Ποινή Ισόβιας Κάθειρξης

ποινη ισοβιας καθειρξης   Πήγα κανονικά και μάλιστα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα στον σταθμό και στην δουλειά μου εκείνο το πρωινό και από σύμπτωση έβρεχε. Έβρεχε κατά διαστήματα βέβαια, αλλά και κάτω από την βροχή ήταν επικίνδυνο να κάνουμε φορτώσεις, γι’ αυτό και μέχρι που να σταματήσει αυτή ή να κόψει κάπως η ένταση της, έμπαιναν όπου έβρισκαν οι εργάτες, θέλοντας να προστατευτούν.

 Για τους ίδιους λόγους λοιπόν, βρήκα κι εγώ καταφύγιο κάτω από το φαρδύ υπόστεγο της αποθήκης του σταθμού, όπου κι εξέταζα τα χαρτιά και τις οδηγίες που είχα για τις φορτώσεις εκείνης της ημέρας.

 Αφού συνέχιζε να βρέχει όμως, μου έφερε εκεί τον καφέ μου ο καφετζής μας. Αυτός δε, πάντα έτσι έκανε. Όταν με έβλεπε να κάθομαι σε καρέκλα, μου έφερνε αμέσως καφέ και μάλιστα χωρίς να του το ζητώ.

  Βλέποντας με εκεί, ήρθε κι ο μπάρμπα Χρήστος να με κάνει παρέα κάτω από το υπόστεγο. Τραβώντας μια άδεια καρέκλα που βρήκε κι αυτός πάνω στην ράμπα της αποθήκης, έλεγε την στιγμή που καθόταν πάνω σ’ αυτήν με τον δικό του τρόπο.

 – Βρέχει σήμερα Μιχαλάκη.

  Σαν είδε ο καφετζής ότι έχω παρέα, έφερε και στον μπάρμπα Χρήστο καφέ. Μόλις ρούφηξε αυτός την πρώτη του ζεστή γουλιά, μου ευχήθηκε για τα γεννητούρια του πρώτου μου παιδιού.

 – Να σου ζήσει ο υιός Μιχαλάκη.

 Τον ευχαρίστησα βέβαια εγώ, αλλά και για να τον πειράξω για τις λέξεις που χρησιμοποιούσε αυτός όταν ήθελε να πει κάτι, του επανέλαβα το ερώτημα που και άλλη φορά του έκανα, αλλά ποτέ δεν βρήκαμε ελεύθερο χρόνο ώστε να μου το απαντήσει.

 – Για πες μας ρε μπάρμπα Χρήστο. Όπως μας είπες, είσαι αγράμματος. Αφού λοιπόν είσαι αγράμματος, πως ξέρεις και χρησιμοποιείς τέτοιες λέξεις όταν μιλάς, τις οποίες εμείς τις ακούμε πολύ σπάνια και μόνον από ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι αρκετά μορφωμένοι;

  Άκουσε το ερώτημα μου ο μπάρμπα Χρήστος, αλλά και μου ζήτησε λίγο χρόνο, προκειμένου να πει κάτι σ’ εκείνον τον συνομήλικο μου που σας ανέφερα στα προηγούμενα, ο οποίος έκανε κάτι ανεπίτρεπτο ως εργασία.

  – Περίμενε πρώτα να πω κάτι σ’ αυτόν τον νεαρό, που ένα χρόνο τώρα τον βλέπω να κλοτσάει κατρακυλώντας αυτό το άδειο βαρέλι, μια προς τα πάνω και μια προς τα κάτω την πλατεία και δεν ντρέπεται. Μετά, θα απαντήσω και στο δικό σου ερώτημα.

 Όταν λοιπόν έφτασε κοντά μας αυτός που κατρακυλούσε το άδειο βαρέλι, σηκώθηκε από την καρέκλα του ο μπάρμπα Χρήστος και του έλεγε κάτι αλλά με ανθρώπινο παράπονο.

 – Καλά βρε παιδί μου; Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτό που κάνεις δεν σε τιμά σαν άνθρωπό; Νέο παιδί είσαι και δυνατό. Πως λοιπόν καταδέχεσαι να κάνεις αυτό το πράγμα ακόμη και κάτω από την βροχή;

 Άκουσε αυτός την παρατήρηση του, αλλά προσηλωμένος στον δικό του σκοπό, του έλεγε δικαιολογώντας τον εαυτό του.

 – Αφού δεν έχω άλλη δουλειά; Τι θέλεις να κάνω;

 – Μα αφού εμείς σου προτείναμε να έρθεις και να δουλέψεις μαζί μας. Γιατί λοιπόν δεν έρχεσαι;

 Χωρίς να του δώσει καμιά μα καμιά απαντήσει ο περίεργα εργαζόμενος σιδηροδρομικός υπάλληλος, συνέχισε να κάνει αδιάφορος την δική του υποχρέωση.

 Αγανακτισμένος όμως ο μπάρμπα Χρήστος μαζί του, αλλά και με την νοοτροπία εκείνου του νέου ανθρώπου, κάθισε στην καρέκλα του και πρόσθεσε μονολογώντας.

 – Τεμπέλης είναι.

 Κι ενώ ροφούσε λίγο ακόμη από τον καφέ του, απάντησε και στο δικό μου ερώτημα.

  – Άκου λοιπόν φίλε μου τι έπαθα κι έγινα εγγράμματος. Όπως σου είπα παλαιότερα, ήμουν αγράμματος εγώ και από παιδί δούλευα δίπλα στον πατέρα μου, ο οποίος ήταν σαμαράς. Αφού είχα καλή δουλειά να ακολουθήσω όταν θα μεγάλωνα όπως έλεγε κι αυτός, δεν χρειαζόταν να μάθω γράμματα, ώστε να ψάχνω μετά το που θα βρω μια άλλη δουλειά και μάλιστα ως υπάλληλος.

 Μεγαλώνοντας κοντά του λοιπόν, έγινα καλός σαμαράς. Όταν όμως ήρθε η ώρα κι ο χρόνος να υπηρετήσω την πατρίδα μου, άφησα την δουλειά μου και τον πατέρα μου και πήγα να παρουσιαστώ στη Κόρινθο, όπως ακριβώς έγραφε να κάνω και η πρόσκληση που είχα στα χέρια μου.

 Μετά από δύο μέρες ταξίδι και εφτακόσια χιλιόμετρα στους δρόμους, μπήκα επιτέλους στο στρατόπεδο και μπήκα μαζί με όλους τους υπόλοιπους που ξεκίνησαν μαζί από την Θεσσαλονίκη και ήρθαν κι αυτοί να υπηρετήσουν την πατρίδα τους.

 Δεν πρόλαβα καλά, καλά να τακτοποιηθώ που λες και ήρθε η ΕΣΑ στον θάλαμο που έμενα. Αφού με άρπαξαν αυτοί χωρίς να μου δώσουν καμιά απάντηση σε όσα εγώ τους ρωτούσα, με παρέδωσαν αμέσως σε κάποιον ανακριτή, ο οποίος κι αφού συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα, την ίδια κιόλας στιγμή, με έστειλε συνοδευόμενο από την ΕΣΑ στο στρατοδικείο.

 Με κατηγορούσαν εκεί, ότι έκανα πολλά εγκλήματα, γι’ αυτό και με καταδίκασαν σε δις ισόβια. Όσο κι αν τους ρωτούσα να μου πουν, τι είδους εγκλήματα έκανα, ώστε να δικαιολογούνται τα δις ισόβια, αυτοί μου απαντούσαν θυμωμένοι λέγοντας.

-Εσύ τα έκανες και τώρα μας λες ότι δεν τα ξέρεις;

 Ο δικηγόρος που μου έδωσαν να με υπερασπιστεί, δεν έκανε τίποτε αφού ούτε κι αυτός πίστευε στην αθωότητα μου, γι’ αυτό και δέχτηκε αμίλητος την απόφαση του δικαστηρίου, αδιαφορώντας για το ότι εγώ τίποτε δεν ήξερα για όσα ήμουν εκεί κατηγορούμενος.

 Ξόδεψε πολλά ο πατέρας μου χωρίς αποτέλεσμα, αλλά κι όταν θέλησε να ζητήσει επανεξέταση της δίκης, κανείς δικηγόρος δεν δεχόταν να μας συμπαρασταθεί, για τον λόγο ότι οι κατηγορίες που με βάραιναν ήταν και πολλές και κακουργηματικές, γι’ αυτό και κανείς από αυτούς δεν ήθελε να με υπερασπίσει.

  Μη μπορώντας λοιπόν να κάνουμε κάτι, ώστε να αποδείξουμε, ή ακόμη και να υπερασπίσουμε την αθωότητα μου, αναγκάστηκα όπως καταλαβαίνεις να υποστώ τις συνέπειες της φυλάκισης μου, μέχρις ότου βρω επιτέλους τρόπω να αθωωθώ.

 Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος στην ηλικία και πολύ φτωχός πλέον, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα προκειμένου να με βλέπει στην φυλακή. Έμεινα μόνος μου λοιπόν πλέον, αβοήθητος και φυλακισμένος.

 Όλοι τους έβλεπαν, ότι δεν θα μπορούσα να έχω εγώ σχέση με τον τύπο που έκανε όσα φόρτωσαν σε μένα, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να πειστούν, ότι δεν ήμουν εγώ αυτός που τα έκανε.

 Ένας καλός δικηγόρος, θα μπορούσε ενδεχομένως να με απαλλάξει από τις κατηγορίες, αφού οι δικογραφίες παρουσίαζαν πολλά κενά, αλλά εγώ όπως σου είπα, δεν είχα χρήματα να τον πληρώσω κι έτσι διέφευγε αυτός που όντως έκανε τα εγκλήματα που φόρτωσαν σ΄ εμένα.

 Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, ήταν κάποιος που είχε κάνει φόνους, ληστείες, βιασμούς κι ένα σωρό άλλα εγκλήματα.

  Η αστυνομία τον αναζητούσε παντού αυτόν και σε όλη την επικράτεια της χώρας, αλλά τα μόνα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους γι’ αυτόν τον άνθρωπο, προκειμένου να προβούν στην σύλληψη του, ήταν το ονοματεπώνυμο του, το όνομα του πατέρα του και της μητέρας του, όπως και μια ανύπαρκτη διεύθυνση στην Πάτρα, που τον παρουσίαζε ως κάτοικο της.

 Από μια περίεργη σύμπτωση όμως, όλα τα στοιχεία του, εκτός από την διεύθυνση του, ήταν όμοια με τα δικά μου, ακόμη και το ότι ήταν συνομήλικος μου.

 Αφού λοιπόν με αυτά τα στοιχεία τον έψαχναν, τους ήρθε πολύ βολικό το να συλλάβουν αντί αυτού εμένα, τον συνονόματό του κι έτσι έκλεισε αυτή η ατασθαλία που από καιρό την είχαν σε εκκρεμότητα.

 Αφού έκαναν αυτοί την σύλληψη που εκκρεμούσε, ήταν όλοι τους πολύ ικανοποιημένοι, όπως και δικαιολογημένοι βεβαίως για όποια απόφαση θα έβγαζε το στρατοδικείο, αφού με τα στοιχεία κρίνουν τα δικαστήρια κι όχι με την φαντασία.

 Καταδικάστηκα λοιπόν όπως ήταν αναμενόμενο κι αφού μπήκα στην φυλακή, ζήτησα από τους φύλακες μετά από λίγο καιρό να μου μάθουν γράμματα. Όταν πέρασε ο καιρός όμως κι έμαθα να διαβάζω, ζήτησα να μου φέρουν και βιβλία εκεί μέσα, έτσι ώστε να μάθω μέσα από αυτά τους νόμους, ελπίζοντας να υπερασπίσω μόνος μου τον εαυτό μου, αν μου το επέτρεπαν βέβαια, αφού εγώ δεν έκανα τίποτε από όσα αυτοί με κατηγορούσαν άδικα.

 Το είπα και το έκανα λοιπόν. Αφού έμαθα να διαβάζω εγώ ο αγράμματος, έμαθα διαβάζοντας και τους νόμους που αφορούσαν εμένα, γι’ αυτό και πολλές φορές ζήτησα αναθεώρηση της δίκης μου, αλλά ποτέ δεν στάθηκε δυνατόν να απαλλαγώ από τις κατηγορίες που με βάραιναν, γιατί σκάλωνα πάντα στις ίδιες ερωτήσεις που μου έκαναν οι δικαστές.

 – Είσαι ο Χρήστος Παπαδόπουλος του Χρόνη και της Ισμήνης; Είσαι είκοσι δύο ετών;

 Ναι τους απαντούσα εγώ. Αυτός είμαι και είμαι από την Θεσσαλονίκη. Αυτός όμως που έκανε τα εγκλήματα, για τα οποία αν και αθώος εγώ βρίσκομαι κατηγορούμενος και φυλακισμένος, είναι συνονόματός μου μεν αλλά είναι κάτοικος της Πάτρας. Αυτό το στοιχείο, δεν είναι κάτι που πρέπει να σας προβληματίζει;

 – Μια πλαστή διεύθυνση μόνον είναι αυτό που σε κάνει να διαφέρεις στην δικογραφία, από τον κατηγορούμενο της Πάτρας. Γιατί λοιπόν ισχυρίζεσαι ότι δεν είσαι αυτός, αλλά κάποιος άλλος που μένει στην Θεσσαλονίκη; Είναι δυνατόν αυτός ο λόγος να ανατρέψει το αποτέλεσμα μιας τόσο βαριάς κατηγορίας;

  Με τόσες δικαστικές αποφάσεις και δικογραφίες που διάβασα κατά καιρούς λοιπόν, ήθελα δεν ήθελα, έμαθα να μιλώ την καθαρεύουσα και μάλιστα όπως αυτή χρησιμοποιείται από τους δικαστικούς και τους δικηγόρους.

 Παρόλα αυτά όμως, τίποτε δεν κατάφερα. Υπηρέτησα την καταδίκη μου με όλους τους τύπους κι επειδή δεν είχα δώσει κανένα δικαίωμα όλο αυτό το διάστημα, μετά από σαράντα χρόνια κάθειρξης και με Προεδρικό βούλευμα, μου χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής μου και έτσι κατάφερα στα εξήντα δύο μου χρόνια να αποφυλακιστώ.

  Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου βέβαια, δεν βρήκα τίποτε από τους γονείς μου, αφού πέθαναν αυτοί από την στεναχώρια τους, σχεδόν αμέσως μετά την φυλάκιση μου.

 Έπρεπε να επιβιώσω όμως όπως καταλαβαίνεις. Κι ως εργαζόμενος εγώ δεν ήξερα να κάνω τίποτε άλλο, εκτός από το να είμαι βοηθός σαμαρά. Που να τα εύρισκα όμως τα σαμάρια;

  Αφού λοιπόν ήμουν μαθημένος στο να σηκώνω τα βάρη των άλλων, σκέφτηκα να γίνω χαμάλης, γι’ αυτό και ήρθα εδώ στον σταθμό.

  Όση ώρα μιλούσε ο μπάρμπα Χρήστος, τον άκουγα άφωνος εγώ και δεν κατάλαβα ότι τελείωσε την διήγηση της ζωής του. Με κούνησε όμως με το αγκώνα του αυτός λέγοντας.

  – Αυτά μόνον έχω να σου πω από την ζωή μου και πέραν αυτού, δεν έζησα τίποτε άλλο. Κι όπως ξέρεις, πριν από πέντε χρόνια ήρθα εδώ και μαζί με σένα σχεδόν.

 Τώρα ξέρεις εσύ, γιατί εγώ σε σχέση με τους άλλους χαμάληδες διαφέρω στον λόγο, όπως πολλές φορές με ρώτησες. Ωστόσο, παραμένω οριστικά αγράμματος, αν και διαθέτω μεγάλη δικηγορική πείρα, μετά από τόσες δίκες που αντιμετώπισα μόνος μου.

 Τι να του έλεγα λοιπόν εγώ μετά από όσα άκουσα να μου διηγείται;

  – Με ζάλισες ρε μπάρμπα Χρήστο με όσα μου είπες. Είναι δυνατόν να είναι αλήθεια όλα αυτά;

  Όπως με βλέπεις και σε βλέπω απάντησε και με την σκληρή από την δουλειά παλάμη του, με χτύπησε στο χέρι προσθέτοντας.

 – Η βροχή σταμάτησε. Σήκω πάνω και πάμε να δούμε τις δουλειές μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *