Λόγω των πολλαπλών διασυνδέσεων μου με το διεθνές εμπόριο, πολλές φορές πήγαινα να διαπραγματευτώ εγώ αντί των πελατών μου υποθέσεις που τους αφορούσαν κι αυτό το έκανα πότε εντός και πότε εκτός της χώρας. Τις περισσότερες φορές βέβαια, πελάτες μας ήταν και οι δυο προς διαπραγμάτευση πλευρές κι επειδή έχαιρα της εμπιστοσύνης τους, λογικά πια κι από κοινού μου επέτρεπαν να κάνω κάτι τόσο προσωπικό.
Κι αφού μου επέτρεπαν να είμαι και γνώστης των αναγκών τους στην συνέχεια, επίσης λογικά μου ανέθεταν ακόμη και την εντολή να υπογράψω εγώ για λογαριασμό τους, τις μεταξύ τους συμφωνίες. Τον Σεπτέμβριο μήνα εκείνης της χρονιάς λοιπόν, ήρθε στο γραφείο μου και μια ομάδα ανθρώπων από την παλιά Σερβία, προκειμένου να μου δείξουν τα προϊόντα ενός εκ των εργοστασίων τους.
Στην συνέχεια όμως, μου ζήτησαν να τους τα παρουσιάσω εγώ στην δική μας αγορά και να το κάνω αυτό μάλιστα, σε όσους εγώ λόγω θέσεως γνώριζα, ότι θα μπορούσαν ενδεχομένως να τους ενδιαφέρουν. Τους έκανα κι άλλες φορές παρόμοια εκδούλευση και βεβαιωμένοι πια αυτοί ότι μαζί μου δεν θα σπαταλούσαν άσκοπα το χρόνο τους, ψάχνοντας στο άγνωστο κι από μόνοι τους, που θα μπορούσαν να βρουν επιχειρηματίες που να ενδιαφέρονται για τα προϊόντα τους, ανεπιφύλαχτα μου έκαναν εκείνη την επίσκεψη.
Εγώ βέβαια εργαζόμενος σε εταιρεία διεθνών μεταφορών ήμουν τότε και το μόνο που θα μπορούσε να με ενδιαφέρει από μια τέτοια συναλλαγή ήταν το μεταφορικό έργο που πιθανόν θα τους προέκειπτε. Στην δική τους περίπτωση όμως, καμιά δική μας ανάμιξη δεν μπορούσε να υπάρξει, λόγω του ότι η Σερβία ήταν τρίτη χώρα κι ως τέτοια, έκανε μόνον κρατικές μεταφορές. Αν έκανα λοιπόν αυτό που μου ζητούσαν, δεν θα είχα κανένα επαγγελματικό ενδιαφέρον που να με ωθεί προς το να συναινέσω στο αίτημα τους, αλλά κι εύκολο μου ήταν να τους αποπέμψω.
Παρατηρώντας όμως το πληροφοριακό υλικό που μου έφεραν, πρόσεξα ανάμεσα στα ένθετα τους και την ύπαρξη ενός προϊόντος μαζί με τα υπόλοιπα, για το οποίο ήξερα ότι ενδιαφερόταν ο νεαρός βιομήχανος. Το ήθελε αυτό όπως ήξερα, ως δεύτερη εναλλακτική λύση, δεδομένου ότι είχε αναλάβει μια πολύ μεγάλη δουλειά τότε και δεν ήθελε να στηρίζεται στις δυνατότητες ενός και μόνον προμηθευτή, μη τυχόν και του δήλωνε αυτός κάποια ξαφνική αδυναμία ανταπόκρισης και τότε θα είχε να αντιμετωπίσει πολύ μεγάλο πρόβλημα.
Αφού λοιπόν μου επέτρεψαν οι Σέρβοι το δικαίωμα, να ενδιαφερθώ για τα προϊόντα τους, επισκέφτηκα γι’ αυτό το σκοπό μετά από λίγες μέρες τον νεαρό, αλλά και πλήρως καταρτισμένο βιομήχανο. Αυτόν δηλαδή που κληρονόμησε την βιομηχανία από τον πατέρα του, όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα.
Του έδειξα λοιπόν το συγκεκριμένο προϊόν κι όπως ήταν λογικό, του ζήτησα να το μελετήσει με προσοχή, αλλά και να μου πει αν ήθελε, τι να κάνω αν έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον στις προδιαγραφές που διέθετε. Οι διευθύνσεις, όπως και τα τηλέφωνα εκείνης της Σέρβικης ομάδας ήταν στα χέρια του, ο πότε θα μπορούσε κι από μόνος του να έρθει σε επαφή μαζί τους αν ήθελε και είχε κάθε δυνατότητα να το κάνει.
Αυτός όμως, με κάλεσε στο γραφείο του μετά από λίγο καιρό, όπου και μου ανάφερε μεν το ενδιαφέρον του για το συγκεκριμένο προϊόν, αλλά και μου ζητούσε να κάνω εγώ την μεταξύ τους διαπραγμάτευση. Κι όχι μόνον αυτό μου ζητούσε, αλλά και να χειριστώ εγώ αντί αυτού το θέμα του, μέχρι που να του το φέρω σε σημείο υπογραφής συμβολαίων, δεδομένου ότι αυτός είχε να διεκπεραιώσει εκείνο το διάστημα μια άλλη και πολύ ποιο σημαντική γι’ αυτόν υπόθεση.
Δέχτηκα το αίτημα του, αφού βεβαίως και ήξερα τις υποχρεώσεις του, γι’ αυτό και πράγματι έκανα και μάλιστα από τα δικά μας γραφεία την σχετική διαπραγμάτευση με τους Σέρβους. Το θέμα άλλωστε, δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα, αλλά ούτε και μεγάλος κόπος ήταν, αφού όλα ήταν καθαρά διατυπωμένα, ως προς τις προδιαγραφές του προϊόντος, αλλά κι ως προς τις δυνατότητες της παραγωγής του.
Αυτό βέβαια ήταν και το σημαντικότερο, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις που έπρεπε να καλύψουν οι προμηθευτές του συγκεκριμένου προϊόντος, ήταν πολύ μεγάλες
Ως πρώτη επιλογή λύσης βέβαια, επέλεξε ο νεαρός βιομήχανος να συνεργαστεί με μια αρκετά μεγάλη Ελληνική βιομηχανία, οι αρμόδιοι της οποίας όμως του δήλωνα φόρτο παραγωγής κι αυτό ακριβώς ήταν που τον έκανε να διστάζει κάπως την υπογραφή συμφωνίας μαζί τους. Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που τον υποχρέωνε να βλέπει και την εναλλακτική έστω λύση, με την συμμετοχή της Σέρβικης βιομηχανίας στο πρόβλημα του, δεδομένου ότι αυτοί είχαν απεριόριστες δυνατότητες.
Η ύπαρξη μιας μικρής διαφοροποίησης στην τιμή που ζητούσε ο νεαρός, από αυτήν που οι Σέρβοι του προσέφεραν το προϊόν τους, ήταν κάτι που μπορούσε να διευθετηθεί, οπότε και προχώρησα αρκετά την μεταξύ τους διαπραγμάτευση μετά από λίγο καιρό. Όταν λοιπόν ήταν όλα σαφώς διατυπωμένα, πήρα την αλληλογραφία στα χέρια μου και την πήγα στον νεαρό βιομήχανο, ο οποίος και την μελέτησε με πολύ προσοχή.
Στην συνέχεια, έκανε κι αυτός κι από τα δικά του γραφεία και με τα δικά του έντυπα πια την αναφορά του, στην οποία και δήλωνε προς τους Σέρβους ότι θα έκανε την αποδοχή της συμφωνίας τους, μόνον αν μπορούσαν αυτοί να αποδεχτούν την οριστική τιμή των 19 σεντς ανά τεμάχιο, παραδοτέα στην Θεσσαλονίκη και στο εργοστάσιο του. Απάντησαν θετικά αυτοί, οπότε ο νεαρός βιομήχανος ζήτησε να του κάνω την χάρη και να πάω εγώ αντ’ αυτού στο εν λόγω εργοστάσιο και με μια εξουσιοδότηση που μου έδωσε στα χέρια, μπορούσα να υπογράψω εγώ την μεταξύ τους σύμβαση.
Αφού του υποσχέθηκα ότι θα το έκανα, ζήτησε στην συνέχεια από τους Σέρβους να του απαντήσουν εγγράφως, αν μπορούσαν να δεχθούν μια αντ’ αυτού συνάντηση μαζί μου, όπως και την υπογραφή των συμβολαίων τους με την σφραγίδα που θα μου διέθετα, γιατί όπως εξηγούσε και σ’ αυτούς, πολύ σοβαροί λόγοι δεν του επέτρεπαν να φύγει από την έδρα του.
Δέχτηκαν αυτοί το αίτημα του κι αφού γραπτώς του το βεβαίωσαν αυτό, όντως και πήγα με την έγκριση του να συναντήσω τους Σέρβους στα Σκόπια, συνοδευόμενος από κάποιον δικό τους άνθρωπο, ο οποίος θα έκανε εκεί χρέη διερμηνέα. Η δουλειά μου άλλωστε ήταν ήδη τελειωμένη εφόσον συμφωνήσαμε σε όλα και το μόνο που είχα να κάνω εκεί, ήταν απλώς και μόνον να υπογράψω την μεταξύ τους σύμβαση.
Όταν φτάσαμε στον προορισμό μας και συναντηθήκαμε εκεί με τους διευθυντές του εργοστασίου, με οδήγησαν αυτοί πρωτίστως στους χώρους παραγωγής τους κι αμέσως με παρουσίασαν στα γραφεία τους, όπου και υπέγραψαν αυτοί πρώτοι την οριοθετημένη πια σύμβαση, ευχαριστημένοι βεβαίως από το αποτέλεσμα που τους προέκυψε και μάλιστα ανέξοδα και χωρείς κανένα κόπο.
Κι εφόσον στα επίσημα έγραφα τους, ήταν όλα διατυπωμένα έτσι κι όπως ακριβώς ήταν και στα πρόχειρα που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι δύο πλευρές με νούμερα και προδιαγραφές, υπέγραψα κι εγώ με την σειρά μου αντ’ αυτού, αφού τους έδειξα και την εξουσιοδότηση που είχα στα χέρια μου.
Μετά από την τοποθέτηση των υπογραφών μας, θέλησαν αυτοί να μου κάνουν και το τραπέζι όπως το συνήθιζαν, γι’ αυτό κι όταν ήρθε η ώρα του φαγητού, ήρθε να καθίσει στο τραπέζι μας τελευταίος κι ένας ηλικιωμένος κύριος. Μου τον παρουσίασαν αυτόν ως πρόεδρο του εμπορικού γραφείου που μεσολαβούσε κι αφού του διάβασαν την ήδη υπογεγραμμένη σύμβαση κι ενημερώθηκε κι αυτός για τα σχετικά με την συνδιαλλαγή μας, αρχίσαμε να τρώμε.
Την ώρα του φαγητού μας όμως, ζήτησε ο πρόεδρος να του εξηγήσω εγώ, γιατί δεν ήρθε ο άμεσα ενδιαφερόμενος εκεί και γιατί έστειλε εμένα να υπογράψω αντ’ αυτού. Αφού λοιπόν μου ζητούσε εξηγήσεις αυτός, υποχρεώθηκα κι εγώ να του τις απαντήσω κι αυτά του έλεγα στα γρήγορα.
– Ο άμεσα ενδιαφερόμενος είναι πολύ απασχολημένος αυτό το διάστημα δεδομένου ότι είχε να αντιμετωπίσει πολύ πιο σοβαρό θέμα απ’ αυτό κι επειδή μου έχει αμέριστη εμπιστοσύνη, ζήτησε να τον διευκολύνω και να υπογράψω εγώ αντί αυτού.
Αλώστε, αυτά που υπογράψαμε, είναι όλα επακριβώς διατυπωμένα στην μεταξύ σας σύμβαση και είναι όλα έτσι γραμμένα όπως ο μελλοντικός σας πελάτης το ζήτησε κι όπως ακριβός οι άνθρωποι του εργοστασίου σας το ανέφεραν πριν από λύγο.
Επειδή και δικός μου πελάτης είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος να γίνει πελάτης σας, δεν μπορούσα να αρνηθώ το αίτημα του, γι’ αυτό και ήρθα εγώ να τον αναπληρώσω, πράγμα βέβαια που ήξεραν οι διευθυντές σας.
Τελειώνοντας τον δικό μου λόγο, επενέβησαν και οι δικοί του διευθυντές, ένας εκ των οποίων σηκώθηκε από την καρέκλα του και του έλεγε κάτι παρόμοιο.
– Το ίδιο ακριβώς, κάναμε κι εμείς. Στον συγκεκριμένο πελάτη πήγαμε πολλές φορές, αλλά δεν καταφέραμε ποτέ να τον δούμε. Αυτός ο νεαρός που είναι ο μεταφορέας του πελάτη, έκανε για μας όσα δεν μπορέσαμε εμείς, γι’ αυτό κι ευχαρίστως δεχτήκαμε την αντ’ αυτού υπογραφή του.
Τελειώνοντας κι αυτός τον λόγο του, κάθισε στην θέση του, αλλά εκείνος ο ηλικιωμένος κύριος έδειχνε κάπως προβληματισμένος και χωρείς να καταλάβω τον λόγο, άρχισε να μαλώνει τους ανθρώπους του εργοστασίου.
Δεν μπορούσα να ξέρω αν το έκανε σκόπιμα αυτό ή όχι, αλλά βάζοντας τους τις φωνές, τους ζητούσε να αναιρέσουν την σύμβαση, γιατί όπως τους έλεγε, κάτι δεν του άρεσε από αυτά που άκουσε εγώ να τους λέω.
– Εγώ άκουσα αυτόν τον κύριο να αναφέρει τιμή ανά κιλό πριν από λίγο στις μεταξύ σας κουβέντες κι εσείς υπογράψατε μαζί του τιμή ανά τεμάχιο. Πως λοιπόν να το αφήσω αυτό απαρατήρητο; Πάρτε πίσω το θέμα και να πάμε ξανά στην Θεσσαλονίκη κι εκεί να μιλήσουμε οι ίδιοι με τον ενδιαφερόμενο.
Αναστατώθηκαν οι άνθρωποι με όσα τους προέκυψαν και πράγματι έδειχναν να μην ξέρουν πια τι έπρεπε να κάνουν. Προκειμένου να τους επαναφέρω στην ηρεμία όμως, πάλι πήρα τον λόγο κι έλεγα τα αυτονόητα στον ηλικιωμένο κύριο, αλλά και προς τους υπόλοιπους.
– Πράγματι κι έκανα εγώ ένα φραστικό λάθος αναφερόμενος στην τιμή του προϊόντος, το οποίο μου προέκυψε εκ της ιδιότητος μου, αφού μεταφορέας είμαι και σε μας όλα με τα κιλά υπολογίζονται. Αλλά πως μπορεί να σας προβληματίζει αυτό, αφού η τιμή του προϊόντος σας είναι από καιρού πριν διαμορφωμένη και εγγράφως προσδιορισμένη ως τιμή ανά τεμάχιο, η οποία μάλιστα αναφέρεται και στα συμβόλαια σας.
Άσχετα λοιπόν με το τι είπα ή δεν είπα εγώ το πρωί στα προφορικά, στα γραπτά σας είναι πολλές φορές και με μεγάλα γράμματα διατυπωμένο, όπως και σε όλη την μεταξύ σας αλληλογραφία άλλωστε, ότι η τιμή ανά τεμάχιο, προσδιορίζεται στα 19 σεντς του δολαρίου και με βάση αυτής της τιμής συμφώνησε και ο ενδιαφερόμενος να τα εισάγει.
Σε καμιά των περιπτώσεων όμως, δεν θα μπορούσε να είναι τιμή ανά κιλό, γιατί αυτά τα προϊόντα είναι βαριά και γύρω στα τέσσερα κιλά το καθένα. Αλλά και πουθενά στον κόσμο δεν πωλούνται αυτά με το κιλό. Με το τεμάχιο πωλούνται. Πως λοιπόν τώρα σας προέκυψε αυτό δίλημμα;
Συμφωνούσαν μαζί μου οι υπόλοιποι, αλλά ο ηλικιωμένος πρόεδρος επέμενε να διαφωνεί, γι’ αυτό κι απαίτησε την ακύρωση της συμφωνίας μας. Δεν ξέρω τι έβαλε με το μυαλό του αυτός, ή τι υπολόγιζε χωρίς τον ξενοδόχο, αλλά όντως και δεν τους επέτρεψε να κάνουν την πώληση με την τιμή που το ζητούσε ο πελάτης τους κι εφόσον έληξε άδοξα η δική μου συμμετοχή σε μια δουλειά που δεν ήταν και δική μου, επέστρεψα στην έδρα μου.
Την επομένη της επιστροφής μου βέβαια, πήγα κι ενημέρωσα τον πελάτη μου για όλα όσα έγιναν εκεί με τον ηλικιωμένο πρόεδρο κι όπως ήταν λογικό, τον άφησα να αποφασίσει αυτός κι από μόνος του για το τι θα ήθελε να κάνει στην συνέχεια με το συγκεκριμένο προϊόν. Αφού άκουσε αυτός όσα του ανέφερα, αμέσως σχεδόν κάλεσε κάποιον από το τηλέφωνο του κι αυτά του έλεγε μπροστά μου.
– Είμαι σύμφωνος με όλα όσα μου αναφέρετε στην προσφορά σας, ελάτε σήμερα κιόλας να υπογράψουμε την μεταξύ μας σύμβαση, ώστε κι από αύριο ακόμη αν μπορείτε, να προχωρήσετε στην παραγωγή του προϊόντος που συζητάμε.
Μόλις έκλεισε την γραμμή του τηλεφώνου του, έλεγε σε μένα αρκετά πειραγμένος από την συμπεριφορά εκείνου του Σκοπιανού διευθυντού.
– Όπως πολύ καλά κατάλαβες, ήμουν έτοιμος για όλα όσα θα μπορούσαν να μας προκύψουν. Θα προτιμούσα το δικό τους είναι αλήθεια, αλλά και με το εγχώριο δεν θα έχω τελικά πρόβλημα με την ποσότητα που τους ζητώ, όπως μου το διαβεβαίωσαν. Οπότε? Δεν είμαι εγώ αυτός που θα χάσει, αλλά αυτοί.
Μετά από όσα κουβεντιάσαμε εκεί, έφυγα στεναχωρημένος εγώ από το γραφείο του αφού δεν μπόρεσα να του φανώ χρήσιμος, όσο κι αν αυτός προσπαθούσε να με καθησυχάσει. Δεν πέρασε ούτε μια εβδομάδα όμως από τότε και ήρθαν πάλι οι Σέρβοι στο γραφείο μου ένα πρωινό κι αυτοί ήταν καμιά δεκαριά όλοι μαζί, προεξάρχοντος βέβαια του ηλικιωμένου προέδρου.
Δεν χάρηκα είναι αλήθεια όταν τους είδα μπροστά μου, όπως και δεν τους καλοδέχτηκα στην συνέχεια, δεδομένου ότι ούτε εμένα σεβάστηκαν, ούτε τον κόπο μου, ούτε και την προσπάθεια μου να τους δώσω μια έτυμη δουλειά στα χέρια και μάλιστα χωρίς να κάνουν αυτοί το παραμικρό. Κι όχι μόνον δεν τους καλοδέχτηκα, αλλά και τους έδιωξα με την συμπεριφορά μου, τονίζοντας τους μόνον τα αυτονόητα.
– Τον δικό μου πελάτη θέλησα να εξυπηρετήσω, με την μεσολάβηση μου στην δική σας υπόθεση κι αν κάνατε κάποια δουλειά μαζί του, εσείς θα χαιρόσασταν, όπως κι ο πελάτης μου. Αυτός δε, θα ήταν ευχαριστημένος από την συμπαράσταση που δέχτηκα να του προσφέρω κι έτσι όλα θα ήταν καλά. Έτσι όπως τα κάνατε όμως, εγώ δεν έχω κανένα λόγο που να με υποχρεώνει να σας δέχομαι στο γραφείο μου. Γι’ αυτό σας παρακαλώ να φύγετε.
Αυτά τους είπα και τους έδιωξα ως αχάριστους θα έλεγα και δεν ξέρω τι κατάλαβαν από όσα άκουσαν, γιατί έφυγαν μεν από το γραφείο μου, αλλά πήγαν από μόνοι τους στο εργοστάσιο του νεαρού βιομηχάνου, όπου και πάλι ζήτησαν να μιλήσουν απ’ ευθείας μαζί του για το προσωπικό τους θέμα.
Αυτός όμως, δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον για το δικό τους προϊόν, οπότε τους πληροφόρησε μέσω της γραμματέως του, ότι ήταν πολύ απασχολημένος κι ότι ήταν καλύτερα γι’ αυτούς, να μιλήσουν μαζί μου για όσα θα ήθελαν να του πουν.
Έφυγαν απογοητευμένοι βέβαια αυτοί από τον παραλίγο πελάτη τους, αλλά και καθόλου δεν πτοήθηκαν από την αρνητική τους επίσκεψη όπως φάνηκε αργότερα. Αντιθέτως, εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί σε ένα ξενοδοχείο της πόλης μας κι αφού έμειναν ένα μήνα περίπου σ’ αυτό, έκαναν πολλές κι επανειλημμένες προσπάθειες στην συνέχεια, προκειμένου να πετύχουν έστω και μία συνάντηση με τον νεαρό βιομήχανο.
Κι αφού έκαναν κι εγώ δεν ξέρω πόσα έξοδα σ’ αυτό το διάστημα, αποφάσισαν στο τέλος ότι μάλλον έπρεπε να με επισκεφτούν για δεύτερη φορά, οπότε και τους είδα ένα πρωινό όλους μαζί πάλι να μπαίνουν στο προσωπικό μου γραφείο. Τα έχασα όπως καταλαβαίνετε όταν τους είδα για δεύτερη φορά μπροστά μου και μάλιστα μετά από ένα μήνα, αλλά κι απόρησα από όσα άκουσα να μου εξηγούν για τις απέλπιδες προσπάθειες τους, να επαναφέρουν το θέμα τους προς συζήτηση, αφού από όσα ήξερα εγώ αυτό είχε λήξει.
Κι όχι μόνον είχε λήξει, αλλά και τα πάντα είχαν δρομολογηθεί με την συμμετοχή της Ελληνικής βιομηχανίας κι ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να γίνει καμιά συναλλαγή μαζί τους, έστω κι αν του προσέφεραν το προϊόν τους στην μισή τιμή, από αυτήν που του είχαν κάνει τότε, όταν υπέγραψα τα μεταξύ τους συμβόλαια.
Ως τόσο όμως, κάτι μου έλεγαν για τον λόγο που τους έφερε και πάλι στο γραφείο μου, αλλά κι αυτό με στιλ καρδιναλίου το έκαναν, νομίζοντας προφανώς ότι κάποιοι ήταν, κριμένοι πίσω από το όντως πολύ μεγάλο εργοστασιακό τους συγκρότημα.
– Εξετάσαμε και πάλι το θέμα που σας αφορά και ήρθαμε να πούμε προς τον πελάτη σας, ότι μπορούμε να του προσφέρουμε το δικό μας προϊόν με 32 σεντς ανά τεμάχιο και μάλιστα, παραδοτέο εδώ στην Θεσσαλονίκη. Αυτός όμως μας αγνόησε κι ακόμη επιμένει να μη μας δέχεται στο γραφείο του, προφασιζόμενος φόρτο εργασίας. Κι αφού μας είπε να μιλήσουμε μαζί σου γι’ αυτό το θέμα, ήρθαμε να το ξανακουβεντιάσουμε.
Τους άκουγα βέβαια, αλλά και σκεφτόμουν ότι τα χαζά που έκαναν, δεν είχαν τελειωμό. Χάλασαν τότε μια τόσο σίγουρη και πολύ μεγάλη δουλειά για το συγκρότημα τους κι ανημέρωτοι καθώς ήταν ως πωλητές, ήρθαν μετά από ένα μήνα να διπλασιάσουν σχεδόν την προσφορά τους και είχαν την ελπίδα να βρουν ανταπόκριση, αγνοώντας αν υπήρχε ανταγωνιστής ή όχι ανάμεσα σ’ αυτούς και στον ενδιαφερόμενο.
Ήρθαν δηλαδή δέκα άτομα να επαναδιαπραγματευθούν αυτό που έχασαν και δεν το κατάλαβαν και γι’ αυτό το σκοπό, χρειάστηκε να μείνουν ένα ολόκληρο μήνα σε ξενοδοχείο μιας άλλης χώρας. Στεναχωρήθηκα βέβαια με την αποτυχημένη τους προσπάθεια, αλλά και συγχίστηκα με την χαζή πολιτική πωλήσεων που εφάρμοζαν, εξαιτίας της οποίας κι έχασαν μια τόσο σημαντική πώληση.
Και θύμωσα θα έλεγα μαζί τους, γιατί εκείνοι οι κατά φαντασίαν πωλητές διευθυντές, κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη δύο χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι και περίμεναν υπομονετικά από αυτούς τούς ανεκδιήγητους διευθυντές, να τους εξασφαλίσουν σταθερό εισόδημα. Πως όμως μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο αυτοί, αφού δεν ήξεραν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν; Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, θυμωμένος τους έλεγα και τα παρακάτω.
– Και σε μας πλέον άρχισαν να γίνονται τέτοια χαζά. Και είναι τα ίδια με αυτά που κάνετε εσείς εδώ τώρα. Σε κάθε περιπτώσεις όμως, πρέπει να ξέρετε ότι αυτός που μπορεί να διαμορφώσει την τιμή για ένα προϊόν, δεν είναι ο παραγωγός του, αλλά ο αγοραστής του. Και διαμορφώνει αυτός το κόστος, γιατί πριν κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ψάχνει να βρει που υπάρχουν ανταγωνιστές. Ποιος από αυτούς το διαθέτει φτηνότερα, όπως και ποιος είναι ο λόγος που το κάνει να διατίθεται ανταγωνιστικά στην αγορά.
Αυτό, θα έπρεπε να είχατε κάνει κι εσείς λοιπόν, ώστε να προσαρμοστείτε ανάλογα. Εσείς όμως, ξεκινάτε τελείως ανάποδα. Εκτός του ότι μαζευτήκατε δύο χιλιάδες εργαζόμενοι σε ένα εργοστάσιο, πήρε μετά ο καθένας από σας από μια καρέκλα κι αφού νομίσατε ότι αυτό είναι το ζητούμενο, φορτωμένοι με μπόλικο εγωισμό, παριστάνεται έκτοτε από την θέση που βρίσκεστε τους επιχειρηματίες.
Θα έπρεπε να ξέρετε όμως, ότι δεν είναι και πολύ λογικό να έρχεστε δέκα άνθρωποι, για να κάνετε μια δουλειά που μπορεί να την κάνει ένας. Όπως μπορεί κάποιος να κοροϊδέψει έναν, το ίδιο εύκολα και μάλλον πολύ πιο εύκολα, μπορεί να κοροϊδέψει όχι μόνον εσάς τους δέκα, αλλά και χίλιους από σας αν χρειαστεί.
Επειδή μάλλον μπήκατε σε θέσεις που σας έβαλαν τα δικά σας κομματικά κριτήρια να καλύψετε, όπως άρχισε να γίνεται και σε μας πλέον και στους δικούς μας συνεταιρισμούς, νομίσατε ότι αυτός είναι αρκετός λόγος που θα μπορούσε να σας κάνει εμπόρους. Ο έμπορος πρέπει να σας πω, είναι μια δουλειά με πείρα πολλών χιλιάδων χρόνων κι αν δεν την σπουδάσει κανείς, θα πρέπει να την κατέχει από έμφυτο. Αν όμως δεν έχει τίποτε από αυτά τα δύο, δεν μπορεί να κάνει αυτήν την δουλειά, όσο κι αν το επιδιώκει.
Για να μη σας πω όμως περισσότερα και νομίσετε ότι σας τα λέω όλα αυτά από κακία, επειδή θελήσατε για τους δικού σας λόγους να με παρακάμψετε, σας πληροφορώ, ότι η δουλειά έκλεισε με κάποιον από τους ανταγωνιστές σας κι ότι ήδη είναι σε εφαρμογή η συνεργασία τους και μάλιστα με την τιμή που από την αρχή ξέρατε ότι μπορούσε ο μέλλων πελάτης σας να αγοράσει το προϊόν σας.
Εσείς όμως το αγνοείτε αυτό, γι’ αυτό και ταλαιπωρείστε άδικα, ή κάνετε τουρισμό εδώ και με αυτήν την νοοτροπία που σας χαρακτηρίζει ως πρόχειρους, προκαλείτε τόσα έξοδα στο συγκρότημα που σας συντηρεί, τα οποία δεν θα μπορέσετε ποτέ να τα αναπληρώσετε.
Όπως απορρίψατε εχθές την δική μου συμμετοχή στις δικές συναλλαγές, για λόγους που εσείς είχατε στο μυαλό σας, έτσι και με την ίδια ευκολία θα κάνετε το ίδιο σφάλμα αύριο και μη μπορώντας να ξεχωρίσετε ποιος σας βοηθά και ποιος σας κοροϊδεύει, θα ζημιώνετε την εταιρεία που σας ζει και εσείς θα νομίζετε ότι εμπορεύεστε.
Άκουγαν αυτοί αυτά που τους έλεγα, αλλά επειδή άλλα περίμεναν να ακούσουν από εμένα, σηκώθηκαν να φύγουν ενοχλημένοι. Κι από ότι φάνηκε, σημασία δεν έδωσαν στα δικά μου σχόλια. Αν θέλετε το πιστεύετε όμως, αν θέλετε όχι, έμειναν αυτοί και συνέχισαν για κάμποσο καιρό ακόμη να επιχειρούν μια άσκοπη συνάντηση με τον παραλίγο πελάτη τους, την οποίαν βέβαια ποτέ δεν πέτυχαν.
Επηρεασμένος εγώ από την συμπεριφορά εκείνων των ανθρώπων, τα έβαζα αργότερα με τους δικούς μας συνεταιριστικούς φορείς, οι οποίοι έκαναν τα ίδια και χειρότερα από αυτούς, θαρρείς και σπούδασαν αυτήν την νοοτροπία από τους βόρειους γείτονες μας.
Οι κάθε λογής ανεύθυνοι τότε, το είδαν ξαφνικά επιχειρηματίες από το πουθενά και με ξένα λεφτά, ξένες εγκαταστάσεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την παραμικρή ευθύνη για το αποτέλεσμα των ενεργειών τους, καθόταν σε θέσεις και καρέκλες υπευθύνων, στης οποίες τους έβαλαν να καθίσουν όπως πάντα τα κομματικά κριτήρια και την ζημία που μπορεί να προκάλεσαν στον Ελληνικό λαό δεν την εξέτασε ποτέ και κανείς. Τον απόηχο εκείνης της ζημίας όμως, τον αισθανόμαστε σήμερα, αν και πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε.
Μιχάλης Αλταλίκης