Βαδίζοντας λοιπόν στον Μάρτιο μήνα εκείνης της χρονιάς, βρέθηκα στην Ουρανούπολη και πάλι ένα πρωινό, προκειμένου να βάλω στο πρώτο καράβι της γραμμής, τις προμήθειες που έφερα με το φορτηγάκι μου, σκοπεύοντας να καλύψω τις ανάγκες της μονής μας.
Όπως έβλεπα όμως, ο νοτιάς που φυσούσε εκείνη την ώρα ήταν αρκετά δυνατός και τα κύματα που προκαλούσε, υπερσκέλιζαν την προκυμαία κι έπεφταν από την άλλη της πλευρά στην θάλασσα. Εξαιτίας αυτού βέβαια, ούτε και τα καράβια μπορούσαν να κινηθούν, λόγω του απαγορευτικού που εξέδωσε το λιμεναρχείο.
Αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη σύγχυση όπως καταλαβαίνετε, τόσο σ’ αυτούς που σαν κι εμένα ήθελαν να στείλουν εμπορεύματα στο Άγιο Όρος, όσο και σ’ αυτούς που ως επιβάτες θα ήθελαν να το επισκεφτούν.
Κι όσο οι ώρες περνούσαν, χωρίς να φαίνεται η άφιξη των καραβιών, τόσο μεγάλωνε και η ανησυχία αυτών που περιφερόταν στην παραλία της Ουρανούπολης.
Υπήρχε ωστόσο μια αιωρούμενη ελπίδα πάνω στην προκυμαία, η οποία δεν ξέρω να σας πω πως κι από ποιόν μας προέκυψε, αλλά έλεγε πολύ απλά, ότι μέχρι το μεσημέρι σίγουρα θα κόπαζε ο αέρας κι ότι σίγουρα θα γινόταν τα δρομολόγια.
Αυτό περιμένοντας λοιπόν όλοι αυτοί που συγκεντρώθηκαν στην παραλία της Ουρανούπολης, κατευθύνθηκαν κάποια στιγμή προς στις καφετέριες και πίνοντας εκεί τον καφέ τους, περίμεναν υπομονετικά να ακούσουν την άρση του απαγορευτικού.
Το ίδιο θα έκανα κι εγώ άλλωστε, αλλά με σταμάτησε ο καπετάνιος που εμφανίστηκε εν τω μεταξύ εκεί, ο οποίος και θέλησε να δει με τα δικά του μάτια την κατάσταση όπως μου έλεγε. Όταν τον είδα να κουνά επιδοκιμαστικά το κεφάλι του όμως, μάλλον απογοητεύτηκα.
Κάτι πήγα να του πω βέβαια για την απογοήτευσή που ένιωσα, αλλά κόβοντάς μου τον λόγο, με οδήγησε σε μια από τις καφετέριες, όπου και καθίσαμε να πιούμε τον καφέ μας. Εκεί λοιπόν αποφάσισε να μου πει τελικά, ότι μάλλον δεν θα κόπαζε ο αέρας κι ότι μάλλον θα συνέχιζε αυξανόμενος, δεδομένου ότι δεν ήταν καθαρός νοτιάς, αλλά γαρμπής όπως το διευκρίνισε.
Μας πλησίασε και δεύτερος καπετάνιος όμως στην συνέχεια, ο οποίος κι έλεγε μια σχετική παροιμία για τον γαρμπή πριν μας καλημερίσει. Είναι γαρμπής; Περίμενε να φέξει για να δεις. Επισήμανε κι αυτός δηλαδή την συμπεριφορά του γαρμπή.
Μαζί με αυτό όμως, έλεγε και σ’ εμένα με σιγουριά, ότι μάλλον έπρεπε να επιστρέψω στην έδρα μου και να έρθω την επομένη για τον σκοπό που βρισκόμουν εκεί, ή να άφηνα τις προμήθειες που μετέφερα στο κατάστημα του φίλου μου καθώς ήξερε τις κινήσεις μου, ο οποίος και θα φρόντιζε να τις μεταφορτώσει την επομένη στο καράβι, εφόσον θα του το επέτρεπε πια ο καιρός.
Εκεί που λέγαμε τέτοια όμως, πέρασε από μπροστά μας ένας από τους πολλούς άλλωστε ανήσυχα περιφερόμενους προσκυνητές, ο οποίος και απέσπασε θα έλεγα την προσοχή του καπετάνιου. Κι επειδή σε κάποιον τον παρέπεμπε η φυσιογνωμία του, έλεγε στον συνάδελφό του. Ρε συ; Αυτός δεν είναι που έψαχνε τον γιό του και μετά από εφτά χρόνια τον βρήκε μοναχό; Ναι, έλεγε ο άλλος, αυτός είναι. Τον βλέπεις; Τώρα συνεχώς πάει κι έρχεται στο Άγιο Όρος, ενώ τότε πήγε με το δίκαννό του να σκοτώσει τον ηγούμενο, γιατί έκανε πλύση εγκεφάλου στον γιό του όπως πίστευε.
Το ξέρεις αυτό; Έλεγε και σ’ εμένα. Όχι απαντούσα, τίποτε δεν ξέρω από όσα λέτε για την περίπτωση του. Θέλεις όμως να τον καλέσουμε εδώ ώστε να ακούσεις την ιστορία του; Και πριν προλάβω να του πω ένα ναι, ή ένα όχι, κάλεσε τον άνθρωπο να καθίσει μαζί μας και καθώς το είχε βάλει στο μυαλό του, του ζήτησε στην συνέχεια να μας περιγράψει την ιστορία του, προς χάριν του συνεργάτη τους όπως του είπε, δείχνοντάς του εμένα.
Κάθισε βέβαια μαζί μας ο άνθρωπος κι αφού άρχισε να του κάνει επανωτά ερωτήσεις οι καπεταναίοι, υποχρεώθηκε κατά κάποιον τρόπο να μας πει τελικά την ιστορία του και πριν κάνει την αρχή, δέχτηκε να του προσφέρουμε τον καφέ της επιθυμίας του.
Αρχίζοντας λοιπόν την ιστορία του, έλεγε με κάθε λεπτομέρεια. Εγώ που λέτε, έχω δύο γιούς και το χρονικό διάστημα που διαδραματίστηκε η ιστορία μας, ο ένας ήταν δεκαοκτώ, ενώ ο άλλος ήταν είκοσι οκτώ ετών τότε.
Όσα αφορούν εμένα όμως, σας λέω ότι από αρκετά χρόνια πριν είχα πολύ καλή σχέση με το Άγιο Όρος κι ότι μονίμως πήγαινα στην ίδια μονή όπως ξέρετε. Αυτό μάλιστα, το έκανα ευχαρίστως και αρκετές φορές τον χρόνο.
Όποτε κι αν πήγαινα όμως, έπαιρνα μαζί μου και τον μικρότερο από τους δυό μου γιούς κι αυτό πάλι το έκανα, όταν αυτός δεν είχε σχολικές υποχρεώσεις. Και το παιδί είναι αλήθεια, ευχαρίστως με ακολουθούσε. Εγώ όμως από μια κρυφή προσωπική μου επιθυμία ορμώμενος, συνεχώς τον πίεζα να γίνει μοναχός, τονίζοντας του ότι αυτό που του ζητούσα να κάνει, θα ήταν ότι καλύτερο είχε να σκεφτεί για την ζωή του.
Αντιδρούσε βέβαια το παιδί για όσα του έλεγα, αλλά εγώ επέμενα να του λέω τα ίδια. Γιατί ρε δεν θέλεις να γίνεις μοναχός; Δεν βλέπεις πόσο καλά είναι εδώ και πόσο καλοί είναι μαζί σου οι μοναχοί; Ότι κι αν είναι αυτοί έλεγε ο μικρός, εγώ δεν θέλω να γίνω μοναχός.
Άμα θέλεις γίνε εσύ μου έλεγε συνεχώς κι επειδή δεν μπορούσα να το κάνω εγώ, βάλθηκα να τον μεταπείσω, γι’ αυτό και συνεχώς επέμενα και μάλιστα φορτικά θα έλεγα. Όταν πια έπιασε αυτός τα δέκα οκτώ του χρόνια, πάλι τον πήρα μαζί μου σε μια τέτοια επίσκεψη και πάλι του έκανα τα ίδια.
Πιέζοντάς τον όμως τόσο φορτικά, άρχισε πια να δυσανασχετεί το παιδί μαζί μου και μάλιστα πολύ έντονα, γι’ αυτό κι εξομολογήθηκε στον ηγούμενο την καταπίεση που δεχόταν από τον πατέρα του. Αυτός ήταν κι ο λόγος μάλιστα που με συμβούλευε πια ο ηγούμενος, ότι δεν έκανα καλά κι ότι με την καταπίεση που του έκανα, πολύ στεναχωρούσα το παιδί μου.
Κανείς έλεγε δεν έρχεται εδώ από την πίεση των γωνιών του κι ότι αν δεν είναι καλεσμένος από την κοιλιά της μάνας του να γίνει μοναχός, ποτέ δεν έρχεται εδώ. Κι αν πάλι έρθει με το ζόρι, όπως εσύ το κάνεις, νύχτα φεύγει. Ούτε και να ξημερώσει δηλαδή δεν περιμένει.
Ωστόσο, κάνε υπομονή μου έλεγε κι αν είναι θέλημα της Παναγίας, Την οποία όλοι μας υπηρετούμε εδώ, τότε να τον κάνουμε μοναχό και πολύ θα χαρούμε. Αν όμως αυτό δεν είναι της δικής Της επιθυμίας, τότε ποτέ δεν θα γίνει μοναχός, όσο κι αν εσύ τον πιέζεις να το κάνει. Κατάλαβες;
Καταλάβαινα βέβαια, αλλά και ήθελα να γίνει μοναχός ο μικρός, γι’ αυτό και δεν σταματούσα να τον πιέζω να δεχθεί την επιθυμία μου, παρουσιάζοντάς του συνεχώς, όλα τα καλά που έβλεπα γύρω από τους μοναχούς και το μοναστήρι που τόσο συχνά επισκεπτόμουν.
Για να μου κάνουν όμως το κέφι κάποια στιγμή, τόσο ο ηγούμενος, όσο κι ο γιός μου, στην τελευταία μου προσπάθεια να τον κάνω μοναχό, έλεγε ο ηγούμενος στον μικρό, ότι δεν θα πείραζε και πολύ να έμενε για λίγες μέρες μαζί τους κι αν του άρεσε, ή αν μπορούσε να αντέξει τον μοναχισμό, τότε θα βλέπαμε τι να κάνουμε. Αν πάλι όχι, τότε, αμέσως να έφευγε από εκεί, χωρίς να πει τίποτε και σε κανέναν.
Αυτό λοιπόν συνωμοτώντας οι δυό τους με κοίμισαν κι ευχαριστημένος πια εγώ από την κατάληξη που πήρε το θέμα, έφυγα για το σπίτι μου, όπου κι έλεγα στον μεγάλο, ότι επιτέλους καρποφόρησε η επιθυμία μου
κι ότι δέχτηκε τελικά ο μικρός να γίνει μοναχός.
Τίποτε βέβαια δεν μου είπε ο μεγάλος και καθώς ήταν απορροφημένος με τα προβλήματα της επιχείρησης που του φόρτωσα να διοικεί, πήγε στην δουλειά του. Κάπου, κάπου, όμως, όλο και μου έλεγε εκ των υστέρων, ότι κι αυτόν έπρεπε να πάρω μια φορά μαζί μου.
Εγώ όμως έπαιρνα μαζί μου μόνον τον μικρό, γιατί αυτόν ήθελα να κάνω μοναχό. Για τον μεγάλο είχα άλλα όνειρα. Τον ήθελα επιχειρηματία, γι’ αυτό και του είχα αφήσει εν λευκώ την διαχείριση της επιχείρησή μου.
Του είχα πάρει μάλιστα κι ένα μεγάλο κι ακριβό αυτοκίνητο, το οποίο όπως έβλεπα, μονίμως το είχε φορτωμένο με κορίτσια, οπότε, ησύχαζα μαζί του, νομίζοντας ότι αυτός τουλάχιστον βρήκε τον δρόμο του κι επειδή εκεί τον ήθελα, στην διαχείριση της επιχείρηση μου δηλαδή, όποτε μου έλεγε πάρε κι εμένα μια φορά στο Άγιο Όρος, του απαντούσα ότι καλά ήταν εκεί που βρισκόταν κι ότι δεν έπρεπε να απασχολεί το μυαλό του με άλλα θέματα και δι μοναχικά.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν ευρισκόμενος, δεν πήγα να πάρω τον μικρό σε δεκαπέντε μέρες από το μοναστήρι καθώς του το είχα υποσχεθεί, πιστεύοντας ενδόμυχα ότι θα αναγκαζόταν να μείνει τελικά εκεί και μάλιστα ως μοναχός.
Αντί να γίνει αυτό όμως, κολυμπώντας έφυγε ένα βράδυ το παιδί από την μονή χωρίς να πει σε κανέναν το σκοπό του κι όταν βρέθηκε στην Ιερισσό, βρήκε τρόπο και πρωί, πρωί έφτασε στο σπίτι μας στις Σέρρες.
Ξαφνιάστηκα βέβαια όταν τον είδα μπροστά μου, αλλά και κουβέντα δεν του είπα. Αυτός όμως πολλά μου είπε και ανάμεσα σ’ αυτά, μου έλεγε ότι και να τον έδενα ακόμη, ποτέ ξανά θα δεν μπορούσα να τον πάρω μαζί μου, τονίζοντάς μου μάλιστα, ότι δεν θα γινόταν μοναχός, όσο κι αν το προσπαθούσα.
Κι αφού αυτό μου προέκυψε, άφησα πια ήσυχο τον μικρό κι όπως το συνήθιζα, μόνος μου συνέχισα να επισκέπτομαι το Άγιο Όρος, όπως και το γνωστό μας μοναστήρι βέβαια. Όταν δε συναντούσα τον ηγούμενο εκεί, με το δίκαιό του με μάλωνε κι αυτός κάθε φορά που με έβλεπε μπροστά του, για το κακό που έκανα στο παιδί μου χωρίς να το υπολογίζω.
Άκουγα λοιπόν τις παρατηρήσεις που μου έκανε ο ηγούμενος κι όντως του έδινα δίκαιο για όσα με παρατηρούσε αναφερόμενος στην συμπεριφορά μου, αλλά κι ενδόμυχα, πολύ με στεναχωρούσε το γεγονός ότι τελικά δεν δέχθηκε να γίνει μοναχός ο μικρός μου γιός.
Μετά από λίγο καρό όμως, ενέδωσα τελικά στα αιτήματα του μεγάλου και στην επόμενη φορά που προγραμμάτισα επίσκεψη στο Άγιο Όρος, τον πήρα μαζί μου. Καθώς έπρεπε βέβαια, τον ξεναγούσα από την στιγμή που ανεβήκαμε στο καράβι, μέχρι και που φτάσαμε στο μοναστήρι μας, αφού πρώτη του φορά πατούσε το πόδι του εκεί.
Όντα μάλιστα βρεθήκαμε στο μοναστήρι της μόνιμης επιλογής μου, ζήτησα να δούμε προσωπικά τον ηγούμενο, προκειμένου να του γνωρίσω τον μεγαλύτερό μου γιό, ο οποίος και μας δέχτηκε στο γραφείο του βέβαια, αλλά για δέκα λεπτά μόνο, για τον λόγο ότι είχε πολλούς επισκέπτες που έπρεπε να υποδεχθεί εκείνη την ημέρα.
Κι επειδή πράγματι υπήρχαν πολλοί επισκέπτες εκεί, την επομένη το πρωί επισκεφτήκαμε τα διπλανά μοναστήρια οι δυό μας, βαδίζοντας με τα πόδια στην δασώδη και άγρια φύση της περιοχής.
Επιστρέψαμε πάλι στο μοναστήρι βέβαια, αλλά κι όταν ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στο σπίτι μας, πήραμε την ευχή του γέροντα φεύγοντας κι αυτήν μάλιστα στα γρήγορα, αφού πολλοί επισκέπτες έκαναν το ίδιο με μας.
Παίρνοντας το καραβάκι της γραμμής στην συνέχεια, επιστρέφαμε στην Ουρανούπολη κι από εκεί στο σπίτι μας. Εγώ όμως έμεινα να απορώ με την συμπεριφορά του γιού μου, ο οποίος, καθ’ όλη την διάρκεια της επίσκεψης μας, έμενε εντελώς αδιάφορος για όσα του έλεγα κι έδειχνα εκεί ξεναγώντας τον.
Ούτε και τους χώρους που ζούσαν οι μοναχοί δηλαδή δεν είδε με κάποιο ενδιαφέρον, αλλά κι εγώ όπως είναι κατανοητό, τίποτε δεν του ανάφερα για την αυτή καθ’ αυτή ζωή των μοναχών, όπως έκανα με τον μικρό μου γιό.
Ότι κι αν του έδειχνα, ότι κι αν του έλεγα σχετικά όμως, σημασία δεν έδινε ο μεγάλος μου, παρά μόνον σφύριζε αδιάφορά. Βλέποντα την συμπεριφορά του λοιπόν, έλεγα κι εγώ χωρίς τον ξενοδόχο, ότι μάλλον δεν έπρεπε να ανησυχώ γι’ αυτόν, αφού εντελώς αδιάφορα αντιμετώπισε την επίσκεψή μας.
Και μετά από αυτήν μάλιστα, καμιά κουβέντα δεν μου έκανε για την επίσκεψή του στο Άγιο Όρος, όπως και ποτέ δεν ζήτησε να έρθει για δεύτερη φορά μαζί μου, υποδηλώνοντας με την συμπεριφορά του, ότι κανένα ενδιαφέρον δεν του προέκυψε. Αντιθέτως, μου έδειχνε καθημερινά σχεδόν την διάθεσή του να διασκεδάζει και μάλιστα μέχρι πρωίας με τις παρέες του.
Ξυπνήσαμε ένα πρωινό όμως και βλέποντας να μην έχει επιστρέψει ακόμη από την νυχτερινή του εξόρμηση, ανησυχήσαμε για την υγεία του κι όπως ήταν λογικό, παντού τον ψάχναμε. Όπου κι αν πήγαμε όμως, όποιον ρωτήσαμε γι’ αυτόν, μας έλεγε ότι μέχρι και το πρωί μαζί τους ήταν και στο σπίτι μας επέστρεφε όπως τους είπε.
Μετά από αυτό λοιπόν, δεν τον ψάχναμε μόνον εμείς, αλλά όλοι οι φίλοι του και όλη η αστυνομία της πόλης μας και των γύρω περιοχών. Μέχρι κι εκείνη την εκπομπή της τηλεόρασης ενημερώσαμε, αυτήν δηλαδή που έψαχνε για ανθρώπους που είχαν χαθεί. Αυτοί μάλιστα μας έβαλαν και την ιδέα να ψάξουμε και στο Άγιο Όρος, γιατί όπως έλεγαν, κάνουν πλύση εγκεφάλου στα παιδιά οι μοναχοί προκειμένου να τα κάνουν μοναχούς, όπως πολλές φορές κι αυτοί το διαπίστωσαν.
Αυτό βάζοντας κι εγώ στο μυαλό μου, πολύ θύμωσα με τον ηγούμενο της μονής που επισκεπτόμουν, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να έκανε πλύση εγκεφάλου στον γιό μου κι εξαιτίας αυτού να τον έκανε μοναχό, οπότε, πήγα να τους επισκεφτώ.
Αναστατωμένος καθώς ήμουν λοιπόν, έφτασα στο μοναστήρι με άγριες διαθέσεις και ζάφτι δεν μπορούσαν να με κάνουν οι μοναχοί. Κι έτσι όπως ήμουν, πολλά τους έλεγα για τον τρόπο που κάνουν τα παιδιά του κόσμου μοναχούς.
Κι επειδή μου έλεγαν ότι έλειπε από το μοναστήρι τους ο ηγούμενός τους, θεώρησα ότι μάλλον μου έλεγαν ψέματα. Πιστεύοντας μάλιστα, ότι έκρυβαν τόσο αυτόν, όσο και τον γιό μου σε κάποιο από τα κελιά τους, εύκολα πίστεψα κι ότι με εμπόδιζαν να τον πάρω μαζί μου. Αν τον εύρισκα βέβαια, ποτέ ξανά δεν θα επιχειρούσα επίσκεψη στο μοναστήρι τους, αλλά ούτε και στο Άγιο Όρος βέβαια.
Έφυγα ωστόσο από το μοναστήρι τους, αλλά με σκοπό να επανέλθω αν δεν μου επέστρεφαν το παιδί μου κι αφού δεν έγινε αυτό που περίμενα, πήρα μαζί μου καμιά δεκαριά συγγενείς και φίλους μετά από λίγες μέρες κι όλοι μαζί πήγαμε να τον πάρουμε και μάλιστα δια της βίας. Με τις καραμπίνες στα χέρια δηλαδή φτάσαμε στο μοναστήρι τους.
Εκείνη την φορά βέβαια, βρήκαμε τον ηγούμενο, ο οποίος με κάθε τρόπο προσπαθούσε να με συνετίσει, αλλά εγώ παρέμενα ανένδοτος. Θέλω το παιδί μου του έλεγα κι ευθέως τον κατηγορούσα, ότι έκανε πλύση εγκεφάλου στον γιό μου όταν του τον σύστησα.
Απορούσε με την συμπεριφορά μου ο ηγούμενος, ο οποίος και με το δίκαιό του έλεγε, ότι πολλά χρόνια με άκουγε να πιέζω τον μικρότερο μου γιό να γίνει μοναχός και δεν τα κατάφερνα. Τον μεγαλύτερο έλεγε, που τον είδε μόνον δέκα λεπτά αυτός κι αυτό πάλι παρουσία μού, πότε μπόρεσε να του κάνει πλύση εγκεφάλου;
Ότι κι αν έλεγε αυτός όμως, εγώ τίποτε δεν άκουγα, παρά με έντονο τρόπο του ζητούσα να μας παρουσιάσει το παιδί μου, πιστεύοντας ότι εκεί βρισκόταν και μας τον έκρυβαν. Βλέποντας όμως και τα όπλα που κρατούσαμε, περισσότερο απορούσε μαζί μου ο ηγούμενος, αλλά και μη μπορώντας να καταλάβει την συμπεριφορά μας, θέλησε να μας καλμάρει κάπως, γι’ αυτό κι άνοιξε όλες τις πόρτες του μοναστηριού.
Για την ακρίβεια κι από τον ίδιο συνοδευόμενοι, δεν αφήσαμε δωμάτιο και χώρο του μοναστηριού που να μη το επισκεφτούμε, αλλά και πουθενά δεν βρήκαμε το παιδί μου. Στην προσπάθειά του δε να μας συμπαρασταθεί ο ηγούμενος, μας βεβαίωνε ότι δεν ήταν εκεί κι ότι ποτέ του δεν τους επισκέφτηκε.
Το άκουσα, το δικαιολόγησα, αλλά ποτέ μου δεν το πίστεψα. Μαζέψαμε ωστόσο τα όπλα μας και φύγαμε άπρακτοι από το μοναστήρι κι αφού δεν μπορούσαμε να φύγουμε από το Άγιο Όρος χωρίς να τον ψάξουμε και σε άλλα μοναστήρια, όλα σχεδόν τα γυρίσαμε χωρίς αποτέλεσμα.
Με λίγα λόγια, άπρακτοι γυρίσαμε στα σπίτια μας και την δεύτερη φορά. Εγώ όμως δεν έλεγα να ησυχάσω, γιατί και τρίτη φορά πήγα να τον ψάξω στο Άγιο Όρος και για να τον βρω κάπου ως μοναχό, ένα μήνα σχεδόν έμεινα εκεί και όλα τα μοναστήρια γύρισα σε ανύποπτους χρόνους αναζητώντας τον, αλλά ποτέ δεν τον βρήκα.
Θυμωμένος λοιπόν στην συνέχεια, με όλους τους μοναχούς, με όλα τα μοναστήρια, όπως και με την διοίκησή τους στις Καρυές, πήγα μετά από λίγο καιρό και τους έδωσα μια συμβολαιογραφική επιστολή, μέσω της οποίας διεμήνυα σ’ αυτούς, όπως και στον γιό μου, ότι τον αποκλήρωσα.
Κι αφού τον αποκλήρωσα, έμεινα στο σπίτι μου μετά και δίπλα στον μικρό μου γιό βέβαια, στον οποίο και πέρασα την επιχείρησή μου όπως καταλαβαίνετε και ποτέ ξανά δεν επιχείρησα να αναζητήσω τον μεγάλο μου γιό, θυμωμένος και με αυτόν πάρα πολύ, αφού με την δική του αδυναμία όπως πίστευα, έδωσε την δυνατότητα στους μοναχούς να μου χαλάσουν όλα μου τα σχέδια.
Πέρασαν όμως επτά χρόνια από τότε που τους έστειλα την επιστολή της αποκλήρωσης και μια μέρα με έπιασε το πατρικό μου και σαν πατέρας θέλησα να μάθω αν ζούσε το παιδί μου, ή όχι, οπότε, πήρα και πάλι το καράβι ένα πρωινό και αρκετά συγκινημένος, πήγαινα στο Άγιο Όρος να δω, μήπως και τον έβρισκα κάπου, έστω και μοναχό.
Μέχρι να φτάσω εκεί όμως, πολλές φορές δάκρυσα είναι αλήθεια, αναλογιζόμενος αυτά που μου προέκυψαν κι από άκρατο θυμό, αποκλήρωσα το ίδιο μου το παιδί. Για την ακρίβεια βέβαια, αυτός με αποκλήρωσε κι όχι εγώ. Και πριν το κάνει αυτό σ’ εμένα, το έκανε αυτός πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό.
Και το έκανε μάλιστα αυτό τότε, που για πρώτη του φορά πάτησε το πόδι του στο Άγιο Όρος. Από εκείνη την στιγμή δηλαδή ήξερε ότι έπρεπε να γίνει μοναχός. Επειδή όμως υπολόγιζε ότι μια τέτοια εκδοχή πολύ θα με στεναχωρούσε, από εκείνη την ώρα έψαχνε τρόπο να το κάνει, όπως και κάποιον τόπο που θα μπορούσε να κρυφτεί όταν θα επέστρεφε, ώστε πουθενά να μην μπορέσω να τον βρω.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που μου παρίστανε τον αδιάφορο. Όταν όμως επιστρέψαμε στο σπίτι μας και στην δουλειά μας, οργάνωσε με την ησυχία του την εξαφάνισή του, όπως και την τοποθέτησή του στο Άγιο Όρος, όπου και διάλεξε να κρυφτεί μέσα σε ένα λαγούμι που εντόπισε.
Κι όντως αποκλήρωσε τον εαυτό του το παιδί, αφού δεν πήρε τίποτε μαζί του. Ούτε φαγητό δηλαδή δεν πήρε φεύγοντας, ούτε ρούχα να σκεπάζετε τις νύχτες, αφού και στα χώματα θα κοιμόταν. Αν δεν τον εύρισκαν εκεί κριμένο, μερικοί όντως ασκητές τις περιοχής, θα μπορούσε να πεθάνει από πίνα, ή δίψα, ακόμη κι από το κρύο όπως καταλαβαίνετε.
Αυτοί λοιπόν του πήγαιναν λίγο από το λιγοστό τους άλλωστε φαγητό κι αυτοί του έδωσαν κάτι να σκεπάζεται μη τυχόν και κρυώνει τις νύχτες. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στο μοναστήρι μας, ή και σε κάποιο άλλο μοναστήρι της περιοχής, αλλά δεν ήθελε να τον βρω εγώ κι από πατρικό θυμό τον επέστρεφα στο σπίτι μας.
Και για να εξασφαλίσει αυτό το ενδεχόμενο, τρία ολόκληρα χρόνια άντεξε κριμένος μέσα σ’ εκείνο το λαγούμι. Κι όταν πια βεβαιώθηκε ότι έπαψα να τον ψάχνω, επισκέφτηκε το μοναστήρι μας καθώς το σκέφτηκε κι αφού εξομολογήθηκε την περιπέτειά του στον ηγούμενο, τότε τον έκανε μοναχό αυτός, αφού και μεγάλος ήταν πια και καμιά άδεια δεν χρειαζόταν από τον πατέρα του.
Του ζήτησε όμως ο γιός μου να κρατήσει μυστική από μένα την απόφασή του να γίνει μοναχός κι αγριεμένος καθώς ήταν από την ταλαιπωρία που πέρασε στο λαγούμι του, τίποτε πια δεν θύμιζε το παλικάρι που ξέραμε.
Αυτά βέβαια εκ των υστέρων τα έμαθα. Την ημέρα που αποφάσισα να τον βρω κάπου έστω και μοναχό όμως, τίποτε από αυτά δεν ήξερα. Στην τύχη δηλαδή έκανα και πάλι επισκέψεις στα μοναστήρια και επίμονα κοιτούσα τους μοναχούς που συναντούσα, μήπως κι ανακάλυπτα το παιδί μου ανάμεσά τους, αλλά άδικος κόπος.
Στενοχωρημένος και πάλι από την άκαρπη επίσκεψή μου κι αφού γύρισα όλα τα μοναστήρια, πήγα στο τέλος και στο μοναστήρι που κάποτε θεωρούσα δικό μου και απογοητευμένος από το αποτέλεσμα τις επιθυμίας μου να συναντήσω κάπου το παιδί μου, δεν πήγα να δω τον ηγούμενο καθώς το συνήθιζα κάποτε.
Και τι να του έλεγα άλλωστε, αφού όσο κι αν ψάξαμε το παιδί μου τότε που τουν επισκεφτήκαμε με τις καραμπίνες, πουθενά δεν τον βρήκαμε μέσα στο μοναστήρι τους. Στον αρχοντάρη πήγα βέβαια, αφού έπρεπε να δηλώσω την επίσκεψή μου, προκειμένου να μου δώσουν και δωμάτιο να μείνω.
Βλέποντας αυτός μάλλον, το επίθετό μου γραμμένο στο γνωστό βιβλίο επισκεπτών, πήγε κι ενημέρωσε τον ηγούμενο, όπως και τον γιό μου άλλωστε, αλλά και κανείς τους δεν μου είπε κάτι. Εγώ όμως κι αυτής της μονής τους μοναχούς κοιτούσα επίμονα, ελπίζοντας να αναγνωρίσω τον γιό μου ανάμεσά τους, αν και τίποτε δεν κατάφερα.
Όλη την ημέρα δηλαδή πέρασα εκεί και τίποτε δεν βρήκα από το παιδί μου. Βρε έφαγα μαζί τους, βρε στην εκκλησία βρέθηκα δίπλα τους, βρε τους κοιτούσα προσεκτικά, αλλά τίποτε. Ούτε κι εκεί μπόρεσα να τον εντοπίσω κάπου.
Το βραδάκι πια κι όταν τελείωσε το απόδειπνο, κάθισα σε ένα παγκάκι έξω από την εκκλησία κι έκλαιγα απαρηγόρητα, αφού πουθενά δεν βρήκα το παιδί μου και την επομένη το πρωί θα έφευγα για τέταρτη φορά άπρακτος. Με έβλεπαν βέβαια οι μοναχοί κι όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων κι ο γιός μου με έβλεπε, αλλά κανείς τους δεν μιλούσε.
Δεν το έκαναν σκόπιμα και ασφαλώς δεν ήθελαν να με παιδέψουν. Ούτε κι ο γιός μου ήθελε να με εκδικηθεί για κάτι. Απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή να με πλησιάσει, αφού και ιερομόναχος ήταν πια και πολύ καλός πνευματικός μάλιστα όπως μου το ανακοίνωσαν αργότερα.
Την ώρα που έκλαιγα λοιπόν εγώ, τότε βρήκε κι αυτός τον χρόνο κατάλληλο να με πλησιάσει, γι’ αυτό και μου έλεγε όταν κάθισε δίπλα μου. Γιατί κλαίς καλέ μου άνθρωπέ; Τί είναι αυτό που σε βαραίνει και δεν μπορείς να το σηκώσεις;
Τον κοίταξα βέβαια, αλλά που να τον αναγνωρίσω. Κι έτσι όπως ήταν αυτός μαυροφορεμένος, με την μακριά του γενειάδα, το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο και κάτω από το νυχτερινό σκοτάδι ευρισκόμενος, τίποτε δεν μου θύμιζε. Μου έφερε όμως το παιδί μου στο μυαλό, οπότε, άρχισα να του λέω την ιστορία μου.
Είχα κι εγώ ένα γιό πάτερ, ο οποίος θα πρέπει να είναι τώρα στα τριάντα πέντε του χρόνια πια. Εξαφανίστηκε όμως και από τότε που τον έχασα παντού τον ψάχνω και πουθενά δεν τον βρίσκω. Κι εδώ στο Άγιο Όρος τον έψαξα βέβαια, πιστεύοντας ότι τον έκαναν μοναχό με πλύση εγκεφάλου και μάλιστα χωρίς την θέλησή μου, γι’ αυτό κι έφτασα κάποια στιγμή στο σημείο και να τον αποκληρώσω ακόμη, θυμωμένος με όλους εσάς τους μοναχούς, όπως και με τον ίδιο βέβαια.
Παρ’ όλα αυτά όμως, μετά από επτά χρόνια άκρατου εγωισμού, μετάνιωσα για τις ενέργειές μου κι έκανα μια υστάτη προσπάθεια να τον βρω κάπου ζωντανό, έστω και μοναχό. Κι επειδή εδώ στο Άγιο Όρος ήλπιζα να τον βρω ζωντανό έστω και μοναχό, ένα μήνα τον ψάχνω σε όλα τα μοναστήρια όπως και στο δικό σας.
Δυστυχώς όμως, πουθενά δεν τον βρήκα κι αυτό όπως καταλαβαίνεις, θα με στείλει στο σπίτι μου πολύ θλιμμένο. Μακάρι να τον εύρισκα και να έπεφτα στην αγκαλιά του κλαίγοντας από χαρά για τα εφτά χρόνια της λύπης που φορτώθηκα, την οποία βέβαια, όντως δεν μπορώ να σηκώσω όπως είπες.
Ακούγοντας αυτός την ιστορία μου, έλεγε με ψυχραιμία κάτι εκείνη την στιγμή προκειμένου να με καλμάρει και σηκώνοντάς με από το παγκάκι που καθόμουν, προθυμοποιήθηκε να με ξεναγήσει στους χώρους της μονής τους. Καθ’ οδόν όμως, μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να στενοχωριέμαι τόσο πολύ για τον γιό μου, γιατί η Παναγία μας θα μου τον έφερνε όταν ερχόταν η ώρα.
Πολύ θα το ήθελα του είπα κι αφού τον ακολούθησα, εδώ έχουμε αυτό το μηχάνημα έλεγε αυτός κάθε τόσο ξεναγώντας με στους χώρους τους, εδώ έχουμε τα πλυντήρια, εκεί έχουμε τα ψυγεία και τους καταψύκτες μας κι αυτά είναι τα μηχανήματα που μόνον εγώ χειρίζομαι.
Με λίγα λόγια, όλο το μοναστήρι γυρίσαμε μαζί εκείνο το βράδυ κι όπου με πήγε, αυτός ήταν υπεύθυνος όπως αποδείχτηκε. Εξ αυτού λοιπόν, αναγκάστηκα κι εγώ να παραδεχθώ, ότι ήταν πολύ χρήσιμος για το μοναστήρι τους. Αυτό ιδικά μάλιστα, του το αναγνώρισα κι όταν πια επιστρέψαμε στο παγκάκι που με βρήκε, οπότε ευθέως πια του το έλεγα.
Όπως διαπίστωσα πάτερ, είσαι πολύ χρήσιμος για το μοναστήρι σας. Καλά κάνουν και διαθέτουν τέτοιους μοναχούς τα μοναστήρια, γιατί όλα αυτά που είδαμε απαιτούν γνώσεις, τις οποίες κι έχεις όπως βλέπω. Κι ο δικός μου γιός ήξερε από αυτά τα μηχανήματα και μάλιστα ήταν πολύ καλός στην δουλειά του.
Τί να κάνω όμως τώρα που τον έχασα και πουθενά δεν τον βρίσκω; Αυτά λέγοντάς του λοιπόν, πάλι συγκινήθηκα κι ένα βαρύ αχ βγήκε από μέσα μου αυθόρμητα. Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσα και τον μοναχό να λέει κάτι πολύ συγκρατημένα. Εγώ είμαι πατέρα.
Τα έχασα όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και τον κοιτούσα καλά, καλά μήπως κι αναγνωρίσω τον γιό μου στο πρόσωπό του, αλλά τίποτε από αυτόν δεν μου θύμιζε έτσι όπως μου παρουσιάστηκε. Αφού το επανέλαβε για δεύτερη φορά όμως, τότε μόνον τον άρπαξα και δεν τον άφηνα από την αγκαλιά μου.
Περιττό είναι τώρα να σας πω πόση χαρά πήρα. Τον κοιτούσα και τον ξανακοιτούσα μέχρι να τον χορτάσω και συνεχώς έκλαιγα από την χαρά μου πλέον. Εκείνο που είχε σημασία πια για μένα, ήταν ότι Βρήκα το παιδί μου ζωντανό και ευχαριστημένο μάλιστα στον χώρο που ζούσε.
Το ότι ήταν μοναχός, καθόλου πια δεν με απασχολούσε, αλλά κι από όσα μου έδειξε νωρίτερα, πολύ χρήσιμος ήταν για το μοναστήρι μας πια, αφού από εκεί και μετά αποδέχτηκα την απόφασή του να εγκαταλείψει την επιχείρηση που του άφησα, την οποία βέβαια, επάξια διαχειριζόταν πλέον ο μικρότερός μου γιός.
Κι αφού όλα πήραν τον δρόμο τους κι όπως η Παναγία μας το ήθελε, από τότε και μετά συνεχώς επισκέπτομαι το μοναστήρι μας, όπως κι εσείς το παρατηρήσατε κι όσο μπορώ το βοηθώ, αφού και το παιδί μου ζει εκεί.
Αυτά λοιπόν μας είπε εκείνος ο πατέρας από τις Σέρρες για το παιδί που έχασε και ξαναβρήκε και δεν πρόλαβε να μας πει περισσότερα αν ήθελε, γιατί ήρθε κοντά μας ο λιμενικός, προκειμένου να ενημερώσει τον καπετάνιο, ότι θα συνεχιζόταν το απαγορευτικό μέχρι και την επομένη.
Ακούγοντας την ανακοίνωση του, αμέσως σηκωθήκαμε από τις καρέκλες μας κι αφού χαιρετηθήκαμε, πήγαμε όλοι στις δουλειές μας και πρώτος εγώ μάλιστα, γιατί έπρεπε να κάνω πολλά από εκεί και μετά.
Όσο για τον Σερραίο πατέρα, από την στιγμή που μας χαιρέτισε και μετά, φεύγοντας για το σπίτι του, ποτέ ξανά δεν τον συνάντησα. Αφού βρήκε την ισορροπία του όμως, έμεινα κι εγώ χαρούμενος από το αποτέλεσμα που του προέκυψε.
Μιχάλης Αλταλίκης