι να επιβάλουν δεξιά και αριστερά φανταστικές απόψεις, παρουσιάζοντας τες ως τέτοιο.
Ωστόσο και για να επανέλθω στην αίθουσα που με χτυπούσε αλύπητα ο δάσκαλος μου, αδιαφορώντας για τα παιδικά αλλά και για τα άρρωστα χέρια μου, σας λέω ότι ήταν τόσος ο θυμός του, που δεν αρκέστηκε στο να με χτυπά, αλλά με έβγαλε έξω από την τάξη να κλαίω στο κρύο, παρέα με το μικρόσωμο γουρουνάκι, που θαρρείς και καταλάβαινε τον πόνο μου και με την μουσούδα του ανασηκωμένη με κοιτούσε με τα μικρά και σαν κουμπότρυπες ματάκια του, στην επιθυμία του να με συμπαρασταθεί, αφού μόνον αυτό μπορούσε να κάνει εκείνη την στιγμή για μένα.
Μην ξέροντας όμως που να βάλω τα χέρια μου, προκειμένου να απαλύνω κάπως τον πόνο που ένοιωθα στα μικρά μου δάχτυλα που αιμορραγούσαν, τα έχωσα μέσα στο χιόνι και αφού πάγωσαν για τα καλά εκεί, πονούσαν ακόμη περισσότερο. Έτρεχα στη συνέχεια από τον πόνο που ένιωθα και έτρεχα πατώντας πάνω στα ήδη πατημένα, από πόδια των παιδιών, χιόνια της αυλής του σχολείου και μαζί με μένα, έτρεχε και το γουρουνάκι πίσω μου, αλλά δεν απομακρυνόταν όπως θα έκανε αν έπαιζε μαζί μου. Με συμπαραστεκόταν εκεί και το έδειχνε αυτό με τον δικό του τρόπο και καθόλου δεν φαινόταν ότι αυτό ήταν γουρουνάκι.
Το αγαπούσαμε και μάλιστα πολύ εκείνο το γουρουνάκι όλων μας και μεγάλη χαρά είχαμε όταν μας διέθετε χρόνο από την ζωή του παίζοντας μαζί μας. Εγώ προσωπικά όμως το εκτίμησα αυτό ιδιαίτερα, τότε που με τον δικό του τρόπο συμπαραστάθηκε στον δικό μου πόνο.
Όπως όλα τα παιδιά του κόσμου, έτσι κι εγώ, πολύ γρήγορα ξέχασα το τι μου συνέβη μέσα στην τάξη μας και το πόσο πόνεσα εκεί για τους λόγους που προανέφερα. Ακολούθησα κανονικά το υπόλοιπο πρόγραμμα της σχολικής ημέρας και σαν αληθινός μαχητής της ζωής, την αντιμετώπιζα με κατανόηση και αποφασισμένος να την υποστώ, όπως κι αν αυτή μου παρουσιαστεί, έστω κι αν σαν άνθρωπος διαμαρτύρομαι αισθητά, όταν πονώ από την κακή συμπεριφορά των συνανθρώπων μου.
Πόνεσα λοιπόν πολύ τότε, πόνεσα όμως και λίγο αργότερα, όταν έμαθα από το γκασκί, για την απόφαση που πήραν οι γονείς του να σφάξουν εκείνο το συμπαθέστατο γουρουνάκι, απορώντας για τον λόγο που δεν μεγάλωνε, αν και ήταν δύο χρονών και έτρωγε πολύ. Έκλαιγαν και τα αλλά παιδιά της γειτονιάς μας για το κακό που έμελλε να μας συμβεί και αφού δεν μπορούσαμε να το αποτρέψουμε, δεν είχαμε παρά να παρακολουθούσαμε κι εμείς εκείνη την ενέργεια, στην πρόθεση μας να μάθουμε, τον λόγο που παρέμενε αυτό τόσο μικρόσωμο.
Όταν όμως έγινε τελικά εκείνο το κακό, είδαμε το στομαχάκι του να είναι γεμάτο από κάτι μεγάλα και πλατιά σκουλήκια, που οι μεγάλοι τα ονόμασαν ταινία.
– Πω, πω έλεγαν. Ταινία είχε το καημένο.
Δεν ξέραμε τι ήταν η ταινία, αλλά εκείνη μεγάλωνε μέσα του όπως αποδείχτηκε και αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να αναπτυχθεί.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, διπλή ήταν η στεναχώρια μας. Μια γιατί το χάσαμε διαπαντός από κοντά μας και μια γιατί δεν μπορέσαμε να το βοηθήσουμε, όταν αυτό χρειαζόταν την δική μας συμπαράσταση, στο δικό του πρόβλημα.
Εκείνη όμως ήταν και η τελευταία φορά που είδαμε το γουρουνάκι και μαζί με αυτήν ήταν και η τελευταία φορά που έφαγα εγώ τόσες ξυλιές στα χέρια από δάσκαλο, αφού στο τέλους της σχολικής περιόδου αποφοίτησα πλέον από το δημοτικό, έστω και με μικρό βαθμό, εξαιτίας την ανορθογραφίας μου.
Μιχάλης Αλταλίκης