Τον πρωινό μας καφέ και πάλι πίναμε παρέα με τον μπάρμπα Χαράλαμπο μετά από λίγες μέρες κι όπως το συνηθίζαμε αυτό, ένα σορό σχολιασμούς κάναμε οι δυο μας στο καφέ που καθίσαμε.
Το ρολόι μου όμως κοιτώντας κάποια στιγμή, στην προσπάθειά μου να ελέγξω τον χρόνο των υποχρεώσεών μου, αμέσως σηκώθηκα από την θέση μου και παίρνοντας τον φάκελό μου στα χέρια, έλεγα στον φίλο μου ότι έπρεπε να φύγω πια.
Πολλά είπαμε και σήμερα μπάρμπα Χαράλαμπε του είπα κι όπως καταλαβαίνεις πρέπει να φύγω, γιατί έχω να κάνω πολλά σήμερα και δεν ξέρω αν με φτάσει ο χρόνος για την αποπεράτωσή τους. Σ’ ευχαριστώ πάντως για τον καφέ που μας κέρασες κι αν μας έχει καλά ο Θεός μέχρι αύριο το πρωί, εγώ θα κεράσω τους πρωινούς καφέδες.
Καλά, καλά είπε μόνον και πίσω μου ερχόμενος, βγήκε κι αυτός από την καφετέρια. Στρίβοντας στην δεξιά γωνία του δρόμου στην συνέχεια, τον είδα να κατευθύνεται προς το να εκπληρώσει το δικό του πρόγραμμα.
Εγώ βέβαια, την λίστα μου συμβουλευόμουν όταν βρέθηκα στον δρόμο και βάση αυτής, προς το κατάστημα με τα οπτικά προτίμησα να κατευθυνθώ πρώτα, προκειμένου να πάρω από εκεί τα γυαλιά κάποιου μοναχού που άφησα προ ημερών να μου διορθώσουν.
Κι αφού αυτό έβαλα ως πρώτο προορισμό, άπλωσα το βήμα μου όπως λέμε, ώστε να φτάσω γρήγορα στο εν λόγω κατάστημα. Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε δέκα βήματα όμως και οι φωνές κάποιου που με καλούσε με το όνομά μου πίσω μου ερχόμενος, με υποχρέωσαν να σταθώ στην μέση του μικρού δρόμου.
Γυρίζοντας να δω και ποιος ήταν αυτός που με καλούσε, όπως και να καταλάβω τον λόγο που τον άκουγα να φωνάζει δυνατά, Μιχάλη, Μιχάλη, έναν Ρομά έβλεπα να με προσπερνά τρέχοντας και πίσω από αυτόν, τον Φώτη να τρέχει λαχανιασμένος.
Πιάσε τον γύφτο έλεγε όταν κι αυτός με προσπερνούσε και μέχρι να ολοκληρώσει το αίτημά του και οι δύο απομακρύνθηκαν, οπότε, τίποτε δεν προλάβαινα να κάνω, ώστε να τους φανώ χρήσιμος.
Με την φόρα που έτρεχε ο Φώτης όμως, πρόλαβε τον Ρομά στο τέλος του τετραγώνου κι όπως έβλεπα από το σημείο που στάθηκα αντί να τρέξω πίσω τους χωρίς να ξέρω γιατί, έριξε τον άνθρωπο κάτω και με το βάρος του σώματός του τον πλάκωνε.
Λαχανιασμένος το έκανε είναι αλήθεια και μέχρι να συνέλθει από το κυνηγητό που του έκανε, γρήγορες ανάσες έπαιρνε ακόμη κι όταν εγώ πια τους πλησίασα και με πολύ περιέργεια ρωτούσα τον Φώτη να μου πει τι συνέβη και γιατί κυνηγούσε έναν άνθρωπο και μάλιστα τριακόσια μέτρα μακριά από το κατάστημά του.
Ο Φώτης όμως, δεν είχε χρόνο να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν. Σηκώθηκε από εκεί που ξάπλωνε πάνω στον Ρομά κι αφού τον έπιασε από τους ώμους, σαν πούπουλο σήκωσε κι αυτόν από κάτω. Κι αφού τον σήκωσε, με δύναμη τον ταρακουνούσε ενώ του έλεγε με πολύ θυμό στην φωνή του.
Την γριά ρε παλιοτόμαρο πήγες να κλέψεις; Τώρα θα δεις τι σε περιμένει. Και πριν του πει οτιδήποτε άλλο, άρχισε να τον χτυπά και μάλιστα πολύ δυνατά. Και το έκανε τόσο γρήγορα αυτό, που κι εμένα ξάφνιασε.
Προσπάθησα να τον εμποδίσω βέβαια, αλλά αρκετά δυνατός Φώτης, τίποτε δεν καταλάβαινε. Ούτε τα τραβήγματα που του έκανα ένοιωθε, ούτε αυτά που του έλεγα άκουγε, αλλά ούτε και τον άτυχο άνθρωπο σταματούσε να χτυπά.
Κι ενώ τον χτυπούσε, συνεχώς τα ίδια του επαναλάμβανε. Την γριά ρε βρήκες να κλέψεις; Η μάνα σου ρε αλήτη ήταν και την έριξες κάτω; Πάρε τώρα να μάθεις του έλεγε και συνεχώς τον χτυπούσε.
Σε έξαλλη κατάσταση ο Φώτης λοιπόν, λεπτό δεν σταματούσε να χτυπά τον άνθρωπο. Εξουθενωμένος κι ο Ρομά όμως, με πολύ δυσκολία του έλεγε μετά από λίγο. Μι με χτυπάς άλλο, θα σου δώσω πίσω τα χρήματα της γιαγιάς.
Και τα χρήματα θα μου δώσεις του έλεγε ο Φώτης και μέχρι το βράδυ θα σε δέρνω γι’ αυτό που έκανες. Μη, μη, μη έλεγε ο άνθρωπος. Μη με δέρνεις μπροστά στο παιδί μου. Δεν θέλω να βλέπει αυτό ότι κάποιος με δέρνει.
Είχε τέτοιο θυμό όμως ο Φώτης μέσα του, που τίποτε δεν άκουγε, αλλά και τίποτε δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Και ήταν τέτοιος ο θυμός του μάλιστα, που όπως έβλεπα, σαν σακούλα έριχνε κάτω τον Ρομά και πάλι τον σήκωνε βαρόντας τον συνεχώς. Αλλά κι ο Ρομά, το ίδιο του έλεγε με πολύ κόπο. Μη με χτυπάς, με βλέπει το παιδί μου.
Άκουσε κάποια στιγμή τα λόγια του ο Φώτης κι ενώ τον χτυπούσε, ερωτήσεις του έκανε. Ποιο παιδί σου ρε; Τώρα το θυμήθηκες; Όταν έκλεβες την γριά, γιατί δεν το θυμόσουν;
Απέναντι είναι έλεγε αυτός και με κοιτάει. Μη με χτυπάς άλλο. Δεν ξέρω πως του ήρθε, αλλά σταμάτησε ο Φώτης να τον χτυπά κι όταν είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα παιδί γύρω στα δέκα να κλαίει και να κοιτά προς το μέρος μας, βαμβάκι θαρρείς ότι έγινε η καρδιά του.
Σταμάτησε να χτυπά τον Ρομά λοιπόν κι αφού έσκυψε, τον έπιασε από τους ώμους κι όπως το σκέφτηκε, τον έστησε στα πόδια του. Κι αφού τον είδε να στέκεται όρθιος, τον καθάριζε μετά από λίγο κι από τις σκόνες που φορτώθηκε, όταν τον υποχρέωνε να κυλιέται στο δρομάκι.
Τον καθάριζε από τις σκόνες μεν, αλλά κι επανειλημμένα του έλεγε το ίδιο. Έχε χάρη ρε, που αγαπώ τα παιδία, αλλιώς, είχες να φας πολλές ακόμη. Ήρθε και το παιδί του Ρομά βέβαια κοντά μας εκείνη την στιγμή κι αγκαλιάζοντας τον πατέρα του, έκλαιγε.
Μαζί με το παιδί όμως, έβλεπα να κλαίει κι ο Φώτης. Μάλλον συγκινημένος από την σκηνή θα έλεγα, αφού με τα δυο του χέρια καθάριζε τα δακρυσμένα μάτια του. Αυτό βλέποντας λοιπόν, αναγκάστηκα να παραδεχθώ τελικά, ότι όχι μόνον πολύ δυνατός ήταν ο Φώτης, αλλά και πολύ ευαίσθητος ήταν.
Από την στιγμή που είδε το παιδί να κουρνιάζει στην αγκαλιά του πατέρα του δηλαδή, τελείωσε κι ο θυμός του θαρρείς, οπότε, με καλό τρόπο πια έκανε συστάσεις στον Ρομά. Αφού έχεις παιδιά ρε συ, γιατί το έκανες αυτό; Γιατί πήρες τα χρήματα της γιαγιάς; Τέτοια διδάγματα θα δώσεις στα παιδιά σου;
Δεν καταλαβαίνεις δηλαδή, ότι πρέπει να σέβεσαι τους ανθρώπους και μάλιστα αυτούς που είναι ηλικιωμένοι; Ήθελες ρε συ να κάνει κάποιος το ίδιο στην δική σου μάνα; Τέτοια κι άλλα πολλά του έλεγε κι ακόμα έπαιρνε γρήγορες ανάσες, όχι γιατί κουράστηκε, αλλά γιατί πάσχιζε να καλμάρει την σύγχυσή του.
Ωστόσο όμως, με σκυμμένο το κεφάλι τον άκουγε ο Ρομά κι ενώ κρατούσε σφιχτά το παιδί επάνω του, έβγαλε από την τσέπη του τα χρήματα που πήρε από την γιαγιά και τα έδωσε στον Φώτη. Κι όταν του τα έδινε, με κάποιο ενοχή στην φωνή του όπως πρόσεξα του έλεγε, ότι δεν ήθελε να κλέψει μια γιαγιά.
Δεν είχα σκοπό να κλέψω μια γιαγιά ρε φίλε. Από συνήθεια βγήκα και σήμερα στους δρόμους να κλέψω όποιο μπορέσω, αφού από μικρός αυτήν την δουλειά κάνω όπως με έμαθαν οι γονείς μου. Να ζω κλέβοντας δηλαδή.
Το ίδιο είχα σκοπό να κάνω και σήμερα. Κι όπως το σχεδίαζα, μαζί με το δικό μου παιδί θα το έκανα. Εμένα περίμενε το παιδί εκεί, για να του δώσω τα χρήματα που θα έκλεβα, από όποιον θα μπορούσα να το κάνω.
Έτσι όπως κρατούσε η γιαγιά όμως τα λεφτά της όταν βγήκε από την τράπεζα, δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Δεν σκέφτηκα την γιαγιά δηλαδή, τα χρήματα σκέφτηκα, γι’ αυτό και τα πήρα. Κι αφού τα πήρα, ήρθα να τα δώσω στο παιδί μου.
Εμένα και να με έπιανε κάποιος μετά, δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι έκλεψα κάποιον, αφού τίποτε δεν θα εύρισκε επάνω μου. Έφριξε ο Φώτης με αυτά που άκουγε και λίγο έλειψε να τον αρπάξει ξανά. Κοντοστάθηκε όμως και πάλι του έλεγε με κάποιο συγκρατημένο θυμό.
Τί είναι αυτά που κάνετε ρε; Γύφτους σας λένε γιατί κάνετε τέτοια. Αν σεβόσασταν τον εαυτό σας, όπως και τους ανθρώπους που ζουν δίπλα σας κι αυτοί θα σας σεβόταν.
Αλλάξατε το γύφτος, με το όνομα Ρομά που ζητήσατε να σας αποκαλούν οι άνθρωποι για να μη σας προσβάλουν, αλλά εσείς συνεχίζετε να είστε γύφτοι, αφού δεν σταματάτε να κλέβετε τους ανθρώπους.
Μπορούσες άραγε να κάνεις το ίδιο και σ’ εμένα; Θα σε έτρωγα ζωντανό. Πάρε δρόμο όμως τώρα του είπε και μη σε ξαναδώ μπροστά μου. Ακούς; Κι ενώ απομακρυνόταν αυτός, πιάνοντας το παιδί του από το χέρι, πάλι του έκανε συστάσεις ο Φώτης.
Μάθετε ρε επιτέλους να ζείτε όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι και πάψτε να γυμνάζετε τα παιδιά σας πως να γίνονται κλέφτες, για να μη σας αποκαλούν γύφτους οι άνθρωποι. Άκουσες;
Αυτά έλεγε στον Ρομά με τον δικό του τρόπο ο Φώτης και δεν ξέρω να σας πω, τι από αυτά συγκράτησε ο γύφτος, που δεν μπορούσε να στηρίξει εκείνη την στιγμή το όνομα Ρομά.
Φεύγοντας αυτός όμως, έλεγε σ’ εμένα με κομμένη ακόμη την ανάσα του ο Φώτης. Πάμε να φύγουμε από εδώ βρε Μιχάλη, γιατί πολλοί μαζεύτηκαν γύρο μας όπως βλέπεις και περιμένουν να δουν πως θα λήξει η υπόθεση.
Κι ενώ απομακρυνόμασταν από τους περίεργους που μας περιστοίχιζαν, έλεγε λαχανιασμένος τις σκέψεις του. Άκουσες όμως Μιχάλη τι μου είπε ο γύφτος; Από μικροί μαθαίνουν να κλέβουν και μετά δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να κάνουν κλεψιές.
Σταμάτησε όμως τον λόγο του κι ενώ με κοιτούσε σαν να ήθελε να του πω προς τα που θα πήγαινα, εξηγήσεις προτίμησε να μου πει, για το πως βρέθηκε αυτός μπλεγμένος με τον γύφτο.
Στην τράπεζα που λες πήγαινα Μιχάλη κι από μακριά είδα τον γύφτο να ορμάει ξαφνικά προς την γιαγιά. Αυτή πάλι, μόλις είχε βγει από την τράπεζα κι εκεί έξω στο πεζοδρόμιο για κάποιον λόγο έβαζε τα χρήματα της σύνταξή της μάλλον στην τσάντα της.
Αυτά βλέποντας ο γύφτος, έριξε κάτω την γιαγιά κι αφού της πήρε τα χρήματα, έφυγε τρέχοντας. Ήταν και άλλοι άνθρωποι εκεί και όλοι τους είδαν τι έγινε, αλλά κανείς τους δεν έκανε κάτι ώστε να σταματήσει τον κλέφτη.
Βλέποντας όμως εγώ την γιαγιά κάτω, θόλωσα που λες, γι’ αυτό και δεν μπορούσα να κάνω τον αδιάφορο. Αν δεν ήταν το παιδί του εκεί πάντως, να ξέρεις, ότι ακόμη θα τον έδερνα. Μα να κλέψει την σύνταξή της;
Σταματώντας κάποια στιγμή την αναφορά του, με παρακλητικό ύφος ζητούσε από εμένα, αν μπορούσα να τον ακολουθήσω έστω και για λίγο μέχρι την τράπεζα. Έλα να πάμε μαζί βρε Μιχάλη μέχρι την τράπεζα έλεγε, γιατί θέλω να δω μήπως έπαθε κάτι η γιαγιά.
Φοβάμαι να πάω μόνος μου εκεί, μη μου πει κάτι κανείς από αυτούς τους αδιάφορους για τον γύφτο που κυνήγησα κι από θυμό για την αδιαφορία τους, δεν καταφέρω να συγκρατήσω τα νεύρα μου.
Να με συγκρατήσεις δηλαδή θέλω, αν με υποχρεώσουν με την στάση τους αυτοί να τους αρπάξω. Αν όλα είναι καλά όμως κι από εκεί θα μπορέσεις να πας στην δουλειά σου.
Αυτά μου ζητούσε να κάνω λοιπόν και πριν κάνουμε οτιδήποτε οι δυο μας, τον μπάρμπα Χαράλαμπο βλέπαμε να κρατά μια γιαγιά από το μπράτσο και να την φέρνει προς το μέρος μας. Έκλαιγε ακόμη αυτή από την ταραχή που πείρε, γι’ αυτό και την καθησύχαζε αυτός.
Μη στεναχωριέσαι της έλεγε, τον πρόλαβε ο Φώτης κι όπως υπολογίζω, του πήρε τα χρήματά σου. Να αυτός ο εύσωμος είναι. Και πριν της πει περισσότερα, τον Φώτη ρωτούσε να του πει, αν έχει τα χρήματα της γιαγιάς στα χέρια του.
Τί έγινε Φώτη; Του πήρες τα χρήματα; Τα πήρα έλεγε αυτός κι όπως έπρεπε, τα έδωσε στην γιαγιά να τα βάλει στην τσάντα της. Μαζί με αυτό, της έλεγε συμβουλευτικά ότι δεν έκανε καλά που πήγε μόνη της στην τράπεζα, όπως δεν έκανε καλά που βγήκε έξω από αυτήν με τα χρήματα στα χέρια.
Δεν έχω με ποιον να έρθω μαζί στην τράπεζα έλεγε η γιαγιά κλαίγοντας και έκανε τον Φώτη να ρουφάει πάλι την μύτη του, συγκινημένος από την μοναξιά που ζούσε η γιαγιά μάλλον, οπότε, αυθόρμητα της έλεγε, ότι αυτός βεβαίως και θα μπορούσε να την συνοδεύει μέχρι την τράπεζα, όταν από την επόμενη φορά θα ήθελε να πάρει την σύνταξή της, ώστε να μη κινδυνεύει από επίδοξους κλέφτες.
Όχι εσύ του έλεγε κι ο μπάρμπα Χαράλαμπος απαντώντας τον. Εγώ θα το κάνω αυτό, γιατί εσύ έχεις μαγαζί και δεν θα μπορέσεις να κάνεις αυτό που της υπόσχεσαι.
Κι επειδή δεν έχω εγώ τηλέφωνο έλεγε στην γιαγιά, θα κάνεις ένα τηλεφώνημα στον Φώτη που θα σου δώσει κι όταν θα έρθει ο καιρός να πληρωθείς, εύκολα θα μπορέσει να με βρει αυτός, οπότε εγώ θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου κι εγώ θα σε συνοδεύσω μέχρι την τράπεζα.
Αν θέλεις πάλι, να έρχεσαι στο μαγαζί του Φώτη που θα σου δείξουμε κι από εκεί θα σε παίρνω εγώ. Μαζί θα πηγαίνουμε δηλαδή στην τράπεζα και μαζί θα επιστρέφουμε μετά στο σπίτι σου. Τι λες; Θέλεις να το κάνουμε έτσι;
Όχι, όχι. Έλεγε η γιαγιά. Δεν θέλω να σας βάλω σ’ αυτόν τον κόπο. Θα ζητήσω από τον θυρωρό της πολυκατοικίας μας να μου κάνει αυτήν την εξυπηρέτηση την επόμενη φορά.
Μου το είχε προτείνει ο άνθρωπος είναι αλήθεια, αλλά επειδή νόμιζα ότι μπορούσα ακόμη να έρχομαι μόνη μου εδώ, του το αρνήθηκα. Τώρα όμως και μετά από αυτό που έπαθα, θα τον παρακαλέσω ώστε αυτός να με συνοδεύει, αφού όπως μου είπε δεν θα του είναι κόπος.
Αυτά μας είπε η γιαγιά κι αφού μας φάνηκε λογική η απόφασή της, ένα ΤΑΧΙ σταμάτησε ο μπάρμπα Χαράλαμπος κι όπως ήταν απαραίτητο πια, την έπεισε να μπει μέσα κι έτσι μόνον ησύχασε ότι θα πήγαινε σώα στο σπίτι της.
Μετά από αυτό βέβαια, αποφασίσαμε κι εμείς ότι ήταν ώρα να πάμε επιτέλους στις δουλειές μας, γιατί πολύ χρόνο χάσαμε όλοι μαζί. Ο Φώτης μόνον δεν έλεγε να ησυχάσει, γιατί δεν ήταν σίγουρος, αν έφτανε σώα η γιαγιά στο σπίτι της.
Αυτό σκεπτόμενος δηλαδή, τον εαυτό του μάλωνε, γιατί ξέχασε να ζητήσει το τηλέφωνό της γιαγιάς όπως έλεγε, ώστε να την καλούσε αργότερα, για να μάθει αν όλα ήταν καλά. Αλλά και σίγουρος ήθελε να είναι, αν η γιαγιά μίλησε με τον θυρωρό τους για το συγκεκριμένο θέμα κι αν δέχτηκε αυτός να την συνοδεύει μέχρι την τράπεζα προκειμένου να πάρει την σύνταξή της.
Μιχάλης Αλταλίκης