Εκείνα τα πολλά προβλήματα υγείας που είχα από παιδί και συνέχιζαν να με ακολουθούν κολλημένα ακόμη επάνω μου σαν στρείδια, με ανάγκαζαν να τρέχω και τότε από γιατρό σε γιατρό, αναζητώντας την λύση, όπως και την λήξη τους.
Από κανένα όμως δεν μπορούσα να απαλλαγώ, γι’ αυτό και στον οδοντίατρο που ήταν δίπλα από την επιχείρηση μας, πέρασα στα δεκαέξι μου χρόνια τρεις γέφυρες, έχοντας τέσσερα δόντια σε κάθε μια από αυτές.
Στον Ω.Ρ.Λ που πήγα για το αναπνευστικό μου πρόβλημα, μου έδωσε να βάζω ένα σπρέι στη μύτη μου, έως ότου πάρω την απόφαση να μου κάνει την επέμβαση όπως έλεγε. Αυτό όμως, έκανε την κατάσταση μου ακόμη χειρότερη, γιατί όταν το χρησιμοποιούσα, ούτε μέρα, αλλά ούτε και νύχτα μπορούσα να αναπνεύσω ελεύθερα.
Για τις χιονίστρες μου δε, κανένας γιατρός δεν ήξερε να μου πει κάτι για το πως θα μπορούσα να τις θεραπεύσω, γι’ αυτό και από ντροπή γι’ αυτές, έκρυβα τα χέρια μου από τους ανθρώπους. Τα έκρυβα εγώ, αλλά όχι πάντα και όχι τότε που έπρεπε να εξυπηρετήσω μ’ εκείνα τα πρησμένα και ματωμένα δάχτυλα των χεριών μου τους πελάτες του καταστήματος μας.
Τους έβλεπα να δυσανασχετούν φανερά μαζί μου και αυτό με έβαζε σε σκέψεις, για το πως και που θα έβρισκα μια δουλειά για τα δικά μου μέτρα και αυτή να είναι τέτοια μάλιστα, που να μην εξαρτάται αλλά ούτε και να επηρεάζεται από τις δικές μου χιονίστρες,
Αφού έπρεπε να βρω μια δουλειά λοιπόν, δικαιολογημένα ρωτούσα τον εαυτό μου να μου πει, πού θα μπορούσα να την αναζητήσω. Όσο και αν τον ρωτούσα όμως, καμιά απάντηση δεν μπορούσε να μου δώσει βλέποντας εκείνα τα πρησμένα από τις χιονίστρες δάχτυλα μου, αφού μαζί τους, καμιά δουλειά δεν μπορούσα να φανταστώ.
Η δυσκολία του να βρω μια δουλειά για μένα λοιπόν, με υποχρέωνε ώστε πολύ συχνά να απευθύνομαι προς τον εαυτό μου, αναζητώντας απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.
Μια μέρα που του έκανα και πάλι το ίδιο ερώτημα όμως, κάποιος άλλος απάντησε αντί για μένα και αυτός έκανε την παρέμβαση του από μέσα μου, λέγοντας ’’παπάς’’ .
Τρόμαξα εγώ όταν άκουσα εκείνη την φωνή που δεν ήταν δική μου, όπως τρόμαξα και για το πως μπορούσε να μιλήσει κάποιος άλλος μέσα από μένα. Βεβαίως και δεν απάντησα εγώ. Και δεν ήταν κάποια φωνή από το υποσυνείδητό μου. Ήταν η φωνή κάποιου ηλικιωμένου ανθρώπου και αυτή ακούστηκε τόσο καθαρά και δυνατά, όπως αν θα ήταν κάποιος μαζί μου σε πολύ μικρό και κλειστό χώρο.
Θορυβήθηκα μπορώ να πω, γιατί αυτό που έγινε, ήταν κάτι πρωτόγνωρο όπως και πρωτάκουστο για μένα. Με τον εαυτό μου πολλές φορές μιλούσα και έλεγα πολλά εξετάζοντας ή μελετώντας κάτι. Αυτό που σας αναφέρω όμως δεν ήταν το ίδιο μ’ αυτό που εσείς κι εγώ ξέρουμε. Δεν έχω λόγια να το περιγράψω και το μόνο που μπορώ να πω για την διαδικασία, είναι ότι μάλλον τίποτε δεν ξέρουμε, για το πως μπορεί κάποιος από το Θείο περιβάλλον να παρέμβει εσωτερικά και μέσα από μας αν χρειαστεί.
Ωστόσο, με παραξένεψε ομολογώ εκείνη η παρέμβαση από όποιον κι αν έγινε, έστω και αν κάτι καλό γι’ αυτόν μου πρότεινε, αλλά επειδή όντως προστατεύομαι όπως πολλές φορές θα το ακούσετε ακόμη να το λέω, καθόλου δεν ανησύχησα για την δική του συμμετοχή στο δικό μου πρόβλημα. Προβληματίστηκα όμως και πιο πολύ προβληματίστηκα για την απάντηση που έδωσε αντί για μένα και αυτός ήταν ο λόγος που την επαναλάμβανα φωναχτά.
– Παπάς; Ποιος εγώ; Εγώ παπάς; Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό κάτι τέτοιο απαντούσα. Εγώ παπάς; Ούτε να ψάλλω ήξερα, ούτε στην εκκλησία πια πήγαινα και μ’ εκείνα τα πρησμένα και σαν ψημένα λουκάνικα δάχτυλα, ποιος θα δεχόταν να κοινωνήσει από μένα; Και πάλι; Πως θα έκανα εγώ κάτι που ποτέ μου δεν το σκέφτηκα; Και προπαντός. Πως θα άντεχα εγώ μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο, όπως ήταν του ιερού της εκκλησίας; Και ύστερα; Μ’ όλα αυτά που άκουγα να λένε γι’ αυτούς τότε οι άνθρωποι και χωρίς να έχω προσωπική γνώμη εγώ για το τι σημαίνει να είναι κανείς παπάς, ούτε και να σκεφτώ δεν ήθελα αυτό το ενδεχόμενο.
Αρνητικά επηρεασμένος λοιπόν, έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου. Αυτό μου έλειπε. Το να γίνω παπάς. Ούτε κουβέντα δεν θέλω να κάνω ξανά γι’ αυτό το θέμα είπα μέσα μου ξανά και το είπα αυτό έτσι, απευθυνόμενος περισσότερο σ’ αυτόν που μου το πρότεινε, πιστεύοντας ακράδαντα πλέον ότι και με άκουγε αφού πριν από λίγο μου μίλησε.
Τον προκάλεσα όπως καταλαβαίνετε, προκειμένου να πετύχω κάποιον διάλογο εκείνη την στιγμή μαζί του, αλλά δεν έπιασε το κόλπο. Κουβέντα δεν είπε και αφού εγώ αρνήθηκα και να εξετάσω την πρόταση που μου έκανε, δικαιολόγησα την σιωπή του.
Πέρασε αρκετός καιρός μετά από εκείνη την ανεξήγητη παρέμβαση κι εγώ ξέχασα το περιστατικό, όπως και το ενδεχόμενο να γίνω παπάς. Το ξέχασα εγώ, αλλά δεν το ξεχνούσε αυτός που μου το πρότεινε, γι’ αυτό και όποτε έκανα κατά διαστήματα στα κρυφά και από όλους μυστικά στον εαυτό μου το ερώτημα. – Μα τι δουλειά θα κάνω επιτέλους;
– Παπάς, απαντούσε αυτός με τον ίδιο τρόπο χωρίς να με ρωτήσει κι εγώ πολύ θύμωνα όταν το άκουγα αυτό, αφού δεν μπορούσα να το δεχθώ ως εργασιακή λύση, αλλά δεν ήθελα και να το κάνω.
Αφού έγινε αυτό κάμποσες φορές όμως, με αγανάκτηση είπα μια μέρα.
– Μα δεν υπάρχει μια δουλειά για μένα και για τα δικά μου μέτρα; Εγώ δεν μπορώ να ικανοποιηθώ ανάμεσα σε τόσες δραστηριότητες που έχει η επιχείρηση μας, είναι δυνατόν να με χορτάσουν οι δραστηριότητες ενός παπά;
Ήμουν αρνητικά επηρεασμένος με τον θεσμό του παπά όπως είπα, αλλά δεν είχα και κάποια προκατάληψη, ούτε και θεωρούσα κακό το να θέλει κάποιος να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Για μένα όμως το έβρισκα λίγο και καθόλου επιθυμητό. Δεν ξέρω γιατί μου έγινε αυτή η πρόταση κι εγώ καθόλου δεν συμφωνούσα με την ιδέα να γίνω παπάς, αλλά δεν έβρισκα και τι άλλο θα μπορούσα να κάνω ευχαρίστως ως εργαζόμενος, γι’ αυτό και με αναστάτωνε αυτό το κενό όπως καταλαβαίνετε.
Εξαιτίας αυτού λοιπόν, πουθενά δεν έβρισκα ησυχία. Ούτε όταν ήμουν στο σχολείο. Ούτε όταν ήμουν στο σπίτι. Ούτε στην δουλειά. Ούτε και στην συναναστροφή μου με τους συνομηλίκους μου, αλλά ούτε και με τους ηλικιωμένους φίλους μου, αφού και τέτοιους είχα επιδιώκοντας την ολοκλήρωση μου ως άνθρωπος.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που αν και είχα τόσες πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους παρέες, εγώ έκανα πιο πολύ παρέα μόνος με τον εαυτό μου, όχι γιατί μου άρεσε η μοναξιά, αλλά γιατί τίποτε δεν μου ήταν αρκετό.
Στον φίλο μου όμως που ήταν φοιτητής και σπούδαζε μηχανικός, του άρεσε πολύ να μένει μόνος. Αν δεν πήγαινα εγώ να τον βγάλω έξω από το σπίτι του έστω και για μια βόλτα, αυτός δεν θα έβγαινε από εκεί μόνος του, ούτε και μια φορά τον χρόνο.
Ωστόσο και εγώ έμενα και μάλιστα πολλές ώρες μόνος μου, γιατί όταν ήμουν μόνος, είχα αρκετό χρόνο στην διάθεση μου προκειμένου να βρω ψάχνοντας, τον πραγματικό λόγο που υπάρχω στην ζωή ως άνθρωπος.
Όταν όμως ανάγκαζα τον εαυτό μου να συνυπάρχει με τους φίλους μου, ένιωθα πολύ μεγάλο κενό, γιατί σε αντίθεση με μένα αυτοί ζούσαν όπως ήθελαν, ή όπως μπορούσαν, ή όπως νόμιζαν ότι πρέπει, ή γιατί έτσι τους άρεσε να ζουν.
Μια μέρα λοιπόν που έκανα βόλτα σε κάποιον από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης μας, έτσι γιατί μου άρεσε να περπατώ στα πεζοδρόμια, έφτασα σε ένα σημείο που ο δρόμος επέτρεπε να υπάρχει ένα παγκάκι σε μια γωνιά, πάνω στο οποίο είδα να κάθετε μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Μόλις με είδε αυτή, μου έκανε νόημα να την πλησιάσω, θέλοντας προφανώς να ρωτήσει κάτι όπως κατάλαβα. Δέχτηκα να την ακούσω, γι’ αυτό και την πλησίασα, αποφασισμένος να της φανώ χρήσιμος. Σηκώθηκε αυτή από το παγκάκι και αφού στάθηκε μπροστά μου, έμεινε εκεί να με κοιτά χωρίς να λέει τίποτε.
Περιμένοντας να μου μιλήσει, αφού αυτή με κάλεσε, είδα ότι κι εκείνη η ηλικιωμένη γυναίκα, είχε τα ίδια χαρακτηριστικά μάτια που είχαν και οι προηγούμενες που συνάντησα και αυτά πια, όντως μπορούσα να τα διακρίνω, όπου και όπως κι αν μου παρουσιάζονταν.
Είχα ξεχάσει τελείως τις επισκέψεις που δεχόμουν από αγνώστους χωρίς να το επιδιώκω, γι’ αυτό και έμεινα να κοιτώ με απορία κείνη την γυναίκα, σκεπτόμενος το πως θα μπορούσα να τους ανταποδώσω κι εγώ κάποια επίσκεψη, αφού ούτε ποιοι ήταν ήξερα, ούτε που έμεναν, αλλά ούτε και κουβέντες έκαναν ώστε να μιλήσω τουλάχιστον μαζί τους.
Ενώ λοιπόν στεκόμουν προβληματισμένος μπροστά της, έφυγε αυτή από κει χωρίς να πει κουβέντα και αφού απομακρύνθηκε λίγο, γύρισε και με ξανακοίταξε σαν να ήθελε να μου πει κάτι. Τίποτε δεν μου είπε όμως και στρίβοντας στην γωνία του δρόμου, εξαφανίστηκε.
Αφού δεν μπορούσα να βγάλω άκρη με αυτούς τους ανθρώπους, όπως και με τις χωρίς κουβέντα επισκέψεις τους, συνέχισα και εγώ τον περίπατό μου, σαν να μην συνέβη τίποτε. Σκεπτόμουν όμως, ότι όπως τους ξέχασα αυτούς, έτσι ξέχασα και το ότι είχα κάποτε και μνήμη Θεού, την οποία αφού ξέχασα, ή με ξέχασε αυτή, ποτέ μου δεν την αναζήτησα.
Ωστόσο παρέμενα πάντα εδραιωμένος και λογικά πιστός, αναγνωρίζοντας ότι εγώ τουλάχιστον, έχω πολλές ευθύνες και πολλές υποχρεώσεις προς τον Θεό, για όσα Αυτός μου επιτρέπει να ζω.
Αυτές λοιπόν οι υποχρεώσεις, με παρότρυναν τότε, ώστε να ζω από εκεί και μετά, αυστηρά ελεγχόμενος από την συνείδηση μου. Δεν έκαναν όμως το ίδιο και οι άλλοι άνθρωποι που ζούσαν στον περίγυρο μου όπως είπα, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούμε, αφού δεν μπορούσα να συνυπάρχω μαζί τους, χωρίς αυτό να μου δημιουργεί προβλήματα. Ενώ αυτοί ζούσαν ελεύθερα δηλαδή και όπως ήθελαν, εγώ επέβαλα στον εαυτό μου να ζει κρυφά και φανερά ελεγχόμενος από συνείδηση, ως προϋπόθεση ανθρώπου που θέλει να ζει με τον Θεό.
Για να επανέλθω όμως στην αφήγηση μου, μετακομίσαμε μετά από λίγο καιρό από το σπίτι που νοικιάζαμε και όπως ήταν στο πρόγραμμα, πήγαμε να μείνουμε σε άλλη γειτονιά και στο δικό μας σπίτι. Ήταν εύκολο για μένα να εγκλιματιστώ εκεί, αφού έκανα αμέσως παρέα μου τα πολλά παιδιά της νέας γειτονιάς, πού τότε έπαιζαν ανενόχλητα στον δρόμο.
Είχε και πολλά κορίτσια εκεί και αυτό βοήθησε την αδελφή μου, ώστε να κάνει φιλίες με τις συνομήλικες της. Στην ίδια περίοδο, έκανα παρέα και με έναν συμμαθητή μου, που τότε ήταν αναγνωρισμένος αθλητής και αγωνιζόταν ως δισκοβόλος. Με πήρε μαζί του μια μέρα αυτός και πήγαμε στα γραφεία της ομάδας για την οποία αγωνιζόταν, όπου και αφού με εξέτασε ο προπονητής τους, με έγραψαν ως αθλητή τους, προκειμένου να αγωνίζομαι ως σπρίντερ και στο άθλημα των εκατό μέτρων.
Ήμουν μεγάλος για πρώτη επαφή με τον αθλητισμό, ωστόσο όμως, με δέχθηκαν οι υπεύθυνοι και αμέσως σχεδόν άρχισα να κάνω μαζί τους τις απαραίτητες προπονήσεις. Αυτές δε, τις κάναμε πότε σε κλειστό και πότε σε ανοικτό γήπεδο.
Έτρεχα και γυμναζόμουν αρκετές ώρες κάθε απόγευμα στο γήπεδο μαζί με τον συμμαθητή μου και όπως ήταν επόμενο, περίμενα να δω το πότε θα ήθελαν να δοκιμάσουν τις δυνατότητές μου οι προπονητές μας, σε κάποιον από τους επίσημους αγώνες για την ομάδας μας.
Μέχρι που να γίνει αυτό όμως και μέχρι να τελειώσει η σχολική περίοδος εκείνης της χρονιάς, ακολουθούσα τις προπονήσεις μου κατά γράμμα και σύμφωνα με τον ρυθμό που οι προπονητές μου επέβαλαν.
Ήμουν πολύ ευχαριστημένος με την εγγραφή που έκανα ως αθλητής, γιατί έτσι βρήκα επιτέλους τον τρόπο να εξασκώ και το σώμα μου, γιατί το ένιωθα να μαραζώνει από την πολύ αδράνεια.
Μιχάλης Αλταλίκης