Ότι κι αν έλεγαν μεταξύ τους λοιπόν εκείνο το πρωινό, ο κύριος Γιώργος με τον μπάρμπα Χαράλαμπο μιλώντας, όπου κι αν κατέληξε το σκεπτικό τους, εκείνα που εμένα τουλάχιστον άφησαν με το στόμα ανοιχτό, ήταν αυτά που άκουσα να βγαίνουν από το αγράμματο μυαλό του δεύτερου.
Αυτός βέβαια, συνεχώς μας έλεγε ότι αγράμματος ήταν όπως κι άλλη φορά σας το ανάφερα, αλλά η σοφή του σκέψη όλο και σε ποιο διαβασμένο μας παρέπεμπε. Αυτό θέλοντας να θίξω κι εκείνη την ημέρα, έπιασα τον μπάρμπα Χαράλαμπο από το μπράτσο και απομακρύνοντάς τον από την πόρτα του κυρίου Γιώργου, με αστεία διάθεση του έλεγα, ότι σύμφωνα με αυτά που άκουσα να τον νουθετεί, μάλλον μας περιπαίζει όταν μας δηλώνει αγράμματος.
Έλα να σε κεράσω ένα καφέ απαντούσε αυτός κι εκεί θα σου πω τα ίδια με τα προηγούμενα που ακούς κάθε φορά και δεν θέλεις να τα δεχθείς. Επτά το πρωί είναι ακόμη όπως βλέπω και δεν έχουν ανοίξει όλα τα καταστήματα, ώστε να σε βγάλω από το πρόγραμμά σου.
Πάμε λοιπόν για ένα καφέ στον απέναντι φούρνο πρόσθεσε κι εκεί θα τα πούμε με την ησυχία μας. Αυτό κάναμε λοιπόν Κι αφού καθίσαμε σε κάποιο από τα λιγοστά τραπεζάκια του, πάλι έλεγε μέχρι να μας φέρουν τους καφέδες που παρήγγειλε.
Θα σου πω βέβαια αυτά που ξανά θέλεις να ακούσεις, αλλά μαζί με αυτά, θα σου πω κι αυτά που εγώ θέλω να σου τονίσω ακόμη μια φορά σήμερα, μήπως και καταλάβεις επιτέλους, πως γίνεται να μιλώ με την ευχέρεια του μορφωμένου, ενώ είμαι αγράμματος.
Χαμογελώντας τον άκουγα όμως, τόσο για την επιθυμία που είχε να μου κεράσει καφέ, όσο και για την διάθεση που είχε να μου πει κι αυτά που αυτός ήθελε. Και μέχρι να συνεχίσει τον λόγο του, εγώ του έλεγα πιάνοντας του το χέρι, ότι να τον πειράξω μόνον ήθελα με όσα του είπα και τίποτε άλλο.
Ξέρω, ξέρω, έλεγε αυτός καθησυχαστικά. Ασφαλώς και δεν θυμώνω με αυτά που μου λες, αλλά και πάλι θα σου πω, ότι δεν πήγα στο σχολείο. Κι ορφανός καθώς μεγάλωνα μόνος μου, δεν είχα χρόνο να το σκεφτώ.
Ότι ακούς να λέω λοιπόν, δεν είναι αποτέλεσμα σπουδών. Κι όπως επανειλημμένα σου το είπα, από μόνα τους βγαίνουν αυτά μέσα από το μυαλό μου και χωρίς να με ρωτήσουν το κάνουν. Δεν κατευθύνω εγώ δηλαδή τον λόγο μου. Μόνος του γίνεται και ανάλογα με το θέμα που μου παρουσιάζει η στιγμή.
Πιες όμως από τον καφέ σου μια και μας τους έφεραν, γιατί θα κρυώσει και μη με ρωτήσεις ξανά πως γίνεται αυτό που σου είπα πριν, γιατί δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Σαν σκέψεις γυρίζουν όλα μέσα στο μυαλό μου κι εκεί μέσα επεξεργάζονται μόνα τους πριν ανακοινωθούν.
Σε όλους μας συμβαίνει αυτό βέβαια κι ο καθένας από εμάς, μόνος του επιλέγει πια σκέψη να κρατήσει από αυτές που υποχρεώνεται να χειριστεί σε κάθε περίπτωση. Εγώ όμως δεν προλαβαίνω να χειριστώ τίποτε, γιατί όλα γίνονται από μόνα τους όπως σου είπα κι αυτός είναι ο λόγος που δεν ξέρω να σου εξηγήσω, με πια διαδικασία γίνονται όλα αυτά μέσα μου, αφού τίποτε και καμιά διαδικασία δεν ελέγχω.
Αυτά έλεγε ο μπάρμπα Χαράλαμπος και μια καλημέρα που ακούστηκε από πίσω μας, διέκοψε την κουβέντα του. Ασφαλώς και γυρίσαμε να δούμε ποιος μας την έλεγε χαρούμενα, αν και η φωνή που ακούσαμε, στον γνωστό Πλάτωνα της αγοράς μας παρέπεμπε.
Αυτός ήταν βέβαια πίσω μας κι όπως το συνήθιζε, χαρούμενα μας καλημέριζε για δεύτερη φορά. Ήταν συνομήλικος σχεδόν με τον μπάρμπα Χαράλαμπο κι από κάποιο χωριό της περιοχής μας καταγόταν.
Ως υπάλληλος σε ένα κατάστημα με γεωργικά εργαλεία ήταν εργασιακά απασχολημένος και πάντα πρόσχαρος εξυπηρετούσε τους πελάτες του. Κάπως κοντούλης κι αυτός λόγω των ταλαιπωριών της ζωής του, με πολύ μικρά βήματα βάδιζε στο πεζοδρόμιο όταν τον καλούσαν οι υποχρεώσεις του κι όποιον συναντούσε στο διάβα του, με χαρά τον καλημέριζε όπως έκανε και σ’ εμάς εκείνο το πρωινό.
Προθυμοποιήθηκε να μας κεράσει τους καφέδες, αλλά δεν το δέχτηκε ο μπάρμπα Χαράλαμπος και με σταθερό λόγο μάλιστα του έλεγε, ότι έπρεπε να κρατήσει την επιθυμία του για μια άλλη φορά, γιατί εκείνη την ημέρα αυτός θέλησε να το κάνει.
Μαζί με αυτό βέβαια, του έλεγε ότι άργησε να ανοίξει το μαγαζί του όπως το παρατήρησε κι ότι ανησύχησε για την υγεία του, βλέποντας το να είναι κλειστώ μέχρι εκείνη την ώρα, αφού όπως ήξερε, νωρίτερα από τις έξη το άνοιγε κάθε μέρα.
Το αφεντικό μου αρρώστησε, απαντούσε ο Πλάτωνας κι αυτόν πήγα να δω στο σπίτι του πριν ανοίξω το κατάστημα, γι’ αυτό κι άργησα. Από όσα είδα εκεί όμως, μάλλον γριπώθηκε αυτός, οπότε, δεν βλέπω να έρχεται σήμερα. Άλλωστε μεγάλος άνθρωπος είναι και πρέπει να προσέχει.
Γέλασε ο μπάρμπα Χαράλαμπος για την αναφορά που μας έκανε και θέλοντας να τον πειράξει κάπως, έλεγε αστειευόμενος προς εμένα. Και το αφεντικό του είναι ηλικιωμένο, αλλά κι αυτός είναι. Τον βλέπεις όμως; Δεν δείχνει τα χρόνια του, αν και μόνον πέντε χρόνια διαφορά έχουμε μεταξύ μας. Παρ’ όλα αυτά βέβαια, παραμένει γράμματος κι αυτός όπως εγώ.
Όχι. Απαντούσε με καμάρι ο Πλάτωνας. Δεν είμαι αγράμματος. Εμένα που με βλέπεις και λες ότι είμαι αγράμματος, πρέπει να σου πω ότι δεν έβγαλα μόνον το δημοτικό, γιατί και το νυχτερινό γυμνάσιο έβγαλα.
Μια κι έχω όμως τον συνεταίρο του αφεντικού μου σήμερα στο μαγαζί, θα καθίσω για λύγο μαζί σας και θα σας πω πως κατάφερα τελικά να το βγάλω. Αυτά ξεκινώντας να μας πει λοιπόν, με πολλά ερωτηματικά στην φωνή του έκοψε τον λόγο του ο μπάρμπα Χαράλαμπος όταν του έλεγε με κάποια έμφαση. Πότε ρε συ έβγαλες το γυμνάσιο; Αφού από μικρό σε θυμάμαι να δουλεύεις στο ίδιο μαγαζί και ποτέ μου δεν σε είδα να κρατάς τσάντα στα χέρια σου.
Κι όμως. Έλεγε ο Πλάτωνας χαμογελώντας. Το έβγαλα το γυμνάσιο. Και καλά λες ότι από μικρός με θυμάσαι να δουλεύω εδώ, γιατί από μικρός ήρθα στην Θεσσαλονίκη και μόνος μου βρήκα δουλειά, όπως και μόνος μου έκανα την εγγραφή μου στο Δημοτικό σχολείο πρώτα.
Κι όταν μου ζήτησαν να τους δηλώσω τον κηδεμόνα μου, το αφεντικό μου τους παρουσίασα. Ξέρεις όμως μπάρμπα Χαράλαμπε από πότε δουλεύω; Από τα επτά μου χρόνια. Είμασταν πολλά παιδιά κι εμείς στο σπίτι μας και η μάνα μου δεν μπορούσε να μας μεγαλώσει.
Εφτά χρονών ήμουν λοιπόν όταν της είπα μια μέρα, ότι δεν χόρταινα από φαγητό, γιατί όλοι μαζί πέφτοντας στην ίδια κατσαρόλα με τα κουτάλια στα χέρια, τίποτε σχεδόν δεν προλάβαινα να φάω εγώ. Θα πάω να δουλέψω τις είπα και δεν θα ζητήσω χρήματα. Μόνον για φαγητό να δουλεύω θα τους πω.
Έκλαιγε η μάνα μου για όσα άκουγε να της λέω και αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να με αφήσει να κάνω αυτό που σκέφτηκα. Εγώ όμως είχα πάρει την απόφασή μου, γι’ αυτό και σηκώθηκα από τα χαράματα μια μέρα και τρέχοντας βγήκα στον δρόμο.
Και τι δρόμος θα μου πείτε, αφού μονοπάτι ήταν και μάλιστα μέσα από το βουνό περνούσε. Αυτό δηλαδή που βρίσκεται πάνω από την λίμνη Βόλβη. Κι αφού κατέβηκα στον κεντρικό δρόμο που συνδέει την Θεσσαλονίκη με την Καβάλα, σκέφτηκα να πάω στην Θεσσαλονίκη με τα πόδια, γιατί εκεί άκουγα τους μεγάλους να λένε ότι έβρισκε κανείς δουλειά.
Εκεί λοιπόν περπατώντας, έφτασα κάποια στιγμή στην Νέα Απολλωνία. Εκεί δηλαδή που υπάρχουν τα λουτρά. Κουράστηκα όμως μέχρι να φτάσω και για να ξεκουραστώ λύγο, πήγα και κάθισα από σύμπτωση, έξω από ένα εστιατόριο.
Βλέποντας όμως τους ανθρώπους να τρων εκείνη την ώρα, έπιασε κι εμένα η πείνα, οπότε, άρχισα να σκέφτομαι, μήπως θα ήταν καλύτερα να έπιανα εκεί δούλευα, αφού και φαγητό είχε και το χωριό μου δεν ήταν πολύ μακριά ώστε να επέστρεφα το βράδυ στο σπίτι μας.
Μια και δυο λοιπόν, μπήκα στο εστιατόριο κι αφού είδα τον καταστηματάρχη με την ποδιά κρεμασμένη από τον λαιμό του να με κοιτά, με θάρρος τον πλησίασα και με το ίδιο θάρρος τον ρώτησα, αν μπορούσε να μου προσφέρει δουλειά.
Γέλασε βέβαια αυτός, βλέποντας έναν μικρό να του ζητά δουλειά, αλλά και με το δίκαιό του έλεγε. Τί δουλειά μπορείς να κάνεις εσύ ρε πιτσιρίκο; Όσοι τρώνε εδώ του έλεγα κι εγώ με το ίδιο θάρρος, θα θέλουν να πιούν νερό. Αυτό θα πηγαίνω στα τραπέζια τους και κανέναν από αυτούς δεν θα αφήνω διψασμένο.
Μέχρι να πας εσύ το φαγητό τους, εγώ θα τους πηγαίνω νερό και μόλις βλέπω να το πίνουν, άλλο θα τους πηγαίνω. Αυτό δεν είναι δουλειά; Είναι είπε αυτός, αλλά πόσο να σε πληρώνω για τον κόπο σου; Τίποτε δεν θέλω να μου δίνεις του είπα, μόνον να με αφήνεις τρώω, γιατί αυτό που έχουμε στο σπίτι μας για κανέναν μας δεν φτάνει.
Πάλι γέλασε αυτός, αλλά και συμφώνησε μαζί μου, οπότε, αμέσως άρχισα να γεμίζω τα τραπέζια με νεροπότηρα. Βλέποντας την προθυμία μου οι πελάτες, άφηνα κάτι ψηλά στα τραπέζια για τον μικρό όπως έλεγαν στον εστιάτορα κι έτσι, είχα και κάποια αμοιβή μαζί με το φαγητό.
Αυτό που λέτε έκανα όλη την ημέρα και το αφεντικό μου, διπλή μερίδα μου έβαλε να φάω ευχαριστημένος από την δουλειά μου. Το βράδυ όμως επέστρεψα στο χωριό μου, οπότε, με χαρά έλεγα στην μάνα μου, ότι και δουλειά βρήκα και φαγητό βρήκα και μαζί με αυτά, μου δίνουν και κάτι οι πελάτες της είπα.
Είσαι μικρός βρε παιδί μου και φοβάμαι μη σε φάνε οι λύκοι έλεγε αυτή κλαίγοντας, γιατί νύχτα έφευγα από το χωριό μας και νύχτα επέστρεφα στο σπίτι μας κάθε μέρα από εκεί και μετά.
Κι εγώ φοβόμουν τους λύκους, αλλά ποιο πολύ από αυτούς φοβόμουν τα σκυλιά, γιατί μόνον αυτά έβλεπα να τρέχουν κατά πάνω μου κι όταν με ορμούσαν, καθόμουν κάτω όπως μου είπε το αφεντικό μου να κάνω κι έτσι έφευγαν.
Μου είχε δώσει κι έναν φακό να έχω μαζί μου κι όταν τα σκυλιά με ορμούσαν την νύχτα, με αυτό στα μάτια φέγγοντας τα έδιωχνα. Καλοκαίρι ήταν όταν άρχισα να δουλεύω και καλά τα πήγαινα όλη την χρονιά δίπλα του. Τον χειμώνα όμως κι όταν τα χιόνια ήταν πολλά, το αφεντικό μου με κρατούσε εκεί και δεν με άφηνε να επιστρέφω στο χωριό μου.
Έτσι λοιπόν την έβγαζα κι όταν πια έγινα δέκα χρονών, είπα στην μάνα μου ότι έβαλα σκοπό να πάω στην Θεσσαλονίκη. Θα βρω εκεί δουλειά της είπα και το βράδυ θα πηγαίνω στο σχολείο, γιατί θέλω να μάθω γράμματα.
Πάλι δεν συμφωνούσε αυτή, αλλά εγώ τα είχα συμφωνημένα με τον εαυτό μου, γι’ αυτό και είπα μια μέρα στο αφεντικό μου ότι από αύριο δεν θα έρθω ξανά στην δουλειά, γιατί αποφάσισα να πάω να δουλέψω στην Θεσσαλονίκη.
Πολύ με παρακάλεσε αυτός να μην φύγω από κοντά του, γιατί ήμουν πολύ μικρός όπως έλεγε, για μια τόσο μεγάλη πόλη και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να με αποτρέψει από το να κάνω αυτό που σκέφτηκα, αλλά δεν τον άκουσα.
Από αυτά που μου έδιναν οι πελάτες, αλλά κι από αυτά που και το αφεντικό μου έδινε έξω από την συμφωνία μας, είχα κάνει καλό κομπόδεμα. Τέσσερα χιλιάρικα είχα μαζεμένα τότε. Έδωσα λοιπό στην μάνα μου τα δύο, ώστε να την βοηθήσω κάπως και με τα άλλα δύο στα χέρια, την χαιρέτησα μια μέρα κι έφυγα από το σπίτι μας μια και καλή.
Και τα αδέλφια μου χαιρέτησα από βραδύς. Τα τρία από τα πέντε ήταν ποιο μεγάλα από εμένα, ενώ τα άλλα δύο μικρότερα. Όταν ξύπνησα λοιπόν το πρωί, μόνον η μάνα μου με χαιρετούσε κλαίγοντας. Κατέβηκα ωστόσο στον κεντρικό δρόμο κι αφού είχα δει να περνούν λεωφορεία από εκεί και να σταματούν σε κάποια σημεία, σε ένα τέτοιο στάθηκα να περιμένω και στο πρώτο που περνούσε, ανέβηκα με προορισμό την Θεσσαλονίκη.
Δέκα χρονών λοιπόν ήμουν όταν έφτασα κι αμέσως άρχισα να ψάχνω πως και που να βρω ένα δωμάτιο πρώτα να νοικιάσω, γιατί έπρεπε και να κοιμάμαι κάπου.
Καλά που είχα κρατημένα χρήματα όμως, γιατί με αυτά στα χέρια την έβγαλα μέχρι να βρω δουλειά. Όσο για δωμάτιο, ένα τσαγκάρικο βρήκα, μέσα στο οποίο δούλευε ο τσαγκάρης όλη την ημέρα και το βράδυ πήγαινε να κοιμηθεί στο σπίτι του.
Ένα καναπέ μόνον είχε αυτός εκεί μέσα για να ξαπλώνει τα μεσημέρια και πάνω σ’ αυτό κοιμόμουν τα βράδια. Είχε και μια κοινόχρηστη τουαλέτα στο ίδιο όροφο με το τσαγκάρικο κι έτσι, με όλες τις τότε ανέσεις ζούσα.
Αρχή του καλοκαιριού ήταν πάλι όταν έφτασα στην Θεσσαλονίκη και στα τέλη Αυγούστου βρήκα δουλειά στο μαγαζί που ακόμη εργάζομαι. Σ’ αυτό λοιπόν με προσέλαβε το αφεντικό μου, για να βοηθώ τους πελάτες τους όταν έπαιρναν εργαλεία κι έπρεπε να τους τα πάω μέχρι το πρακτορείο όπως έλεγαν τότε τα ΚΤΕΛ.
Όταν άνοιξαν τα σχολεία όμως, είπα στο αφεντικό μου ότι ήθελα να γραφώ στο νυχτερινό σχολείο κι αφού δεν είχε αντίρρηση, πήγα και γράφτηκα. Κι όταν μου ζήτησαν να τους δείξω τον κηδεμόνα μου, αυτόν τους παρουσίασα όπως σας είπα.
Με αυτόν τον τρόπο που λες μπάρμπα Χαράλαμπε έκανα τις σπουδές μου και κάτω από αυτές τις συνθήκες έβγαλα και το νυχτερινό γυμνάσιο. Το αφεντικό μου όμως, με στάθηκε σαν πατέρας, γι’ αυτό κι εγώ τον σέβομαι και τον εκτιμώ τόσο πολύ.
Όπως ξέρετε κι εσείς λοιπόν, από τότε εργάζομαι εδώ κι από εδώ θα πάρω σε διό χρόνια την σύνταξη μου αφού έχω τα ανάλογα ένσημα. Είδες μπάρμπα Χαράλαμπε; Από μικρός είμαι στα βάσανα, αλλά και για τίποτε δεν μετανιώνω. Δόξα να έχει ο Θεός, μια χαρά την πέρασα. Αν έμενα στο χωριό μου δηλαδή, τί περισσότερο από αυτό θα έκανα μήπως;
Για πολλά πάντως ευχαριστώ τον Θεό και ποιο πολύ από όλα, γιατί με προφύλαξε από όλες αυτές τις κακοτοπιές που έχουν οι πόλεις και δύσκολα γλυτώνει κανείς, όταν από μικρός σαν κι εμένα ζει μόνος του.
Είχε σκοπό να μας πει κι άλλα ο Πλάτωνας, αλλά ήρθε ο συνεταίρος του αφεντικού του να του πει ότι καθυστέρησε κι ότι έπρεπε να πάει γρήγορα στο κατάστημά τους, γιατί πλάκωσαν πελάτες κι εκείνος δεν ήξερε πως να τους εξυπηρετήσει.
Άντε γειά, μας είπε μόνον και τρέχοντας βγήκε από τον φούρνο να προλάβει τους πελάτες του πριν του φύγουν. Ο μπάρμπα Χαράλαμπος όμως, δεν έμεινε σιωπηλός. Κοιτώντας προς το μέρος μου, με βεβαίωνε ότι όσα μας είπε ο Πλάτωνας αλήθεια ήταν, γιατί από το αφεντικό τα πληροφορήθηκε.
Συνεχίζοντας τον λόγο του, έλεγε ότι για να τα ακούσω εγώ τον προκάλεσε να μας τα πει, γιατί ήθελε να ξέρω, ότι κι άλλοι εκτός από αυτόν δούλευαν τότε από τόσο μικρή ηλικία. Πρέπει να σου πω όμως πρόσθεσε, ότι πράγματι αγαπά το αφεντικό του σαν πατέρα του, αφού αυτός τον μεγάλωσε. Τον βιολογικό του πατέρα δεν πρόλαβε να τον ζήσει, γιατί από μικρός σχεδόν τον έχασε. Ούτε να τον δει πολλές φορές πρόλαβε, γιατί κάπου μακριά εργαζόταν αυτός κι εκεί πέθανε.
Κι ο συνεταίρος του αφεντικού του τον αγαπάει πρέπει να πούμε, γιατί ο Πλάτωνας κρατάει το μαγαζί τους. Αν πάρει σύνταξη όμως, θα το κλείσουν κι αυτοί, γιατί δεν έχουν σε ποιον να το αφήσουν και να ξέρει έστω και λίγα από την δουλειά τους.
Ο ένας έχει δυο κόρες κι ο άλλος ένα γιό κι όπως ξέρω, κανένας από τους δυο δεν σκέφτεται να βάλει τα παιδιά του να δουλέψουν το μαγαζί τους δίπλα από τον Πλάτωνα. Σπούδασαν βέβαια τα παιδιά τους, αλλά και οι σπουδές τους, δεν έχουν καμιά σχέση με τα γεωργικά μηχανήματα, οπότε, κανείς τους δεν πρόκειται να το αναλάβει.
Αρκετά καθίσαμε σήμερα όμως κουβεντιάζοντας κι όπως βλέπω, πέρασε η ώρα. Εγώ βέβαια δεν έχω να κάνω κάτι τώρα και δεν ξέρω αν θα μου προκύψει κάτι αργότερα. Εσύ όμως έχεις να κάνεις πολλά όπως μπορώ να υπολογίζω από τις γνωστές καθημερινές σου υποχρεώσεις.
Πήγαινε λοιπόν στην δουλειά σου και τα λέμε αργότερα αν τελικά συναντηθούμε κάπου σήμερα. Διαφορετικά, θα τα πούμε όταν μας το επιτρέψει ο Θεός. Αυτά είπε ο μπάρμπα Χαράλαμπος κι αφού τον χαιρέτησα, τον άφησα να τελειώσει μόνος τον καφέ του, ενώ εγώ, πράγματι άρχισα να τρέχω προκειμένου να βγάλω με αξιοπρέπεια το πρόγραμμα της ημέρας.
Μιχάλης Αλταλίκης