Ο εμπνευστής της μωρίας και οπαδός αυτής λοιπόν, όπως και λάτρης της εφαρμογής της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Διάβολος δηλαδή, αυτός είναι που μας διδάσκει ως κατ’ εξοχήν δάσκαλος όπως νομίζει για τον εαυτό του, πώς να υπάρχουμε εμείς ως άνθρωποι.
Και μας το διδάσκει αυτό, εντελώς κρυμμένος πίσω από το ψέμα που χρησιμοποιεί προς κάθε κατεύθυνση και για κάθε λόγο, με απώτερο σκοπό, το να μας υποδουλώσει με την θέλησή μας, εντός της δικής του μωρίας, αφού εκτός από μωρία, τίποτε άλλο δεν έχει να μας προσφέρει.
Από αυτό το σημείο λοιπόν ξεκινούν όλα. Από την δική του απομάκρυνση δηλαδή, μέσα από το Θεϊκό περιβάλλον που ζούσε πριν. Αν το είχαμε σπουδάσει σωστά αυτό κι αν όπως έπρεπε το είχαμε εμπεδώσει στην πράξη ως μαθητές, τώρα θα λέγαμε άλλα και πολύ πιο χρήσιμα από αυτό ως γιατροί και δάσκαλοι μαζί.
Με το να μη μας το διδάξουν αυτό όμως οι προγενέστεροι δάσκαλοι, με το να μην ασχοληθούμε καθόλου εμείς με την διδαχή του, βήμα δεν κάναμε προς τα εμπρός ως κοινωνία ανθρώπων, από τον Θεό προερχόμενοι όπως είπαμε.
Ακόμη εκεί δηλαδή βρισκόμαστε, στην μωρία που διάλεξε να ακολουθήσει αυτός, ο αποσκιρτήσας από το Θεϊκό περιβάλλον διάβολος δηλαδή και με τόση μανία στις ενέργειές του, ακόμη επιμένει πώς να υποδουλώσει όλους τους ανθρώπους κάτω από την δική του διαχείριση.
Και για να ολοκληρώσει τον σκοπό του, το αυτονόητο κάνει. Μονίμως συγκεντρώνει γύρο του, όσους από τους ανθρώπους βρίσκει πρόχειρους κι εμπαθείς να τον ακολουθήσουν κατά διαστήματα, οι οποίοι βέβαια, ευχαρίστως δέχονται να τον βοηθήσουν.
Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως, ενταχθήκαμε κι εμείς και μάλιστα με την θέλησή μας χωρίς να το καταλάβουμε, πότε ως μαθητές, πότε ως γιατροί και πότε ως δάσκαλοι με την γενική έννοια του όρου πάντα, γιατί πιστέψαμε κι ακόμη πιστεύουμε τα ψέματά του, μη μπορώντας να διακρίνουμε ανάμεσα σ’ αυτά που μας συμβαίνουν, την υπάρχουσα αλήθεια.
Αν αναζητούσαμε όμως την αλήθεια, δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να αντιμετωπίσουμε τον ψεύτη, όπως και τα ψέματα που αυτός μας πασάρει. Τα οποία βέβαια, απαίδευτοι εμείς τα επιλέγουμε ως αλήθειες. Όπως και σκόπιμα το κάνουμε πολλές φορές, επηρεασμένοι κι εμείς από τις δικές του διδαχές και υποδείξεις, προκειμένου να ζούμε όπως μας βολεύει κι όπως μάθαμε από τον απατεώνα δασκάλου μας.
Θα μπορούσαμε βέβαια να τον παρακάμψουμε αν θέλαμε όπως και να γυρίσουμε το παιχνίδι με το μέρος μας, ώστε να ζούμε ως πρέπει. Έτσι όπως καταντήσαμε όμως, δεν μπορούμε να το κάνουμε τώρα, γιατί δεν θέλουνε να δεχθούμε ότι υπάρχουν κανόνες που πρέπει να ακολουθούμε ως βάση για ένα τέτοιον σκοπό.
Ο απατεώνας δάσκαλος όμως το ξέρει αυτό, όπως το ξέρουν και οι συνεργάτες του συνάνθρωποί μας. Κι επειδή δουλεύουν μαζί του αυτοί οι δυό εναντίον μας, από πολλά χρόνια πριν φρόντισαν ώστε ποτέ να μην αποκτήσουμε βάσεις, όπως και να μη σπουδάσουμε ποτέ την αλήθεια ως μαθητές, για να μην την εφαρμόσουμε ποτέ στην ζωή μας κι ως γιατροί, όπως και να μην την διδάξουμε στους απογόνους μας ποτέ ως δάσκαλοι.
Οπότε; Θέλοντας και μη, παραμένουμε στην τάξης της μωρίας ακόμη ως μαθητές μετά από τόσα χρόνια, σ’ αυτήν δηλαδή που ο πονηρός επέλεξε για όλους μας κι εμείς δεν κάνουμε τίποτε για να περάσουμε στην επόμενη.
Να σας θυμίσω τώρα κι εκείνο που είπε ο Σωκράτης και τάραξε τότε όλους αυτούς της εποχής του; Αυτούς δηλαδή που και τότε ενεργούσαν με το σκεπτικό της ίδιας τάξης. Δεν έψαχναν να βρουν την αλήθεια δηλαδή στην ζωή τους, ώστε να την ακολουθήσουν όπως είναι, αλλά κι αυτοί όπως εμείς οι συμμαθητές τους στην ίδια τάξη, δεχόταν ως αλήθεια, μόνον αυτήν που ο εγωισμός τους την ενέπνεε.
Ένας είναι ο Θεός τους είπε τότε ο Σωκράτης δηλαδή. Ως αυτοδίδακτος μαθητής, γιατρός και δάσκαλος μαζί, τους το είπε. Και δεν τους το είπε μόνον, αφού και με την ζωή του το υποστήριξε στην συνέχεια.
Τον καταδίκασαν εις θάνατον βέβαια αυτοί που νόμιζαν ότι ήταν δάσκαλοι για όσα είπε, αλλά κι αυτός ως όντως μαθητής της αλήθειας δεν δέχθηκε να αναιρέσει αυτά που τους είπε, όσο κι αν επέμεναν οι μαθητές του να το κάνει, γιατί απλούστατα ήξερε ότι αυτό που τους έλεγε ήταν όντως η αλήθεια.
Αυτοί όμως που όλως περιέργως πάντα βρισκόταν στην θέση του δασκάλου, του γιατρού, του δικαστή και του πολιτικού, ποτέ δεν ήθελαν, αλλά ούτε και τώρα θέλουν οι των ημερών μας δηλαδή να δεχθούν την αλήθεια.
Μαθημένοι δηλαδή να ζουν εγκλωβισμένοι μέσα στο ψέμα που τους κατευθύνει και μεθυσμένοι από τις παροχές που τους εξασφαλίζει ο αρχηγός της ψευτιάς διάβολος και συνεργάτης τους, δεν μπορούν να την δουν πουθενά αλλού, παρά μόνον στον εγωισμό τους.
Ο Σωκράτης βέβαια, δεν έκανε το ίδιο. Εφόσον ήξερε την αλήθεια, δεν θέλησε να την κρύψει από τους ανθρώπους. Την είπε. Θα μπορούσε να γλυτώσει τον θάνατο που του ετοίμασαν, αλλά και δεν το δέχτηκε, γιατί δεν ήθελε να είναι δάσκαλος που δίδασκε και νόμους δεν σεβόταν.
Με την θέλησή του δηλαδή και ήρεμα ήπιε το δηλητήριο που του έδωσαν ως θανατική ποινή, όσο κι αν αυτοί επέμεναν να διαδίδουν προς τους ανθρώπου, ότι έσπερνε με τα λόγια του νέα δαιμόνια, γι’ αυτό και τον δηλητηρίασαν.
Δαιμόνια γινόταν οι ίδιοι με την συμπεριφορά τους χωρίς να το καταλαβαίνουν, επιμένοντας να αρνούνται μανιωδώς την αλήθεια στο βωμό του ψεύδους, συμπεριφορά όμως που και σήμερα βλέπουμε να μας επιβάλλεται από τους των ημερών μας συνεργάτες του διαβόλου και δεν είναι λίγοι.
Εκτός από τον σοφό Σωκράτη κι ο Χριστός μας ήξερε τι θα του προκαλούσαν οι μωροί άνθρωποι κι όμως ήρθε να βοηθήσει όλους μας καλούς και κακούς μαζί, διδάσκοντας την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.
Και τότε λοιπόν, ο εξέχων δάσκαλος Ιωσήφ, δεν μπορούσε να καταλάβει, πώς θα μπορούσε να επιστρέψει στην νηπιακή του ηλικία, προκειμένου να σπουδάσει από την αρχή αυτά που ήξερε, γιατί ήταν ελλειπή ως προς την αλήθεια της ένθεης ζωής.
Αλλά ούτε και το σπουδαίο κατά την άποψή τους ιερατείο της εποχής του Χριστού μπόρεσε να διακρίνει τότε, την αλήθεια που Αυτός τους μετέδιδε. Στηριζόμενοι όμως στον άμετρο εγωισμό τους, τί έκαναν; Έστειλε τον όντως Θεό να σταυρωθεί και ποτέ δεν κατάλαβαν, το μέγεθος της μωρίας που ζούσαν ως δάσκαλοι δήθεν της ένθεης ζωής.
Τίποτε βέβαια δεν τους είπε ο Χριστός μας όπως ξέρουμε. Δέχθηκε υπομονετικά την τιμωρία που του επέβαλαν. Και τί θα έπρεπε να πει άλλωστε σε μωρούς ανθρώπους; Σ’ αυτούς δηλαδή που νόμιζαν ότι κατείχαν την αλήθεια κι έσχιζαν τα ιμάτιά τους μάλιστα ως διαμαρτυρία για όσα νέα άκουγαν και τα θεωρούσαν ψευδή;
Στηριζόμενοι σ’ αυτό που άκουσαν να τους λέει κάποια στιγμή, ότι είναι ο υιός του Θεού βέβαια, έσχιζαν τα ιμάτιά τους και ποτέ δεν υπολόγισαν ότι ήταν αλήθεια. Ως προσβολή κατά του Θεού την υπέλαβαν δήθεν. Αν ήξεραν τι σπούδασαν αυτοί και ήξεραν πώς να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, ποτέ δεν θα έκαναν μια τόσο μεγάλη βλακεία, να σταυρώσουν δηλαδή τον Θεό τους.
Και στις μέρες μας, την ίδια μωρία ακολουθεί το ιερατείο μας. Αντί να στρέψουν τους ανθρώπους στην αλήθεια του Θεού και στην μέριμνά Του δηλαδή, αφού αυτόν αντιπροσωπεύουν ούτως ή άλλως από τις θέσεις που κατέχουν και γεμίζουν από εγωισμό κι έπαρση.
Ή να τους στείλουν στην φοβερά προστασία της Παναγίας μας αν θέλετε, αυτήν δηλαδή που στην πράξη όφειλαν να γνωρίζουν τον ζήλο με τον οποίο Αυτή συμμετοχή στην ζωή των ανθρώπων προκειμένου να τους περισώσει από αμέτρητες σωματικές ψυχικές και πνευματικές αληθινές βλάβες κι όχι ψεύτικες.
Ή έστω στην αξιόπιστη μέριμνα των Αγίων μας να τους στείλουν, οι οποίοι, ένα σωρό σοβαρές θεραπείες και ιατρικές επεμβάσεις κάνουν όταν τους το ζητούν οι άνθρωποι, ή ακόμη και χωρίς να τους το ζητήσουν, οι απαίδευτοι επίσκοποί μας, ως όντως και βεβαιωμένα αρνητές του Χριστού μας, στέλνουν τους ανθρώπους στα εμβολιαστικά κέντρα, υπηρετώντας το ψέμα κι αυτούς που με υποτέλεια ακολουθούν πως να υπερισχύσει το ψέμα επί της Θεϊκής αλήθειας.
Αυτά λοιπόν έχω να σας πω και αλήθεια είναι ότι δεν τα είπα για να κατηγορήσω και μόνο αυτούς, που επιλέγουν να κάνουν ότι τους βολεύει σε κάθε περίπτωση, ή που θέλουν να δέχονται ως αλήθεια αυτήν που αυτοί καταλαβαίνουν προκειμένου να την ακολουθήσουν.
Ούτε και την αδυναμία τους θέλω να κατηγορήσω, να υποτάσσονται δηλαδή σε τεχνικές και υποδείξεις αυτών που αποδεδειγμένα εργάζονται μόνον για την υποδούλωση των ανθρώπων στην διάθεση του διαβόλου.
Να θυμίσω απλώς θέλω προς όλους μας, εμένα, εσάς και όλους τους ανθρώπους δηλαδή, ότι ούτως ή άλλως, του Θεού είναι όλα, φανερά και κρυφά, όπως κι εμείς βέβαια, ως κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό δείγμα Του.
Και μαζί με αυτό που σας είπα, να σας υπενθυμίσω θέλω, ότι με την συμπεριφορά μας μόνον μπορούμε να αποδείξουμε την καταγωγή μας, όπως και τον σκοπό της ύπαρξής μας, γι’ αυτό κι επιβάλλεται να την κατευθύνουμε όπως μας υπέδειξε ο Χριστός μας, για να είμαστε βεβαιωμένα όλοι ίδιοι μεταξύ μας.
Και για να φτάσουμε σ’ αυτήν την κατάσταση, θα πρέπει να εμπιστευτούμε την ζωή μας, τις σκέψεις μας, τις ασθένειές μας, όπως κι ότι άλλο μας απασχολεί καθημερινά και ανά πάσα ώρα, στην πανταχού παρούσα μέριμνά του Θεού.
Και είναι λογική αυτή η προτροπή που σας θυμίζω, γιατί στην αλήθεια στηρίζεται κι ο ίδιος ο Θεός την περιμένει προκειμένου να μας μεταμορφώσει ασφαλώς κι όπως Αυτός ξέρει, σύμφωνους και όμοιους με τα δικά Του δεδομένα.
Σας θυμίζω ακόμη, ότι τίποτε από αυτά που επιχειρούμε μόνοι μας για τα προβλήματα της ζωής μας, χωρίς την συμμετοχή του Θεού δηλαδή, δεν μπορεί να σταθεί εις όφελός μας, όπως κι αν το ονομάζουμε μείς, όσο κι αν επιμένουμε να τα στηρίζουμε με τον εγωισμό μας.
Αυτά λοιπόν είπα στους καλεσμένους μου εκείνη την ώρα και συγνώμη τους ζήτησα για όσα τους φόρτωσα, κλέβοντας χρόνο από την δική τους συνάντηση κι όπως έπρεπε, τους άφησα μόνους επιτέλους να πουν και τα δικά τους.
Δεν το δέχθηκαν βέβαια, αλλά εγώ έκανα αυτό που λογικά δικαιολόγησα κι αφού πλήρωσα τους καφέδες, τους πρότεινα να με καλέσουν πάλι αν ήθελαν να βρεθούμε ξανά και τους υποσχέθηκα να τιμωρήσω τον εαυτό μου, με αρκετές μέρες σιωπής, αφού ήδη τους είπα πάρα πολλά.